Προβληματισμοί σχετικά με την διδασκαλία των θρησκευτικών

Τί είναι κοινωνικά επωφελές, κάθε αίθουσα σχολείου να γίνει χώρος συνύπαρξης και διαλόγου ή οι θεολογικές αναζητήσεις να γίνονται εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας;
|
,
,
Eurokinissi

Για έναν σημαντικό αριθμό ευρωπαίων πολιτών αλλά και εγκατεστημένων σε ευρωπαϊκά κράτη ανθρώπων το ζήτημα της θρησκευτικής πίστης διαφέρει καταφανώς από την ευρύτερη προσέγγισή του. Στις δυτικές χώρες η απουσία ή η επιλεξιμότητα του μαθήματος των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν επέφερε την πολυπόθητη εκκοσμίκευση ως ενιαία κοινωνική συμπεριφορά˙ ιδιαιτέρως για σημαντικό αριθμό ανθρώπων που προέρχονται από μη χριστιανικές χώρες ή οικογένειες.

Επιγραμματικά και πέραν του θεολογικού περιεχομένου έχει προκύψει ζήτημα διαφορετικής προσέγγισης. Η διάκριση συνίσταται στο κατά πόσο η πίστη είναι δικαίωμα ή καθήκον κι αν αφορά αποκλειστικά την ατομική ή διαχέεται και στη δημόσια σφαίρα. Η νεωτερική παραδοχή –περί δικαιώματος που αφορά αποκλειστικά το άτομο- συνδιαμορφώθηκε στο δυτικό κόσμο μέσω μιας διαδικασίας αιώνων, εκ των πραγμάτων φαίνεται να αμφισβητείται.

Το γεγονός ότι για αρκετούς ανθρώπους οι μεταφυσικές αναζητήσεις και η προσέγγιση του επέκεινα δεν αφορούν και δεν επηρεάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ζωής τους, δεν σημαίνει πως η εν λόγω κοσμοαντίληψη ισχύει ή υιοθετείται καθολικά. Η στρεβλή και εκτός επίσημου μαθησιακού πλαισίου θρησκευτική αναζήτηση, όπως τραυματικά διαπίστωσε η -εμμονική ορισμένες φορές- Δύση, είχε δυσάρεστες κοινωνικές προεκτάσεις και πολιτικές συνέπειες.

Το ερώτημα που ανακύπτει, ως υπαρκτό πολιτικό πρόβλημα και όχι ως ατομική προτίμηση, συνίσταται στο κατά πόσο είναι προτιμότερο οι νέοι να προσεγγίζουν θεολογικά ζητήματα στο ελεγχόμενο και μαθησιακά επαρκές περιβάλλον των εγκύκλιων σπουδών ενός οργανωμένου κράτους ή να υφίστανται μόνο την διδαχή διαφόρων εξω-θεσμικών φορέων ή ατόμων;

Αναφερόμενοι στα καθ’ ημάς η αξίωση εξοβελισμού των θρησκευτικών από το εκπαιδευτικό σύστημα δεν αποτελεί κάτι το καινοφανές. Υπήρχε και συνεχίζει να εμφανίζεται ως επιδίωξη, ως κοινός τόπος ακόμη και ανταγωνιστικών πολιτικών και ιδεολογικών χώρων, θεωρώντας ότι δεν προσφέρει κάτι ωφέλιμο στους/ις μαθητές/τριες, ή/και απάδει από τις δυτικές αξίες.

Την περίοδο όπου η ελληνική κοινωνία αποτελείτο, σχεδόν στο σύνολο της, από ομόδοξους μαθητές, η συγκεκριμένη συζήτηση αφορούσε κυρίως το ζήτημα του περιλάλητου διαχωρισμού Εκκλησίας και κράτους. Συγκαιρινά προστίθεται και η συνύπαρξη ετερόδοξων μαθητών/τριών, ενισχύοντας τις αξιώσεις κατάργησής του.

Στην τωρινή περίσταση η κατάργηση ή η περαιτέρω υποβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών ενδεχομένως να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, από αυτά που φιλοδοξεί να επιλύσει. Στην χώρα μας πλέον διαβιούν άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών και δογμάτων, επομένως η αναγκαιότητα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία ίσως να είναι μεγαλύτερη εν σχέσει με το παρελθόν.

Δεν ξέρω τί είναι προτιμότερο και κοινωνικά επωφελές, κάθε αίθουσα σχολείου να γίνει χώρος συνύπαρξης και διαλόγου μεταξύ νέων διαφορετικών θρησκειών δογμάτων, έστω και μια ώρα εβδομαδιαίως, ή οι θεολογικές τους αναζητήσεις να λαμβάνουν χώρα εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας;

Η μέχρι τώρα πρακτική στις δυτικές κοινωνίες κατέδειξε πως η ανυπαρξία ή κατ’ επιλογή ενασχόληση με θεολογικά ζητήματα στις αρχικές βαθμίδες της εκπαίδευσης δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Για πολλοστή φορά αποδείχθηκε ότι το ιστορικό γίγνεσθαι δεν διαμορφώνεται κατ’ αρέσκεια συγκεκριμένων ιδεοληψιών και πολιτικών προτιμήσεων.

Σήμερα η ποιοτική αναβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών φαίνεται να είναι περισσότερο αναγκαία ως μέσο ανεκτικότητας, κοινωνικής συνοχής και αποτροπής ακραίων συμπεριφορών. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μέσω της εκμάθησης των θρησκευτικών διδάσκεται η μεταφυσική μας παράδοση, αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της συλλογικής μας ταυτότητας.

Εν γένει τα προβλήματα στις δύο πρώτες βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης είναι πολύπλευρα, πολύπλοκα και χρόνια. Το σημαντικότερο εξ αυτών συνίσταται στην «χαλαρή» διάθεση της μαθητιώσας νεολαίας, απότοκο του γενικότερου «ξεχαρβαλώματος» της παιδείας -το οποίο καταχρηστικά προσδιορίζεται ως ανθρωπιστική προσέγγιση- και όχι στην διδασκαλία ή μη των θρησκευτικών.

Ακόμη για όσους αποζητούν εναγωνίως απτές και άμεσες ωφέλειες από την μαθησιακή διαδικασία, η κατάργηση του συγκεκριμένου μαθήματος δεν θα αναβαθμίσει αυθωρεί το προσφερόμενο εκπαιδευτικό έργο, επειδή στη θέση τους θα διδάσκεται κάποιο άλλο. Βέβαια για εκείνους που ανησυχούν για την τυχόν αμφισβήτηση του θύραθεν χαρακτήρα της παιδείας, να τους πληροφορήσουμε ότι (κι) αυτή – δηλαδή η κλασσική παιδεία- βρίσκεται ήδη υπό διωγμό στον δυτικό κόσμο, ακολουθώντας τα κελεύσματα των φωστήρων του disrupttexts.

Εν κατακλείδι, αν η περιβόητη πολυπολιτισμικότητα αποσκοπεί στην λειτουργική ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία ανθρώπων με σαφώς ετερογενή πολιτισμικά και θεολογικά χαρακτηριστικά και δεν συνιστά (ένα ακόμη) ιδεολόγημα με σαφείς πολιτικούς σκοπούς, όσον αφορά τον προσανατολισμό και τη συνοχή του συλλογικού υποκείμενου, τότε η κοινωνική πραγματικότητα συντείνει περισσότερο προς την αναγκαιότητα διδασκαλίας των θρησκευτικών παρά στον εξοστρακισμό ή εκφυλισμό τους._