Ο Όλαφ Σόλτς θύμα του «πραγματισμού» του

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ο Σολτς παραμένει πραγματιστής μόνο στην εσωτερική πολιτική.
Michele Tantussi via Reuters

* Του Νίκου Χειλά, Δημοσιογράφου - Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 10ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Είναι πραγματιστής πολιτικός. Ο Όλαφ Σολτς ήταν ανέκαθεν θιασώτης της τέχνης του εφικτού. Πρακτική που συνέχισε να εφαρμόζει και όταν έγινε Καγκελάριος πριν από έναν περίπου χρόνο (07.12.2021), επικεφαλής του λεγόμενου «συνασπισμού του φαναριού», ήτοι μιας τριμελούς κυβερνητικής συμμαχίας από Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Ελεύθερους Δημοκράτες.

Μόνο που ο πραγματισμός δεν λειτουργεί πάντα, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς, όπως οι σημερινοί. Η γερμανική κοινωνία στενάζει υπό την πίεση των κρίσεων που προκαλούν οι κλιματικές αλλαγές, η πανδημία του Covid-19 και ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας – για να μη μιλήσουμε για τα επερχόμενα δεινά, όπως το οικονομικό κραχ που αναμένεται τους ερχόμενους μήνες και δεν αποκλείεται να ναι εφάμιλλο ή και χειρότερο εκείνου του 2008-2009.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι «πραγματιστικές λύσεις» του Σολτς δεν φαίνεται να λύνουν προβλήματα, αλλά, όπως θα δείξουμε παρακάτω, τα επιδεινώνουν. Με αποτέλεσμα αυτά να επενεργούν διαλυτικά και μέσα στην κυβέρνηση. Η εικόνα της τελευταίας: όλοι εναντίον όλων, τόσο ανάμεσα στα τρία κόμματα όσο και εντός του κάθε κόμματος. Αυτό έχει προκαλέσει την κάθετη πτώση της δημοτικότητας του «φαναριού». Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του ινστιτούτου INSA, κατά παραγγελία της εφημερίδας Bild, τα τρία κυβερνητικά κόμματα συγκεντρώνουν σήμερα μόλις το 44% των ψήφων, έχουν χάσει δηλαδή κατά πολύ τη στήριξη που θα αντιστοιχούσε στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η αριστερή εναλλακτική εφημερίδα ΤΑΖ συνοψίζει (22.10.2022): «Η καλή διακυβέρνηση προϋποθέτει τον πραγματισμό. Όμως ο πραγματισμός δεν φτάνει για μια καλή διακυβέρνηση».

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ο Σολτς παραμένει πραγματιστής μόνο στην εσωτερική πολιτική. Στα εξωτερικά και αμυντικά ζητήματα, αντίθετα, έχει γίνει «επαναστάτης» και δη «παθητικός» – κατά τον όρο «παθητική επανάσταση» του Αντόνιο Γκράμσι, που σημαίνει επανάσταση «από τα πάνω», ήτοι την επιβολή μιας νέας γεωπολιτικής τάξης πραγμάτων από τις εκάστοτε κυρίαρχες ελίτ. Σε αυτό έχει ευθυγραμμιστεί με όλους τους άλλους συμμάχους του, νατοϊκούς και μη.

Έτσι πραγματοποιεί μια αλλαγή παραδείγματος ή, ακριβέστερα, μια άδοξη επιστροφή στο «παράδειγμα» του Ψυχρού Πολέμου, όπως αυτό σφράγιζε για σαράντα μεταπολεμικά χρόνια (από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80) τη σχέση του δυτικού με το ανατολικό μπλοκ. Αυτό μεταφράζεται τώρα αφενός στη μετατροπή του τύπου των γερμανορωσικών σχέσεων από φιλικές σε εχθρικές και αφετέρου στη γερμανική στροφή προς το μιλιταρισμό – το έκτακτο κονδύλι ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα της Βundeswehr, του γερμανικού στρατεύματος, είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα γι’ αυτό. Το roll back στον ψυχρό πόλεμο, που κατήγγειλε αρχικά η γερμανική Αριστερά, έχει παγιωθεί πλέον σε μόνιμη στροφή, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αναβάθμιση του πολέμου (καταρχάς του ψυχρού) ως θεμιτού μέσου επίλυσης των διεθνών διαφορών.

Ευθυγράμμιση δεν σημαίνει ωστόσο ταύτιση. Η στάση του Σολτς διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη των ομολόγων του σε ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Πολωνία και στις βαλτικές χώρες, που ευνοούν την αυξανόμενη (έμμεση) ανάμειξη του ΝΑΤΟ στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αυτό δεν είναι ούτε στις ιδέες ούτε στα πλάνα του. Όχι επειδή είναι per se φιλειρηνικός. Αλλά επειδή ξέρει ότι σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία ο μεγάλος «παθός» θα είναι η χώρα του.

Έτσι ήταν κατά τη διάρκεια του πρώτου Ψυχρού Πολέμου, όταν η Δυτική και η Ανατολική Γερμανία είχαν μετατραπεί σε τεράστιες αποθήκες πυρηνικών όπλων. Και έτσι θα είναι και τώρα με την επανενωμένη Γερμανία, λόγω της ιδιάζουσας θέσης της χώρας. Η Γερμανία θα είναι πρώτος στόχος των Ρώσων, όχι μόνο για ιστορικούς (βλ. τη σύγκρουσή τους στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) αλλά και για γεωπολιτικούς λόγους. Σαν περιοχή που βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου, θα είναι εξ αντικειμένου στο επίκεντρο μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, η οποία θα μπορούσε εύκολα να εκφυλιστεί σε πολεμική και δη πυρηνική. Η Γαλλία είναι μακριά από τη Ρωσία, πόσο μάλλον η Βόρεια Αμερική. Η Γερμανία είναι, αντίθετα, ενός πυραύλου μέσου βεληνεκούς δρόμος.

Ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας ώθησε μεν τους Γερμανούς να αλλάξουν αμυντικά ρότα. H στρατιωτική αυτοσυγκράτησή τους, που ήταν μεταπολεμικά το σήμα-κατατεθέν της αμυντικής πολιτικής τους, αποτελεί παρελθόν. Το νέο αμυντικό δόγμα έχει σαφές μιλιταριστικό πρόσημο. Όχι όμως πολεμικό, ο Σολτς ξέρει, ότι ένας πόλεμος με τη Ρωσία θα οδηγούσε στο πυρηνικό ολοκαύτωμα της χώρας του. Υπό αυτή την άποψη διατηρεί και μέσα στην «επανάστασή» του ένα κομμάτι πραγματισμού.

Η παραίτηση από τη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση δεν συνοδεύεται πάντως από ανάλογη πολιτική. Το Βερολίνο, σοφώς ποιόν, συνεχίζει να αντιστέκεται στις σειρήνες των βαλτικών χωρών, που το προτρέπουν να αναλάβει, πολιτικά και στρατιωτικά, ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη. Οι μνήμες από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών σχεδίαζε την ένωση της Ευρώπης υπό χιτλερική κηδεμονία (τα αρχεία του υπερχειλίζουν από τέτοια σχέδια!) είναι ακόμα νωπές. Τυχόν προσπάθεια του Βερολίνου να εμφανιστεί ως νέος ευρωπαίος ηγεμών θα προσέκρουε στην ενεργητική αντίσταση του Παρισιού αλλά και του συνόλου της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.

Με αυτό το φόντο, ο Σολτς έχει το εξής πρόβλημα: ενώ η «επαναστατική» αλλαγή στρατηγικής σε θέματα εξωτερικής πολιτικής έχει γίνει, λίγο ή πολύ, αποδεκτή από την πλειοψηφία των Γερμανών, δεν συμβαίνει το ίδιο με την επιμονή του στον «πραγματισμό» στην εσωτερική πολιτική. Κι αυτό επειδή δεν αποδίδει πραγματικά. Δύο παραδείγματα:

  • Η ανάγκη παράτασης –λόγω της ενεργειακής κρίσης– της λειτουργίας των εργοστασίων παραγωγής ατομικής ενέργειας. Οι ενδοκυβερνητικοί αντίπαλοι σε αυτό το θέμα ήταν οι Πράσινοι, που ήθελαν παράταση λίγων μηνών, και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, που την ήθελαν απεριόριστη. Η σολομώντειος, ήτοι πραγματιστική, απόφαση του Σολτς ήταν τα ατομικά εργοστάσια να κλείσουν οριστικά στις 15 Απριλίου του 2023. Έκλεισε έτσι και το θέμα; Ούτε κατά διάνοια. Ο Αντιπρόεδρος των Ελεύθερων Δημοκρατών Βόλφγκανγκ Κουμπίκι δήλωσε ήδη ότι το κόμμα του θα ξαναθέσει σύντομα το ζήτημα στην ημερήσια διάταξη.
  • Όριο ταχύτητας στις εθνικές οδούς (Autobahnen), που είναι ανύπαρκτο στις περισσότερες από αυτές. Οι ενδοκυβερνητικοί αντίπαλοι είναι εδώ, από τη μια, οι Πράσινοι και οι Σοσιαλδημοκράτες, που, επικαλούμενοι την εξοικονόμηση ενέργειας, την προστασία του περιβάλλοντος και την αύξηση της οδικής ασφάλειας, θέλουν ένα όριο 130 χιλιομέτρων/ώρα, και, από την άλλη, ο Υπουργός Συγκοινωνιών Φόλκερ Βίσινγκ (Ελεύθεροι Δημοκράτες), που, ως λομπίστας της αυτοκινητοβιομηχανίας, το αποκρούει κατηγορηματικά. Όλες οι προσπάθειες του Σολτς για ένα συμβιβασμό έχουν αποτύχει – ο «πραγματισμός» του αποδεικνύεται κι εδώ ανίσχυρος.

Θύμα του «πραγματισμού» είναι και το φιλόδοξο κοινωνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, η υλοποίηση του οποίου, με επίκληση του πολέμου στην Ουκρανία, αναβάλλεται συνεχώς. Και όπως πάνε τα πράγματα, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, τελικά θα γίνει και ο Όλαφ Σολτς θύμα του πραγματισμού του.

Πήγαινε στην αρχική σελίδα