ΤΟ BLOG
27/04/2018 12:43 EEST | Updated 27/04/2018 12:43 EEST

Οι νεκροί δεν είναι για να τους κλαίμε, αλλά για να τους ανασταίνουμε

Μπολιβάρ: Από τον Εγγονόπουλο στην Μπασδέκη

Τους πρώτους μήνες του 2018, το Θέατρο του Νέου Κόσμου τέλεσε υπό την επήρεια ενός άλλου κόσμου, του «Μπολιβάρ». Ενός ήρωα γήινου αλλά και υπερκόσμιου, εθνικού όσο και πέραν των συνόρων, αλλόφρονος και συνάμα σώφρονος. Ο «Μπολιβάρ» βασίζεται στα έργα με τίτλο «Ενοικιάζεται» και «Μπολιβάρ: ένα ελληνικό ποίημα» του παρεξηγημένου ποιητή της γενιάς του 1930 Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος αναγκάστηκε να κρυφτεί για να αποφύγει την εκδίωξη, μιας που το έργο του θεωρήθηκε πολιτικά και λογοτεχνικά παρωχημένο για την εποχή. Ο «Μπολιβάρ» συνομιλεί με τον αριστοτεχνικό μονόλογο «Ο Λευτέρης στο Αμήν» της Γλυκερίας Μπασδέκη. Η παράσταση αυτή με τάραξε σε μια αιματηρή περίοδο της ζωής μου, γι’ αυτό και έγινα το στοιχειό της Σειράς 1, Θέση 4 για αρκετές φορές, οι οποίες όμως δεν ήταν αρκετές για να χορτάσω. Ήθελα κι άλλο, αλλά αυτό στο θέατρο είναι ανέφικτο. Όταν πέφτει η αυλαία, παίρνεις μαζί σου μόνο την αίσθηση, η οποία, αν είσαι τυχερός, μεταλλάσσεται σε ιερή παραίσθηση που σε ακολουθεί για πολλά - πολλά χρόνια. 

Για την παραίσθηση αυτή είναι υπεύθυνοι δυο άνθρωποι που — κατά την γνώμη πολλών — αποτελούν έναν ακρογωνιαίο λίθο στο Ελληνικό θέατρο του 21ου αιώνα: ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης, πρωτεργάτης της πρωτοποριακής ομάδας Bijoux de Kant, και η Γλυκερία Μπασδέκη, η οποία αυτοσυστήνεται περισσότερο ως μαμά και ειδική στο παιχνίδι των λυγμών παρά ως ποιήτρια-συγγραφέας. Ίσως κάποιοι να το χαρακτηρίσουν μεγαλόστομο, αλλά για μένα ο Σκουρλέτης αποτελεί έναν «φυσικό» συνεχιστή της αισθητικής και της αίσθησης Φελίνι-Βισκόντι - Παζολίνι, στα πλαίσια όμως μιας βαθύτατης και ουσιαστικής ελληνικότητας η οποία δεν προσδιορίζεται υποχρεωτικά σε στενά εθνικά όρια. Ο Σκουρλέτης μεταπλάθει τον καμβά του με τρόπο ξάστερο και ακέραιο, χωρίς μελοδραματισμούς αλλά με πολύ δυνατό συναίσθημα και υποδόριο χιούμορ. Η Μπασδέκη έρχεται από την πλευρά της να παίξει τον ρόλο πρωθιέρειας στον ιερό αλλά και «καταραμένο» κόσμο του σκηνοθέτη. Η εσωτερική της φωνή αντηχεί πέρα από την Λάρισα, πέρα από την Ύδρα, πέρα από την Κέρκυρα και την Ξάνθη. Η φωνή της Γλυκερίας Μπασδέκη είναι τόσο κρυστάλλινη όσο και ένας σταλακτίτης που στάζει ανενόχλητος στο σκοτάδι του σπηλαίου. 

 

archive

Η αιώρηση μέσα σε τούτο τον παράξενο κόσμο υπογραμμίζεται με τρόπο απλό αλλά ουχί απλουστευτικό από τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, ο οποίος διασπείρει πάνω στο σανίδι τα λιγοστά έπιπλα και κεριά. Τα αντικείμενα εδώ έχουν μια αμιγώς χρηστική αξία, δίχως να αποπροσανατολίζουν τον θεατή από την ουσία. 

Ο Αντώνης Γκρίτσης είναι η εμβληματική φιγούρα του έργου, ένας ρολίστας τεραστίου βεληνεκούς του οποίου η αξία ελπίζω σύντομα να αναγνωρισθεί σε μια Ελλάδα που ταλανίζεται από κακεντρέχεια και διαπλοκή. Εν μέρει φυλακισμένος παλιάτσος, άφραγκος ποιητής, ξεπεσμένος μικροαστός, θύμα και θύτης της ιστορίας, κουβαλάει στους ώμους του λιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς, με μια λεπτή ειρωνεία που καθίσταται αποτρεπτική της πτώσης του. Ο Γκρίτσης καθηλώνει τον θεατή σε κάθε δευτερόλεπτο: οι διαθέσεις εναλλάσσονται ακαριαία, το πρόσωπο συσπάται άλλοτε από καταπιεσμένη αγωνία και άλλοτε από σαρδόνιο γέλωτα. Ο ιδρώτας ρέει άφθονος, ενώ τα μάτια είναι υγρά καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης.  

 Ο Γκρίτσης δεν είναι απλά μέσα στον ρόλο. Είναι ο ίδιος ο ρόλος. Όταν μιλάει με την ψηλή φωνή του Εγγονόπουλου για το δωμάτιο που ενοικιάζεται, για τις δυστυχίες και τις δόξες που έζησαν αυτοί οι τοίχοι και για τα τέρατα που κρύβονται μέσα τους, τότε αναδύεται όλη του η εκφραστική δεινότητα. Κι ύστερα ο τόνος της φωνής ανεβαίνει και γίνεται πιο μπάσος, θυμίζοντας τα τερτίπια Ευαγγελιστή ιεροκήρυκα του Μισούρι ο οποίος επιθυμεί διακαώς να φέρει το «ποίμνιό» του στον ίσιο δρόμο.

Ο Γιάννης Κουκουράκης από την πλευρά του επαληθεύει ότι ορισμένες φορές οι ωραίοι δεν έχουν χρέη, γιατί πολύ απλά τα έχουν ξεπληρώσει στο ακέραιο. Η βαθιά του αισθαντικότητα, η χροιά της φωνής, η στέρεη τεχνική και η εξοικείωσή του με το σωματικό θέατρο τού επιτρέπουν να θέτει εαυτόν εντός της πολυπλοκότητας του ρόλου που υποδύεται. Εντυπωσιακή είναι η σκηνή που ξερνάει σ’ έναν κουβά, με τις συσπάσεις των μυών του στομάχου και του λαιμού να υποδηλώνουν την τραγική αιώρηση του ήρωα ανάμεσα στον χαμό της ταυτότητας και την ύστατη προσπάθεια αναγέννησης. Το βλέμμα του — άλλες φορές χαμένο και άλλες παραδομένο σε μύχιες σκέψεις — παίζει συγχρόνως με την σκληρότητα, την ειρωνεία και την αθωότητα. «Τα ζώα, τα άκακα», λέει σε κάποια στιγμή, και το πρόσωπό του λες και περιβάλλεται από φωτοστέφανο αγίου. Τα μακριά του δάχτυλα τρέμουν και σέρνονται πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού, προσπαθώντας μάταια να βάλουν σε τάξη τα λιγοστά αντικείμενα που μοιάζουν να δρουν ερήμην του αφέντη τους. Ο Γιάννης Σκουρλέτης πολύ έξυπνα εκμεταλλεύτηκε την Κρητική ντοπιολαλιά του Κουκουράκη, προσδίδοντας έτσι μέγιστη φυσικότητα στον ρόλο.   

 

Και μέσα στις οδύνες των δύο ηρώων, έρχεται η μουσικός Χαρούλα Τσαλπαρά να δράσει σαν ισορροπιστής. Μια φιγούρα διακριτική στην άκρη της σκηνής, φορώντας ένα κόκκινο φόρεμα που θυμίζει δεκαετία του 1930, ταξιδεύει τα δάχτυλά της στα πλήκτρα του ακορντεόν με μια, θαρρείς, ρεμπέτικη μαεστρία. Η δωρική της φωνή αποτελεί “φυσικό” απόγονο της Μαρίκας Νίνου και της Στέλλας Χασκήλ, και φέρει μνήμες της παλιάς Σμύρνης. Η Τσαλπαρά συνοδεύει τους δύο ήρωες σ’ αυτό το δίχως επιστροφή ταξίδι με απλότητα και μινιμαλισμό. 

Μινιμαλιστικό είναι και το τέλος. Ο Γιάννης Κουκουράκης εναποθέτει το ζωντανό-νεκρό σώμα του πάνω σ’ ένα βρώμικο στρώμα, σκεπάζοντας το στέρνο του μ’ ένα κουφάρι κριαριού. Είναι ένας άγιος, ένας άλλος Χριστός που θα αναληφθεί σύντομα στους ουρανούς. 

 

Ο Αντώνης Γκρίτσης, αφημένος πια σε ελεγχόμενη εσωτερική απόγνωση, καλύπτει το κεφάλι του με μια προβιά ζώου, και στέκει πάνω απ’ τον νεκρό. Κι όμως, ίσως αυτό να μην είναι το τέλος της ιστορίας. Ίσως, όπως έλεγε και η γιαγιά μου, «οι νεκροί δεν είναι για να τους κλαίμε, αλλά για να τους ανασταίνουμε». Όσοι από σας χάσατε αυτή την παράσταση, είστε πολύ πιο φτωχοί από ’μας που την ζήσαμε στο πετσί της. Εις το επανιδείν. 

Φωτογραφίες: Πάνος Μιχαήλ

Το επόμενο πόνημα του σκηνοθέτη Γιάννη Σκουρλέτη και της ομάδας του Bijoux de Kant θα “χαριστεί” στο κοινό στην ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ του Ιδρύματος «ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ» στις 27 Απριλίου 2018 (επίσημη πρεμιέρα). Αναμείνατε λοιπόν για το έργο «The Fairy Queen» του Henry Purcell.

 

Archive