ΤΟ BLOG
16/12/2018 09:41 EET | Updated 16/12/2018 09:41 EET

Τα Δεκεμβριανά μου

Οι αδέσποτες σφαίρες σκοτώνουν. Οι Αθηναίοι κλισμένοι στα σπίτια τους

Dmitri Kessel via Getty Images

Πάλι τα Δεκεμβριανά. Να σας τα πω εγώ που τα έζησα. Τρεις Δεκέμβρη, το Συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος. Πυροβολισμοί. Κηδεία των θυμάτων. Οι Ελασίτες μπαίνουν στα Αστυνομικά Τμήματα και παίρνουν όπλα. Ο Μίκης πήρε από το Τμήμα του Φαλήρου, όπως μου είπε, για να δώσει μερικά και στον Λόχο Λόρδο Βύρωνα, των Σπουδαστών. Οι πρώτες αψιμαχίες. Ύστερα μάχες. Γενική Απεργία. Ούτε ηλεκτρικό, ούτε ψωμί ούτε τρόφιμα. Μαγαζιά κλειστά. Θα είναι κλειστά για ένα μήνα! Οι αδέσποτες σφαίρες σκοτώνουν. Οι Αθηναίοι κλισμένοι στα σπίτια τους. Δεν βγαίνω. Μένω κοντά στην οικογένειά μου. Είμαι 15 χρονών, μπορεί να με χρειαστεί. 

Οι μάχες πλησιάζουν. Μένουμε στην Κυρίλλου Λουκάρεως, ανάμεσα στις Φυλακές Αβέρωφ και στον Λυκαβηττό. Οι πιο πάνω από μας προσφυγικές πολυκατοικίες αδειάζουν. Το βράδυ χτυπήματα στην πόρτα. Ανοίγουμε, είναι μια φίλη. Μάχες ολόγυρα, μας λέει. Αφήσαμε τα σπίτια μας και φύγαμε. Μπορούμε να μείνουμε εδώ το βράδυ, ρωτάει. Μπορείτε. Είναι σκοτάδι. Περιμέναμε μια οικογένεια. Μπήκαν 72! Στα κρεβάτια ήταν τρεις. Καμιά εικοσαριά στα σκαλιά. Οι υπόλοιποι στο πάτωμα. Ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα, χαλάει ο κόσμος από πυροβολισμούς και εκρήξεις. Τι συμβαίνει; Επίθεση στις Φυλακές Αβέρωφ. Επικεφαλής του τάγματος ο Ρούσος Κούνδουρος. Τι να τις κάνουν τις Φυλακές; Να πάρουν τους δοσιλόγους που είχαν φυλακιστεί προσωρινά; Τον κατοχικό πρωθυπουργό και δυο-τρεις άλλους ένα βρετανικό τανκ πρόλαβε και τους πήρε, την τελευταία στιγμή. 

Έρχεται το πρωί. Ο Κούνδουρος είχε καταλάβει τις φυλακές Αβέρωφ. Γιατί; Πήγα να δω. Άφαντοι όλοι. Μόνο νεκροί χωροφύλακες πάνω στα χαλάσματα που είχαν ανατιναχτεί. Οι 72 πρόσφυγές μας φεύγουν σιγά-σιγά. Αλλά έρχεται ένα αεροπλάνο. Βρετανικό βέβαια, δεν υπήρχαν άλλα. Ύστερα ένα δεύτερο. Και μας βομβαρδίζουν! Όχι τις Φυλακές αλλά τα σπίτια μας!Γιατί; Θα το μάθω αργότερα. Το απέναντι σπίτι που ήταν αγγλόφιλο βομβαρδίστηκε. Το δικό μας πολυβολήθηκε. Τα αθηναϊκά σπίτια είχαν κεραμίδια. Το μόνο μέρος που είχε τσιμέντο για ταβάνι ήταν η τουαλέτα. Ίσως γιατί ήταν πιο πρόσφατη. Εκεί τρέξαμε να κρυφτούμε 4 εμείς και άλλοι 4 από τους πρόσφυγες που είχαν ξεμείνει. 

Ο πατέρας μου αποφάσισε ότι δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Μας πήρε και μας πήγε στο σπίτι του αδελφού του που στην ήταν στην οδό Κασσιανής. Λίγο πιο πάνω. Εκεί ήταν άλλοι Επτά. Θα γίνουμε έντεκα. Φύγαμε έντρομοι, ο καθένας έπαιρνε ότι εύρισκε μπροστά του. Είδα την μητέρα μου να κουβαλάει το τεράστιο ραδιόφωνο!! Να μην καταστραφεί ο θησαυρός του σπιτιού από έναν καινούριο βομβαρδισμό… Ο πατέρας μου κουβάλησε ένα σάκο με πατάτες. Τον είχε πάρει δέκα μέρες νωρίτερα από την UNRRA (τον Oργανισμό Περιθάλψεως του ΟΗΕ) που μοίραζε τρόφιμα. Επί ένα μήνα, στο σπίτι του θείου μου θα τρώμε πατάτες. Κανένα αυγό, τα παιδιά, πότε-πότε. Ευτυχώς τα σπίτια είχαν αυλές και κότες. 

Γλιτώσαμε από τις βόμβες και πέσαμε στις αψιμαχίες του Λυκαβηττού. Ανάμεσα σε δύο πυρά. Από πάνω μας οι Εγγλέζοι -και όχι μόνο- στον Λυκαβηττό, από πίσω μας οι Ελασίτες. Οι σφαίρες σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας. Στον δρόμο κανείς. Βγήκαν κάνα δύο, άγνωστο γιατί, έπεσαν και οι δυο νεκροί από σφαίρες του Λυκαβηττού. Ήμουν στο παράθυρο και τους είδα να πέφτουν. Το σπίτι ήταν γωνία. Ακούμε ξαφνικά χτυπήματα περίεργα στον πίσω τοίχο. Έχει γούστο να βάζουν δυναμίτες για να ανατινάξουν το σπίτι… Τίναζαν συχνά σπίτια για να στήσουν οδοφράγματα. Θα τινάξουν και τα γραφεία του περιοδικού μας, την Διάπλαση, και θα γίνουμε έξω φρενών. Ο Πατρίκιος, ο Γκούφας κι΄εγώ. Τα χτυπήματα στον τοίχο όλο και πιο δυνατά. Και πώς να βγεις έξω να τους ειδοποιήσεις; Ότι εδώ μέσα μένει κόσμος. Βλέπουμε να ανοίγει μια τρύπα, σκάβε-σκάβε, ώσπου να χωράει να περνάει ένας Ελασίτες! Και να μπαίνει στο διαμέρισμα. Τι ήθελαν; Επειδή ο δρόμος ήταν επικίνδυνος ήθελαν να ανοίξουν εσωτερικές τρύπες, από το ένα σπίτι στο άλλο, έτσι ώστε να φτάσουν σ΄αυτό που ήταν φάτσα στον Λυκαβηττό! Για να πυροβολούν από κοντά του Άγγλους (και όχι μόνο)! Και αρχίζει μια μεγαλύτερη μάχη. Οι Ελασίτες πηγαινοέρχονταν, περνώντας μέσα από τα σπίτια μας. Από τον κάτω δρόμο στον πιο πάνω. Από το ένα σπίτι στο άλλο. Από τρύπα σε τρύπα! Εκεί που τρώγαμε τις πατάτες, οι ένοπλοι μπαίναν από την τρύπα, περνούσαν στην τραπεζαρία, έκαναν τον γύρο του τραπεζιού, χαμογελούσαν στην γιαγιά μου, περνούσαν μέσα από την κουζίνα, έβγαιναν στην αυλή, ανέβαιναν μια σκάλα, περνούσαν μέσα από την τρύπα του διπλανού σπιτιού και χάνονταν. Πήγαιναν να χτυπήσουν τον Λυκαβηττό. Από το τελευταίο σπίτι της οδού Κασσιανής. Επί μέρες περνούσαν, τους είχαμε συνηθίσει πια. Σαν να ήταν μέλη της οικογένειας. Οι στρατηγικές αυτές τρύπες δεν ήταν καινούρια εφεύρεση. Το είχαν κάνει και οι Αθηναίοι στα σπίτια των Θηβαίων όταν μπήκαν στην πόλη, στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. 

Οι πατάτες τελείωναν, τι θα γίνουμε; Μερικές εκατοντάδες παιδιά πέθαναν από την πείνα, μάθαμε αργότερα. Η μητέρα μου δεν άντεξε, θα πάω να βρω κάτι να φάμε, είπε. Και βγήκε από την τρύπα των Ελασιτών, για να μην την πάρει καμιά σφαίρα της οδού Κασσιανής. Πώς θα διασχίσει όλο το δρόμο μέχρι το Κολωνάκι, μέσα από τις μάχες και τους σκοτωμούς; Σε πέντε ώρες εμφανίστηκε μέσα από την τρύπα. Με δύο σάκους Κολωνακιώτικα τρόφιμα! 

Ένα μήνα χωρίς εφημερίδα, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς επικοινωνία, δεν είχαμε ιδέα τι γινόταν στον έξω κόσμο. Πού πήγαινε αυτός ο πόλεμος. Τι μας περίμενε ακόμα. Ποιος νικούσε επιτέλους. Να δουλέψει και το ραδιόφωνο. Ακόμα και στην Κατοχή ακούγαμε Λονδίνο… Πότε θα ανοίξουν επιτέλους οι φούρνοι και τα μπακάλικα. Ή να πιάσουμε ουρά για τα συσσίτια. Να μάθουμε ποιος ζει ακόμα και ποιος σκοτώθηκε. Χιλιάδες οι νεκροί, θα το μάθουμε κάποτε. Όταν, ξαφνικά, μια μέρα σταμάτησαν οι θόρυβοι, ο σφαίρες, οι όλμοι, τα αεροπλάνα και οι βομβαρδισμοί. Οι Ελασίτες εγκατέλειψαν την Αθήνα. Και άρχισαν οι αντεκδικήσεις. Δεν άργησαν να εμφανιστούν Εγγλέζοι στην πόρτα. Είδαν τους ηλικιωμένους, εμένα με κοντά παντελόνια, άκουσαν τον πατέρα μου κατάπληκτοι που κάποιος ήξερε αγγλικά - και αποσύρθηκαν. Δεν θα μας μεταφέρουν στην Ελ Ντάμπα! Στο στρατόπεδο αιχμαλώτων στην έρημο. Μαζί με άλλους δέκα χιλιάδες Αθηναίους. 

Θα σταθώ εδώ γιατί η συνέχεια είναι περίπλοκη. Θα σας πω μόνο γιατί μας βομβαρδίσανε τα εγγλέζικα αεροπλάνα. Πέρασαν δυο μήνες και σκεφτήκαμε, με τον φίλο μου τον Ιάσωνα, να μάθουμε Ζίου-ζίτσου μήπως και το χρειαστούμε σε κανένα απρόσμενο επεισόδιο. Ένας Εγγλέζος που παρέμεινε στην Ελλάδα δίδασκε Ζίου ζίτσου στον Πανελλήνιο Σύλλογο, στο Πεδίο του Άρεως. Και γραφτήκαμε. Γίναμε φίλοι με τον Βάος - έτσι τον λέγανε - που ήξερε λίγα ελληνικά. Μια μέρα με ρωτάει πώς πέρασα στα Δεκεμβριανά, Άστα, του λέω, το χειρότερο ήταν που μας βομβαρδίσανε τα αεροπλάνα σας! ”Πού μένεις;”, με ρωτάει. Δίπλα στις Φυλακές Αβέρωφ, του λέω. ″Συγνώμη, αλλά εγώ φταίω”,μου λέει! Ήμουν στις πληροφορίες. Όταν πήραν τις Φυλακές, μ′ έντυσαν Ελασίτη και ανέβηκα με μοτοσυκλέτα μέχρι τις Φυλακές. Δεν είδα κανέναν εκεί και τους είπα ότι θα είναι κρυμμένοι στα γύρω σπίτια! Πού να ξέρω ότι έμενες εκεί…