ΤΟ BLOG
11/09/2021 07:04 EEST | Updated 11/09/2021 07:04 EEST

Οι δύο… ταφές του Μελκιάδες Εστράδα

Οι νεκροί θέλουν αγάπη και ομόνοια και συγχώρεση  για να αναπαυθούν.

Franco Origlia via Getty Images

Οι ταφές κανονικά ήταν τρεις… Τόσες όσες λέει και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας  του Tommy Lee Jones σε σκηνοθεσία δική του και σενάριο του Guillermo Arriaga. Ταινία του 2005 που δεν ”έσπασε” τα ταμεία κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά έκανε αίσθηση για τις ερμηνείες , την σκηνοθεσία και το εξαιρετικό σενάριο. Και είναι μια ταινία που έχει να πει πολλά για το χρέος, τη φιλία και τις αδυναμίες στις ανθρώπινες σχέσεις έτσι όπως προσδιορίζονται από την ιστορία και την προσωπική επαφή πάνω και πέρα από φυλές και σύνορα.

Η πρώτη ταφή του Μελκιάδες Εστράδα – ενός φτωχού μεξικάνου χωρικού- έχει ήδη γίνει καθώς ανακαλύπτεται το πτώμα του πρόχειρα θαμμένο στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό. Οι αρχές βρίσκουν το πτώμα αλλά καθώς είναι ανακατεμένος ένας εν ενεργεία αστυνομικός, αποφασίζουν να συγκαλύψουν τη δολοφονία  και να το ξαναθάψουν   στο κοιμητήριο της μικρής κωμόπολης. Εδώ, θα μπορούσε να τελειώσει η ταινία. Μια συμβατική ιστορία με ένα συμβατικότερο φινάλε που την ξεχνάς πριν ανάψουν τα φώτα. Μια δεύτερη ταφή δεν γεννάει καμία έκπληξη και η ιστορία, οι τέχνες και η πραγματικότητα βρίθουν από αναρίθμητα περιστατικά  τεθνεώτων που κατέληξαν τελικά στον τάφο που τους άξιζε μετά από μια μικρή ταλαιπωρία των συγγενών.

Μια τρίτη, όμως ταφή είναι κάτι όλως διόλου ασυνήθιστο. Όταν μάλιστα πρόκειται για ένα λαθρομετανάστη που πέφτει θύμα ενός ανεγκέφαλου αστυνομικού που τον πυροβολεί κατά λάθος, τότε δεν δικαιολογείται παρά μόνο για  λόγους σεναριακής πλοκής με έμφαση σε ιδανικά όπως η φιλία, το χρέος και η δικαιοσύνη που δοκιμάζονται στις μέρες μας.

Ο Μελκιάδες Εστράδα ανήκει στους τυχερούς μέσα στην ατυχία του. Ξεθάβεται από τον θύτη  και με τη βοήθεια του φίλου του, επιστάτη στο ράντσο, Πιτ Πέρκινς,  μεταφέρεται η σορός του  στο χωριό του στο Μεξικό για να ταφεί ”εκεί”. Το ”εκεί” μέσα από μια φωτογραφία που φέρνει πάντα πάνω του ο  Εστράδα, είναι ένα ξασπρισμένο χάλασμα με μια γυναίκα και δυο παιδιά που στέκονται πλάι της. 

Ο Πέρκινς έχει υποσχεθεί στο νεκρό ”αδελφό” του να μη τον αφήσει σε ξένη γη άμα πεθάνει και η υπόσχεση αυτή, όταν έρχεται η ώρα, βαραίνει στη συνείδηση του περισσότερο από το βάρος όλου του κόσμου.

Έτσι αφού ξεθάψει το νεκρό, τον πλύνει και τον καθαρίσει θα  ξεκινήσει  ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα άγονα, βραχώδη τοπία του Ρίο Γκράντε ρίχνοντας όμως φως και στη σχέση των δύο ζωντανών  έτσι όπως αρχίζει να λειαίνεται κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου. Ταυτόχρονα μέσα από διαρκή φλας μπακ  μαθαίνουμε τους λόγους που οδήγησαν τον Πέρκινς στην αναζήτηση μιας δικής του πιο ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Από την άλλη γνωρίζουμε και την αποξένωση  του αφασικού αστυνομικού που μέσα από την επαφή του με ένα πιο ανθρώπινο κόσμο αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει. Ένα κόσμο που κινείται παράλληλα, που ζει και πεθαίνει σε μια νεκρή γη χωρίς να διεκδικεί, χωρίς να ρωτάει. 

Οι σκηνές του νεκρού πάνω στο άλογο, με τον αστυνομικό σιδηροδέσμιο να συνοδεύει τη σορό και τον Πέρκινς να προπορεύεται, κόβουν την ανάσα με τον λυρισμό και τη δύναμη τους.

Η έννοια του χρέους απέναντι στο νεκρό, έγινε αισθητή πρόσφατα με αφορμή τη διένεξη ανάμεσα στην οικογένεια του Μίκη Θεοδωράκη και τους εκτελεστές της διαθήκης του στους οποίους εμπιστεύτηκε την τελευταία του επιθυμία. Να ταφεί εκεί που ο ίδιος επιθυμεί : στο χωριό του, δίπλα στους αγαπημένους του.

Κι αυτό το χρέος στο νεκρό, οδήγησε την πλευρά αυτή στη Δικαιοσύνη ώστε να αποκλειστεί κάθε πιθανή ή απίθανη προσπάθεια των συγγενών να αλλοιώσουν την ύστατη βούληση.

Το χρέος στον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, οδήγησε την Αντιγόνη να αψηφήσει τους ανθρώπινους νόμους, ακόμη κι αν η αντίσταση αυτή τιμωρείται με θάνατο. Είναι η τιμή προς τους θεούς και η αγάπη προς τον αδελφό της πάνω και πέρα από τους νόμους του Κρέοντα, ώστε κάθε προσπάθεια ‘διαπραγμάτευσης’ να είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη. 

Η ταφή των νεκρών, ο σεβασμός  και το χρέος στην τελευταία επιθυμία τους είναι αδήριτη και γίνεται σεβαστή  και σήμερα, ακόμη και στις πιο βάρβαρες και καταπιεστικές κοινωνίες που καταπατούν συστηματικά δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες.

Αντίθετα,  η αδιαλλαξία και το πείσμα στην εφαρμογή προσωπικών εμμονών κάνουν ακόμη πιο δυνατό τον άγραφο νόμο, την κοινή θέληση να υπερβούμε τις έννοιες ”δίκαιο” και ”άδικο” προς χάριν μιας πανανθρώπινης αξίας που έζησε μέσα στα χρόνια και ονομάστηκεΑνθρώπινος Νόμος”.

Ναι ο κάθε πολίτης έχει ελεύθερη βούληση και μπορεί να την εκφράζει, πολύ περισσότερο όταν η βούληση αυτή έχει να κάνει με την αγάπη προς το Αίμα σου. Μια αγάπη  που πολλές φορές σε αυτό που θεωρεί σωστό,  κάνει λάθος.

Τώρα που η σορός του Μίκη Θεοδωράκη αναπαύεται στην πατρογονική γη στον Γαλατά Χανίων, αυτές οι γραμμές γράφονται σαν υπενθύμιση σε όλους εκείνους που κρατούν στα χέρια τους προφορικές εντολές αλλά και σ’ εκείνους που οχυρώνονται πίσω από προκαταβολές και συμφωνίες.

Οι νεκροί θέλουν αγάπη και ομόνοια και συγχώρεση  για να αναπαυθούν.  Όχι διχόνοιες, όχι διχασμούς. Μόνο αληθινή συγκίνηση κι αγάπη.

Ας αναλογιστούμε την προσφορά του δικού μας Μίκη κι ας τον συντροφεύσουμε στο ταξίδι του καβάλα στο άτι του με τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου από τον Επιτάφιο.

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

Πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου

Πώς κλείνουν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω

Και δε σαλεύεις , δε γροικάς τα που πικρά σου λέω ;…

 

Και τώρα επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,

Τα παγωμένα χέρια μου για να ζεστάνω λίγο.»