Οι αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και οι αδικημένοι

Δέκα χρόνια μετά το βίαιο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι δημόσιοι υπάλληλοι είδαν επιτέλους αύξηση. Και οι άλλοι;
Eurokinissi

Ναι, η ανεργία μειώνεται.

Ναι, ο αριθμός των εργαζόμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου - δηλαδή των ιδιωτικών υπαλλήλων, κατά το κοινώς λεγόμενο - αυξάνεται σταθερά.

Ναι, το εισόδημά τους εμφανίζεται αυξανόμενο με βάση τα στοιχεία της Εργάνης στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2019 μέχρι και το 2022 (για το 2023 πρέπει να περιμένουμε μέχρι να κλείσει ο χρόνος).

Αυτά είναι τα καλά νέα για την κυβέρνηση και για το οικονομικό επιτελείο της.

Διαμορφώνουν σταδιακά ένα κλίμα αισιοδοξίας στην κοινωνία και στην οικονομία.

Προσφέρουν ελπίδα, ότι μπορεί «ο επόμενος να είμαι εγώ» και περιορίζουν τον κίνδυνο για συνδικαλιστικές αντιδράσεις.

Κερδίζει και μερικούς καλούς τίτλους στα ΜΜΕ - εδώ που τα λέμε, ποιά κυβέρνηση δεν τους θέλει;

Κάπως έτσι, μπορείς να πεις ότι φρόντισε μία κυβέρνηση με περιορισμένους οικονομικούς πόρους για 599.587 δημόσιους υπαλλήλους (με βάση την απογραφή στα τέλη του 2022) - μόνιμους, καθώς και έχοντες σχέση αορίστου χρόνου.

Όμως, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος.

Γιατί την ίδια χρονική στιγμή, σε παρακολουθούν 2 εκατομμύρια εργαζόμενοι - υπάλληλοι στον ιδιωτικό τομέα.

Ο πρωθυπουργός δείχνει να τους έχει στο μυαλό του. Τον περασμένο Απρίλιο είπε και στις 10 Οκτωβρίου επανέλαβε, ότι «είναι εφικτός ο στόχος για μέσο μισθό 1.500 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, ενώ οι μισθοί θα πρέπει να αυξάνονται όσο μειώνεται η ανεργία».

Ο ίδιος έχει διευκρινίσει ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει «με φιρμάνι».

Λογικό. Στην ελεύθερη οικονομία δεν έχει δυνατότητα παρέμβασης καμία κυβέρνηση. Δεν μπορεί να υποχρεώσει, για παράδειγμα, μία επιχείρηση που ζορίζεται να δώσει αυξήσεις στο σύνολο του προσωπικού της.

Βεβαίως, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στους αιώνες των αιώνων θα υπάρχουν πάντοτε (και) άδικοι εργοδότες, οι οποίοι θα είναι μίζεροι και κακοπληρωτές έναντι των υπαλλήλων τους, ακόμα και όταν η κερδοφορία τους επιτρέπει να δώσουν αυξήσεις.

Στο μεταξύ, η ελληνική - και άλλες κυβερνήσεις - χρησιμοποιούν ως μέσο επηρεασμού της αγοράς τις αυξήσεις στους μισθούς στο δημόσιο και την αύξηση του κατώτατου μισθού, ώστε να δείχνουν μία κατεύθυνση στους εργοδότες - επιχειρηματίες.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό κάνει και η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Δεν την κατηγορώ γι αυτό, καλά κάνει.

Μόνο που ως αυτή την ώρα, ο στόχος δεν έχει επιτευχθεί. Δηλαδή, ενώ οι μισθοί στο δημόσιο βελτιώνονται έστω αργά και ενώ ο κατώτατος μισθός αυξάνεται σχεδόν κάθε χρόνο εσχάτως. Η πρόβλεψη είναι ότι τον Μάιο του 2024 θα φτάσει στα 820-830 ευρώ. Καλό νέο.

Τι γίνεται όμως με τους εργαζόμενους που παίρνουν ελάχιστα παραπάνω, δηλαδή μισθούς μεταξύ 800-1.000 ευρώ;

Τα στοιχεία της Εργάνης αποδεικνύουν ότι γίνονται όλο και περισσότεροι.

Ας πούμε ότι ανάμεσά τους είναι πολλοί νέοι σε ηλικία, ας πούμε ότι είναι πάντως καλό γιατί έτσι μειώνονται οι άνεργοι και ας πούμε ότι η οικονομία της αγοράς θα λειτουργήσει σύντομα, ώστε να δουν καλύτερες ημέρες στο όχι μακρινό μέλλον.

Δεν είναι όμως όλοι νέοι σε ηλικία, δεν είναι μόνο νεο-προσληφθέντες και δεν είναι δεδομένο ότι θα αντέχουν να ζουν για χρόνια με αυτούς τους μισθούς.

Υπάρχουν ανελαστικές ανάγκες επιβίωσης και τεράστιες δυσκολίες: ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ και γενικά στα τρόφιμα, τρελό κόστος ενέργειας και καυσίμων, καθώς και κόστος στέγασης στα μεγάλα αστικά κέντρα που παραπέμπει σε δυτική Ευρώπη...

Υπάρχουν πολλοί αδικημένοι. Και δεν ξέρω ποιά είναι η λύση που μπορούν να ανακαλύψουν στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να την ανακαλύψουν. Πιέζοντας, συνομιλώντας με τους εργοδότες, τις βιομηχανίες, τους κλάδους επιχειρήσεων; Kάπως.

Γιατί όσο ήταν χαμηλοί και συμπιεσμένοι τραγικά οι μισθοί για όλους, οι πολλοί πάσχιζαν και τελικά διέκριναν την αδυναμία.

Όταν όμως οι αδικημένοι αισθάνονται την αδικία, δεν μπορείς να τους χτυπάς απλώς φιλικά στην πλάτη.

Δημοφιλή