ΤΟ BLOG
26/09/2018 12:14 EEST | Updated 26/09/2018 13:38 EEST

Οι ρωσο-ισραηλινές σχέσεις σε επικίνδυνη καμπή

ALEXANDER KOPITAR via Getty Images

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ξαφνικά την απόφασή του να προμηθεύσει εντός λίγων εβδομάδων το καθεστώς Άσαντ στη Συρία με το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας S-300. Το νόημα αυτής ανακοίνωσης της Μόσχας είναι ξεκάθαρο σχετικά με την ευθύνη του Τελ Αβίβ για την πτώση του αεροσκάφους της IL-20, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους 15 Ρώσοι αξιωματικοί. Η απόφαση αυτή έρχεται δύο ημέρες μετά την επίσκεψη του διοικητή της Ισραηλινής Αεροπορίας στη Μόσχα σε μια προσπάθεια του Ισραήλ να εξηγήσει τις αιτίες του συμβάντος. Όμως, αυτή η ισχυρή αντίδραση της Ρωσίας δείχνει ρητά την αποτυχία αυτής της επίσκεψης. Αυτή η επικίνδυνη κλιμάκωση δεν αποτελεί απειλή για το Τελ Αβίβ και μόνο, αλλά θα επηρεάσει άμεσα την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ. Το σύστημα S-300 είναι εξαιρετικά εξελιγμένο και ευρισκόμενο στα χέρια του στρατού του Άσαντ μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε δυτικό και αμερικανικό σχέδιο να χτυπηθεί το Ιράν στο μέλλον. Τί πραγματικά συνέβη ανάμεσα στη Μόσχα και το Τελ Αβίβ και γιατί τα πράγματα έφθασαν σε αυτό το σημείο;

Στις 17 του τρέχοντος μηνός, στην ακτή της Συρίας υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις σχέσεις μεταξύ του Τελ Αβίβ και της Μόσχας. 

Στις 22:00 ώρα Δαμασκού τέσσερα αεροσκάφη F-16 της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας βάσει πληροφοριών και υποστηριζόμενα από πλοίο επιτήρησης ευρισκόμενο σε διεθνή ύδατα ανοικτά των ακτών της Συρίας, εκτόξευσαν οκτώ πυραύλους εναντίον αρκετών στόχων εδάφους στην περιοχή της πόλης Λατάκια. Επίσης, ακούστηκε ήχος εκρήξεων στην περιοχή της πόλης Ταρτούς και δυτικά της πόλης Χομς. Μέσα σε 15 λεπτά τα ισραηλινά αεροσκάφη επέστρεψαν ασφαλή στη βάση τους. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι είχε χάσει επαφή με ένα αεροσκάφος επιτήρησης τύπου IL-20, στο οποίο επέβαιναν 14 Ρώσοι στρατιωτικοί την ίδια ώρα της ισραηλινής επίθεσης. Σύντομα τα στοιχεία που εμφανίστηκαν αποδείκνυαν ότι το ρωσικό αεροσκάφος κατερρίφθη κατά λάθος από τα πυρά τους καθεστώτος Άσαντ. Θα πρέπει να σταθούμε στις λεπτομέρειες αυτού του τεχνικού γεγονότος διότι οι επιπτώσεις του θα μας δώσουν την εικόνα των τρεχουσών σχέσεων Ρωσίας-Ισραήλ.

Με την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία, στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2015, η Μόσχα έθεσε την ικανοποίηση του Ισραήλ ως προτεραιότητα. Δημιούργησε ένα κέντρο επιχειρήσεων για την άμεση συνεργασία μεταξύ της ρωσικής βάσης Χμεϊμίμ στη συριακή ακτή και του Τελ Αβίβ και τον συντονισμό της δράσης των δύο χωρών στη Συρία. Το Ισραήλ έχει τονίσει από την αρχή ότι έχει το δικαίωμα να στοχεύει οποιαδήποτε στρατιωτική απειλή για την εθνική του ασφάλεια, και ήδη, και σύμφωνα με το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας, κατά τη διάρκεια του τελευταίου ενάμιση έτους, η ισραηλινή πολεμική αεροπορία έχει χτυπήσει περισσότερους από 200 στρατιωτικούς στόχους στη Συρία, συμπεριλαμβανομένων σημείων του Άσαντ, των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης της Λιβανέζικης πολιτοφυλακής Χεζμπολάχ και των Ιρακινών πολιτοφυλακών. Περιλαμβάνονται επίσης στρατιωτικές τεχνολογικές εγκαταστάσεις, εργαστήρια ανάπτυξης χημικών όπλων και εγκαταστάσεων αεράμυνας της Συρίας και του Ιράν. Βάσει του συμφωνημένου πρωτοκόλλου για τέτοιου είδους χτυπήματα, το Τελ Αβίβ προειδοποιεί τη Μόσχα 60 λεπτά πριν από κάθε επίθεση, ώστε να μην συμβεί οποιαδήποτε σύγκρουση στον αέρα και να μην τραυματιστούν Ρώσοι στρατιώτες. Όμως, αυτό που συνέβη στις ακτές της Συρίας με το Τελ Αβίβ να προειδοποιεί την Μόσχα μόλις ένα λεπτό πριν την επίθεση έχει περισσότερο πολιτική χροιά.

Η ισραηλινή πλευρά, στο πλαίσιο συμφωνίας με τη Μόσχα, σταμάτησε να στοχεύει τις δυνάμεις του Άσαντ ή τις βάσεις εφοδιασμού τους. Τα αεροπορικά και πυραυλικά χτυπήματα επικεντρώθηκαν σε μια περιοχή που ανήκε στους Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης και σε όπλα που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην πολιτοφυλακή του Λιβάνου Χεζμπολάχ, καθώς ο Άσαντ δεν αποτελεί άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ. Επίσης, το Τελ Αβίβ έδωσε το πράσινο φως στη Μόσχα και τον Άσαντ για τον έλεγχο των επαρχιών Νταράα και Κουνέϊτρα στο νότιο τμήμα της Συρίας και διευκόλυνε την είσοδό τους μέσω των πολιτοφυλακών της συριακής αντιπολίτευσης στην περιοχή που υποστηρίζονται από το Ισραήλ. Αλλά η αποτυχία της ρωσο-ισραηλινής συνεργασίας ως αποτέλεσμα της ανικανότητάς της Μόσχας να ελέγξει το Ιράν στη Συρία και να αποτρέψει την υπογραφή συμφωνίας με τον Άσαντ κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης του Ιρανού Υπουργού Άμυνας στη Δαμασκό που δίνει στο Ιράν την δυνατότητα να κατασκευάσει τρεις στρατιωτικές βάσεις στις πόλεις του Χαλεπίου και της Χομς, οδήγησε τον IDF να επιστρέψει στα απευθείας χτυπήματα σε σημαντικές θέσεις του Άσαντ. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα τις τελευταίες τρεις εβδομάδες από την στόχευση του στρατιωτικού αεροδρομίου Mezzah, του αρχηγείου της ταξιαρχίας Τ4 και άλλων στρατιωτικών βάσεων του καθεστώτος Άσαντ, ενώ ακολούθησε η στόχευση του Διεθνούς Αεροδρομίου της Δαμασκού και οι ακτές της Συρίας.

Είναι βέβαιο ότι η Μόσχα δεν δύναται να επιβάλει την άποψή της στην Τεχεράνη, όπως είναι επίσης βέβαιο ότι δεν είναι σε θέση να εμποδίσει το Τελ Αβίβ να αντιδράσει στην ιρανική επιρροή στη Συρία. Ως εκ τούτου, η Μόσχα βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: είτε να παραμείνει στη μέση αυτής της σύγκρουσης και, όπως συνέβη στις ακτές της Συρίας, να αντιμετωπίσει απώλειες, ή να υποχωρήσει και να διατηρήσει τα κέρδη της πιέζοντας περισσότερο προς μια πολιτική λύση στη Συρία. Η ατμόσφαιρα που επικρατεί στην ανατολική Μεσόγειο με την αυξανόμενη συγκέντρωση δυνάμεων του ΝΑΤΟ δείχνει ότι ο βαθμός σύγκρουσης στην περιοχή μπορεί να πάρει πιο επικίνδυνη τροπή, μεγαλύτερη από τη Συρία. Κάθε λάθος μπορεί να είναι ένας λόγος για ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Τις επόμενες ημέρες θα αποσαφηνιστεί περαιτέρω το μέλλον της συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Τελ Αβίβ.

Ο Νετανιάχου έχει απειλήσει στο παρελθόν ότι θα χτυπήσει το σύστημα S-300 όταν φθάσει στο καθεστώς Άσαντ. Επίσης, το Τελ Αβίβ επιβεβαίωσε ώρες μετά την ανακοίνωση της Μόσχας ότι θα συνεχίσει τα χτυπήματα σε οποιονδήποτε στρατιωτικό στόχο που μπορεί να αποτελέσει άμεση απειλή για την εθνική του ασφάλεια, είτε του Άσαντ, του Ιράν ή της Χεζμπολάχ. Εξάλλου, η Μόσχα έχει εκ των προτέρων γνώση για το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, υπάρχουν δύο τρόποι για να ερμηνευθεί αυτό το βήμα: είτε είναι μια επικοινωνιακή πολιτική κίνηση απευθυνόμενη στο εσωτερικό της Ρωσίας με στόχο να ανακτήσει το γόητρό της μετά την πτώση του αεροσκάφους IL-20 και σε αυτήν την περίπτωση θα μεταφέρει το σύστημα στη Συρία, αλλά θα είναι υπό ρωσική διοίκηση, ή ότι η Μόσχα όντως κινείται προς την κλιμάκωση επιδεικνύοντας την δύναμή της ειδικά μετά την εκτεταμένη συγκέντρωση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή γενικά, πράγμα που σημαίνει ότι οι επόμενες εβδομάδες θα είναι αρκετές για να δείξουν πού θα πάνε τα πράγματα.