Όχι, δεν τα ήθελε ο κ....  της!

Άκρατος σωβινισμός και εσφαλμένα πρότυπα, προμοτάρουν τη σεξουαλική καθυπόταξη και προπαγανδίζουν την κάθε μορφής βία, ως ίδιον του «δυνατού».
Η θυσία της Ιφιγένειας
Η θυσία της Ιφιγένειας
DEA / G. NIMATALLAH via Getty Images

Στερεότυπα κι απωθημένα μιας κοινωνίας δυτικού τύπου με ανατολίτικα πρότυπα και συμπεριφορές. Πατριαρχία και κακέκτυπη «αντρίλα», ένα σάπιο σύστημα που θεωρεί πως το γυναικείο κορμί είναι κάστρο που εκπορθείται ή καταστρέφεται, κατά τη βούληση του «δυνατού», είτε σε ρώμη, είτε σε κοινωνική και οικονομική επιφάνεια.

Άντρες, που τους μεγαλώνουν πατεράδες και μανάδες με συμπλεγματικές συμπεριφορές, διδάσκοντάς τους πως «οι άντρες δεν κλαίνε», όταν το μικρό αγοράκι πέσει και χτυπήσει τα γόνατά του, ή την καρδιά του. Πως η έκφραση των συναισθημάτων είναι ίδιον αδυναμίας και πως στο παιχνίδι της ζωής, η βία και η επιβολή προσδιορίζουν τον κυρίαρχο. Ο πλούσιος εσωτερικός κόσμος, η ευγένεια, το ήθος και η παιδεία έχουν καταντήσει –για μια ανασφαλή κοινωνία με απασφαλισμένη περόνη- συνώνυμα της αμφισεξουαλικότητας ή της αδυναμίας. «Γίνε άντρας, ρε...» η επωδός-μέγγενη που συνθλίβει τις νεανικές ψυχές και μετατρέπει κάποια αγόρια σε «πορθητές», μουσκουλαρισμένους αλήτες, επιθετικούς κρετίνους.

Γυναίκες, που τις μεγαλώνουν μανάδες και πατεράδες με τα δικά τους απωθημένα και στόχο να τις αναδείξουν ως «τρόπαια» που θα τα διεκδικήσει και κερδίσει ο... καλύτερος, ο πλειοδότης. «Καθρέφτη-καθρεφτάκι μου, ποιά είναι η πιο όμορφη;».

Και δεν έχει να κάνει με τον όποιο ναρκισσισμό των κοριτσιών, αλλά κυρίως με την έλλειψη αξιών στον τόπο μας υπό τη διαβρωτική επίδραση ενός εσμού που αναδεικνύει ως πρότυπα, όμορφα στριγκάκια σε ροζουλί συννεφάκια, με τα φλας να αστράφτουν πάνω σε απαστράπτουσες οδοντοστοιχίες, μποτοξαρισμένα χείλη, ψεύτικες βλεφαρίδες ή στήθη.

Η «καταξίωση» του ατόμου, στη μεταμοντέρνα Ελλάδα που ακροπατά με το ένα στη βάρκα της Ευρώπης και με το άλλο πόδι αλυσσοδεμένο στης Ανατολής τα στερεότυπα, έχει καταλήξει να ταυτίζεται απόλυτα με την αναγνωρισιμότητα ή την ευμάρεια. Και για να το πετύχουμε, είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα. Οποιοδήποτε κόστος. Οποιονδήποτε εξευτελισμό. Να παρέχουμε εκπτώσεις. Να επιδιδόμαστε σε έναν φρενήρη ανταγωνισμό που φτάνει στον κανιβαλισμό.

Άκρατος σωβινισμός και εσφαλμένα πρότυπα, προμοτάρουν τη σεξουαλική καθυπόταξη και προπαγανδίζουν την κάθε μορφής βία, ως ίδιον του «δυνατού». Η πανδημία, συμπιέζοντας συναισθηματικά τον άνθρωπο, έβγαλε στην επιφάνεια ένστικτα και συμπεριφορές μιας ασύδοτης παρακμής.

Κι αντί αυτό να προβληματίσει ή παραδειγματίσει, στις καθημερινές πλέον υποθέσεις επιθέσεων και ξυλοδαρμών, στους βιασμούς και τις ασέλγειες, στην άσκηση σωματικής βίας, στις γυναικοκτονίες, ολάκερη η υποκριτική κοινωνία μας, σα τις κυράτσες του προηγούμενου αιώνα, κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα και επιδίδεται στην ανθρωποφαγία των άκρατων και άκριτων σχολιασμών. Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω. Όπως έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης, «και που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα…».

Στη γυναίκα, αποδίδονται συμπεριφορές ενδοτικές ή ωφελιμιστικές με χαρακτηρισμούς άκρως απαξιωτικούς. Από τη διάκριση του φύλου της και μόνο, χαρακτηρίζεται ως «πόρνη», κυρίως όταν ΔΕΝ είναι. «Τί γύρευε εκεί..;», «...τι φορούσε;», «...με πόσους είχε μοιραστεί το κρεββάτι της;», «...ήταν προκλητικά βαμμένη...», «...τι γύρευε στα ξενοδοχεία μόνη της...;», «...γιατί δεν έφευγε...;», «...που πήγαινε μέσα στη νύχτα;», «τι ανάγκη είχαν νέοι, ωραίοι και πλούσιοι να βιάσουν;», «έλα μωρέ, τα ήθελε κι αυτηνής ο κ..... της!»

Η εμφάνιση, η θέση, η ηλικία, οι παρέες, οι πρώην σύντροφοι, ο αριθμός των εραστών, το ντύσιμο, το βάψιμο, το προκλητικό βλέμμα, η στάση του σώματος κι ένα σωρό άλλα, όλα περνούν από την κρισάρα της εκάστοτε αστοιχείωτης τηλεοπτικής μας γκουβερνάντας που τεντώνει την «είδηση» κατά το δοκούν ή της διαδικτυακής, αρσενικής και θηλυκής, «κυρακατίνας» που κρυμμένη πίσω από την ανωνυμία του πληκτρολόγιου, βγάζει το άχτι της. Αίμα-χρήμα-σπέρμα. Από αυτή τη θεματολογία, σιτίζονται. Η αποθέωση των συμπλεγματικών «Κοιτάξτε με, για να υπάρξω...» και «βάλτε μου like, για να χω υπόσταση...»

Θυσιάζονται οι Ιφιγένειες στο βωμό του ευκαιριακού ταξιδιού με σκοπό το «πάρσιμο» του κάστρου-του θηλυκού κορμιού. Ξεχύνονται οι Αχρείοι από τα καράβια της έπαρσης που δημιουργεί η πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα, ο πλούτος και το κοινωνικό στάτους, στα καρπερά λιβάδια των πόλεων που καταπίνουν ή εκμεταλλεύονται τους αδύναμους.

Οι ερίδματοι «φίλοι» τους, συγκαλύπτουν και αποκρύπτουν, τρομοκρατώντας ή λοιδωρώντας τα θηλυκά «σφάγια» για να μη μιλήσουν. Να σιωπήσουν, να μην αποκαλύψουν, να μη καταγγείλουν, να μη σπάσουν ένα-ένα εκείνα τα δύσοσμα αποστήματα της βίας, των ασελγειών, της δημοσιοποίησης προσωπικών ερωτικών στιγμών, των βιασμών, της όποιας μορφής κακοποίησης.

Όμως, κάθε Ιφιγένειας που οδηγήθηκε στο βωμό, δεν τα ήθελε ο κ... της!

Κι αργά ή γρήγορα, ο θύτης, ο κάθε θύτης τιμωρείται. Ως κι ο κραταιός Αγαμέμνονας, κατέληξε με ένα μαχαίρι δικαίου να έχει χωθεί βαθιά στα σπλάχνα του...