CULTURE
30/11/2019 08:11 EET

Προδημοσίευση: «Το Τέρας», Φρανκ Γκολντάμερ (εκδόσεις Κλειδάριθμος)

Μια στυγνή δολοφονία γίνεται αφορμή να αποκαλυφθεί μια μεγάλη συνωμοσία στα συντρίμμια της μεταπολεμικής Δρέσδης.

Fabrizio Bensch / Reuters

Ο πληθυσμός της Δρέσδης υποφέρει από τον πόλεμο που δεν λέει να τελειώσει και από τις στερήσεις. Οι αντιαεροπορικοί συναγερμοί είναι καθημερινή υπόθεση. Ο επιθεωρητής Μαξ Χέλερ -ένας από τους ελάχιστους έμπειρους επιθεωρητές στη ρημαγμένη πόλη- καλείται να δει το πτώμα μιας γυναίκας που έχει κακοποιηθεί φριχτά. 

Η φήμη κυκλοφορεί αμέσως: δράστης είναι το «Τέρας» που κυκλοφορεί τις νύχτες αθόρυβα στα σοκάκια της πόλης. Μέσα στο χάος που επικρατεί τον τελευταίο χειμώνα του πολέμου, ο Χέλερ προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα αλλά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Όταν τον Φεβρουάριο του 1945 η πόλη ισοπεδώνεται από έναν πρωτοφανή βομβαρδισμό, νέα απειλητικά στοιχεία έρχονται στο φως -και ο Χέλερ ξεκινά μια επικίνδυνη αναζήτηση για να ξεσκεπάσει το «Τέρας». 

«Το Τέρας» του Φρανκ  Γκολντάμερ (μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος), το πρώτο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα στα ελληνικά, κυκλοφορεί στις 4 Δεκεμβρίου. 

Η αυστριακή εφημερίδα Wiener Zeitung το χαρακτήρισε «κτηνώδες και σιβυλλικό, συναρπαστικό και πολύ προσωπικό» προσθέτοντας ότι είναι «για σκληραγωγημένους, αλλά και απαιτητικούς λάτρεις των θρίλερ». 

Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας «Το βιβλίο αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα, όχι μόνο επειδή κατάγομαι από τη Δρέσδη. Στη δραματική τελευταία χρονιά του πολέμου, το 1945, ο επιθεωρητής μου, ο Μαξ Χέλερ, καλείται να κάνει τις έρευνες του υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και φτάνει επανειλημμένως στα όρια του, επαγγελματικά και προσωπικά. Γι′ αυτόν ήθελα να μιλήσω, και για μια πόλη και τους κατοίκους της εκείνη την εποχή».

Ο ζωγράφος και συγγραφέας Φρανκ  Γκολντάμερ (γεν. 1975) έγινε γνωστός με την αστυνομική σειρά με ήρωα τον επιθεωρητή Μαξ Χέλερ -μπεστ σέλερ στο Spiegel. Το στοιχείο που διαφοροποιεί τις ιστορίες του  Γκολντάμερ σε σχέση με ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι ότι ο συγγραφέας συνυφαίνει την περιπέτεια του με ιστορικά στοιχεία. 

Το δεύτερο βιβλίο της σειράς κυκλοφορεί ήδη σε Ευρώπη και ΗΠΑ. 

εκδόσεις Κλειδάριθμος
«Το Τέρας»

Η HuffPost Greece προδημοσιεύει απόσπασμα 

«... Και τώρα αυτή η επίθεση στα δυτικά, στις Αρδέννες, και ειδικά αυτές τις μέρες έφτασε με καθυστέρηση ένα γράμμα από τον Έρβιν, στο οποίο τους ανακοίνωνε ότι είχε μετατεθεί στο δυτικό μέτωπο. Το γράμμα ήταν έξι εβδομάδων και, με βάση τις σφραγίδες, καταλάβαινε κανείς την Οδύσσεια που είχε περάσει. Δεν αποτελούσε πλέον αξιόπιστο σημείο ζωής. «Κύριε Χέλερ! Κύριε επιθεωρητά!» Ο Χέλερ κοντοστάθηκε και κοίταξε γύρω του. «Κύριε επιθεωρητά!» Ο Χέλερ είδε από μακριά ένα χέρι να του γνέφει πάνω από δεκάδες κεφάλια. Ήταν ένας τραυματιοφορέας της Βέρμαχτ. «Σας ζήτησαν στο τηλέφωνο. Να επικοινωνήσετε, παρακαλώ, με το αρχηγείο. Τηλεφωνικώς. Αμέσως!» «Έρχομαι.» Ένιωσε ανακούφιση που μπορούσε να φύγει από το μέρος αυτό και βιάστηκε να ακολουθήσει τον άντρα. 

Το τζιπ των τραυματιοφορέων, με τον Χέλερ στη θέση του συνοδηγού, σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία στη γωνία της Χόλμπαϊν-Στράσε με τη Ζίλμπερμαν-Στράσε. Ο Χέλερ κατέβηκε και είδε απέναντί του μαζεμένο ένα μεγάλο πλήθος. Συζητούσαν ψιθυριστά, αλλά σταμάτησαν όταν εκείνος βγήκε από το αυτοκίνητο. «Χάιλ Χίτλερ!» φώναξε ένας αστυνομικός από την είσοδο του κτιρίου και τέντωσε το δεξί χέρι στον αέρα. Το ανήσυχο πλήθος των περίεργων άνοιξε έναν διάδρομο αφήνοντας τον Χέλερ να μπει στο κτίριο, όπου τώρα σήκωσε κι εκείνος το δεξί χέρι, για να ανταποδώσει τον χιτλερικό χαιρετισμό. «Είναι στη σοφίτα!» Ο αστυνομικός έκανε επιτόπου μεταβολή και ανέβηκε τη σκάλα. Φτάνοντας στον δεύτερο όροφο, ο Χέλερ κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει άλλο τον αστυνομικό και αναγκάστηκε να κάνει ένα μικρό διάλειμμα για να ξεκουράσει το δεξί του πόδι. Ο αστυνομικός τον περίμενε αμίλητος στον μεθεπόμενο ημιώροφο κι έπειτα συνέχισε εμφανώς πιο αργά. Τέλος, σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα της σοφίτας. «Με την άδειά σας, θα σας παρακαλούσα να περάσετε εσείς πρώτος, εγώ είδα αρκετά για σήμερα.» «Ο επιθεωρητής είναι;» ακούστηκε από μέσα η φωνή του Όλντενμπους. Ήταν κάπως πνιχτή. «Μάλιστα, ανεβαίνει!» απάντησε ο αστυνομικός. «Περιμένετε, Μαξ, κατεβαίνω!» Ο Χέλερ έκανε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας. Δεν μπορεί να σήμαινε τίποτε καλό όλο αυτό. Και μόνο το γεγονός ότι ο Κλεπ είχε αναγκαστεί να τον καλέσει άρον άρον από το στρατόπεδο, δεν προμηνούσε τίποτε καλό. Ο Όλντενμπους κατέβηκε με ποδοβολητά την ξύλινη σκάλα. «Θέλω πρώτα να σας δείξω κάτι!» είπε και έπιασε τον Χέλερ από το μπράτσο. Ο Χέλερ τράβηξε το χέρι του. «Καταγράψτε τα προσωπικά στοιχεία!» έδωσε εντολή στον αστυνομικό. «Και μην αφήσετε κανέναν να ανέβει, κανέναν!» «Μαξ, ακούστε, ανέβηκαν ήδη όλοι επάνω. Η κυρία Ντάμκε από τον τελευταίο όροφο μάζεψε όλη τη γειτονιά με τις φωνές της. Δεν την παρεξηγούμε όμως! Ελάτε, κύριε επιθεωρητά!» Ο Όλντενμπους έπιασε πάλι τον Χέλερ από το μπράτσο και τον οδήγησε στο διαμέρισμα της κυρίας Ντάμκε. «Δείτε εκεί!» Από την ανοιχτή πόρτα έδειξε στο σαλόνι, όπου στο ταβάνι υπήρχε ένας καφετής λεκές σε μέγεθος πιάτου. Στο κέντρο του κρεμόταν μια βαριά, σκούρα, πηγμένη κηλίδα. «Ξεραμένο αίμα. Δεν έχετε ξαναδεί κάτι τέτοιο!» Ο Όλντενμπους έστρεψε αγανακτισμένος το βλέμμα προς το ταβάνι του δωματίου. «Έχω δει πάρα πολλά, Βέρνερ.» 

«Ναι, ναι, το ξέρω. Ήταν στον πόλεμο όμως. Και αυτό εκεί έχει γίνει από ανθρώπινο χέρι.» «Όλα όσα έχω δει έγιναν από ανθρώπινο χέρι.» «Ήταν όμως συμπτωματικό. Ή μοιραίο. Μπορεί να έσκαγε μια οβίδα σε απόσταση δύο μέτρων από σένα και να γέμιζες λάσπες, ενώ οι άλλοι να σκοτώνονταν. Ο πατέρας μου βρέθηκε μια φορά κάτω από τέσσερις νεκρούς. Έπρεπε να τους πάρουν από πάνω του, μόνος του δεν θα τα κατάφερνε να βγει. Αλλά αυτό εδώ πάνω...» «Ας τα αφήσουμε αυτά, Βέρνερ», είπε αποφασιστικά ο Χέλερ, «πάω να δω!» Και ανέβηκε πάνω. 

Έκανε ζέστη στη σοφίτα. Ο ήλιος έπεφτε όλη μέρα στη στέγη και είχε ζεστάνει τον χώρο σαν θερμοκήπιο. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή και αποπνικτική. Μια γλυκερή μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα, σαν σκουπίδια που είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Ο Χέλερ δεν ήθελε να αναπνέει, τόσο πολύ μύριζε αίμα εκεί μέσα. Ασυναίσθητα έφερε την ανάποδη της παλάμης του μπροστά στη μύτη του και μύρισε τη σκόνη του δρόμου, το σαπούνι με το οποίο η Κάριν έπλενε τα ρούχα του. «Να είστε προετοιμασμένος! Μια γυναίκα είναι πάλι, πολύ νέα... κρίνοντας από το πρόσωπο», εξήγησε ο Όλντενμπους, που ανέβαινε τη σκάλα πίσω από τον Χέλερ. Το πρόσωπο του Χέλερ βυθιζόταν στο μισοσκόταδο, καθώς ανέβαινε ολοένα και πιο αργά τα τελευταία σκαλοπάτια, ώσπου έφτασε επάνω, στη σοφίτα, που ήταν στρωμένη με ξύλινες σανίδες, με σκοινιά για το άπλωμα των ρούχων ανάμεσα στα δοκάρια. Στην αρχή έμοιαζε με κουρτίνα από σκισμένο ύφασμα. Μια σχεδόν μαύρη κουρτίνα, που προφανώς αιωρούνταν  ελεύθερη, ανάμεσα σε δύο ξύλινους στύλους που στήριζαν τον σκελετό της στέγης. Ένας σκοτεινός δράκος με τα φτερά του απλωμένα. «Θεέ και Κύριε!» είπε αυθόρμητα ο Χέλερ όταν συνειδητοποίησε τι έβλεπε. Τα χέρια του θύματος ήταν τεντωμένα στο πλάι, οι καρποί δεμένοι σφιχτά με σκοινιά στερεωμένα στους στύλους, ώστε οι άκρες των ποδιών του θύματος μόλις που άγγιζαν το έδαφος. Από τα πόδια, το αίμα έσταζε στο δάπεδο και πότιζε τις σανίδες. Το κεφάλι του θύματος ήταν γερμένο στον αριστερό ώμο, τα μάτια ορθάνοιχτα, δύο αστραφτερά άσπρα αστέρια στο σκοτεινό σκηνικό. Τα λυτά σκούρα μαλλιά στεφάνωναν το λεκιασμένο της πρόσωπο...»

Sponsored Post