Οι μάνες των δολοφονημένων κοριτσιών, μια αγκαλιά: Για την Ελένη, τη Γαρυφαλλιά, την Ερατώ

Η φωτογραφία που ράγισε καρδιές, με τις μητέρες των τριών κοριτσιών αγκαλιασμένες.
Η μητέρα της Ελένης και της Γαρυφαλλιάς αγκαλιασμένες, έξω από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο
Η μητέρα της Ελένης και της Γαρυφαλλιάς αγκαλιασμένες, έξω από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο
Eurokinissi

Ανείπωτος ο πόνος για τις μανάδες των κοριτσιών που έχασαν άδικα τη ζωή τους, πριν προλάβουν να την ζήσουν. Ράγισαν καρδιές έξω από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, λίγο πριν την έναρξη της δίκης για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη.

Από νωρίς είχαν φτάσει οι γονείς της, Γιάννης Τοπαλούδης και Κούλα Αρμουτίδου. Συγκλονιστική, όμως, ήταν η στιγμή όπου η μητέρα της άτυχης φοιτήτριας, που έχασε με φριχτό τρόπο τη ζωή της στη Ρόδο το 2018 από τα χέρια των δύο κατηγορούμενων, συναντήθηκε με τη μητέρα της επίσης δολοφονηθείσας Γαρυφαλλιάς στη Φολέγανδρο το καλοκαίρι του 2021.

Η μία έπεσε στην αγκαλιά της άλλης και ξέσπασαν σε κλάματα. Λίγο αργότερα προστέθηκε σε αυτή την αγκαλιά και η μητέρα της Ερατούς που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της στη Λέσβο.

Οι εικόνες συγκινητικές, γεμίζουν θλίψη, αγανάκτιση, οργή αλλα και θαλπωρή. Οι μάνες που ενώνονται, μια κοινωνία που ελπίζουμε ότι δεν θα ξεχάσει. Βλέποντας τις μάνες θυμάμαι το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «Σχήμα Απουσίας», που αποσπασματικά παρατίθεται παρακάτω.

Οι μάνες των κοριτσιών που χάθηκαν
Οι μάνες των κοριτσιών που χάθηκαν
Eurokinissi

«Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα

σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ’ έξω.

Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ’ το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα’ αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.

Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.

Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι ’ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ’ αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες ’κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ’ τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.

Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή – να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ’ αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. [...]»

Δημοφιλή