Τα θεσμικά κενά της προστασίας του απορρήτου στην ελληνική έννομη τάξη

Και οι σκιώδεις όψεις της πολιτικής επικαιρότητας.
Busà Photography via Getty Images

Η προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων έχει αναχθεί πολλές φορές στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης σε μείζον θεσμικό και πολιτικό ζήτημα προκαλώντας ισχυρές δονήσεις και ρωγμές αναφορικά με την κανονιστική ποιότητα του άρθρου 19 του Συντάγματος, επί τη βάσει του οποίου κατοχυρώνεται η προστασία της κάθε μορφής επικοινωνίας σε οικειότητα, όπως επίσης και για την κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων στη χώρα μας.

Παρά τις διευρυμένες προστατευτικές εγγυήσεις για την προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων, η προσφάτως κατατεθείσα μηνυτήρια αναφορά από τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ / ΚΙΝΑΛ στον Άρειο Πάγο κ. Ν. Ανδρουλάκη σχετικά με την παρακολούθηση του κινητού του τηλεφώνου, καθώς και η παρακολούθηση του Δημοσιογράφου Θ. Κουκάκη φέρνουν στην επιφάνεια με τρόπο οξύ την κανονιστική έκταση της προστασίας του απορρήτου, τα ζητήματα της άρσης του απορρήτου και τον ρόλο της ανεξάρτητης αρχής της διασφάλισης του απορρήτου υπό το φως των διαρκών τεχνολογικών προκλήσεων και απειλών για την ουσιαστική εγγύηση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την προστασία του απορρήτου για κάθε μέσο επικοινωνίας, εφόσον το εν λόγω μέσο είναι εγγενώς πρόσφορο για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας σε οικειότητα. Σε πανομοιότυπο μήκος κύματος κινούνται και οι προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Η συγκεκριμένη προστασία καταλαμβάνει τόσο το προγενέστερο όσο και το μεταγενέστερο στάδιο της επικοινωνίας, πέρα από το στάδιο της per se πραγματοποίησης αυτής. Το απόρρητο της επικοινωνίας υπονομεύεται σε όλες εκείνες τις μορφές παρακολούθησης, ελέγχου και καταγραφής της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, σε όλες τις περιπτώσεις λογοκρισίας ή εν γένει παρακώλυσης της επικοινωνίας, καθώς και σε περιπτώσεις χρήσης αποδεικτικών μέσων, η κτήση των οποίων έλαβε χώρα κατά παράβαση των συνταγματικών εγγυήσεων του απορρήτου από δικαστικές αρχές.

Ακολούθως, στους φορείς του δικαιώματος της προστασίας του απορρήτου των ανταποκρίσεων εντάσσονται όλα τα φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, οι δε αποδέκτες της ισχύος του δικαιώματος εντοπίζονται τόσο στο πρόσωπο της κρατικής εξουσίας όσο και στο πρόσωπο των ιδιωτών, στον βαθμό που οι δεύτεροι δια της συμβολής της τεχνολογίας και των διαρκώς εξελισσόμενων μορφών επικοινωνίας μπορούν να αποτελέσουν απειλή στον απόρρητο και απόλυτα απαραβίαστο χαρακτήρα της επικοινωνίας των κοινωνών του δικαίου.

Εντούτοις, η προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων, σύμφωνα με το εδ. β’ του άρθρου 19 της παρ. 1 του Συντάγματος αίρεται «για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».

Πρόκειται για δύο περιπτώσεις οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο εξαιρετικά συσταλτικό, ιδίως δε πρέπει να θεωρηθεί ότι οι λόγοι εθνικής ασφάλειας σχετίζονται με όλους εκείνους τους εξωτερικούς κινδύνους που μπορούν να απειλήσουν την υπόσταση της χώρας, ενώ η έννοια των ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων πρέπει να ερμηνευθεί με ακόμη πιο συσταλτικό τρόπο από εκείνη του κακουργήματος.

Μάλιστα, ο Ν. 2225/1994 στο άρθρο 4 παρ. 1 επιτρέπει την άρση της προστασίας του απορρήτου, και ως εκ τούτου την διενέργεια υποκλοπών για περιοριστικά και ex lege καθοριζόμενα κακουργήματα, αν και ο κατάλογος των συγκεκριμένων εγκλημάτων έχει διευρυνθεί δυσανάλογα τα τελευταία έτη συγκριτικά με το αίτημα της εξαιρετικά διασταλτικής ερμηνείας αυτών.

Ειδικότερα, το γεγονός ότι «η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων» συνεπάγεται σε επίπεδο θεσμικών εγγυήσεων ότι η άρση του απορρήτου λαμβάνει χώρα έπειτα από προηγούμενη εντολή αρμόδιου δικαστικού λειτουργού, ενώ ο οικείος νόμος οφείλει να προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια τα κριτήρια που θα συνεκτιμήσει η δικαστική αρχή αναφορικά με την λήψη της σχετικής απόφασης, την οικεία διαδικασία, όπως επίσης και τα χρονικά όρια της εν λόγω άρσης, διότι σε άλλη περίπτωση αν και μπορεί να γίνει λόγος για μια διαδικασία με νομότυπα χαρακτηριστικά, εντούτοις η ίδια διαδικασία είναι πολύ πιθανό να πάσχει σε επίπεδο νομιμοποίησης.

Η παρ. 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, απότοκο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001, οδήγησε στην ίδρυση της «Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών» (ΑΔΑΕ), το έργο της οποίας εντοπίζεται στον προληπτικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιακών φορέων, καθώς και στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων, σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών.

Ο οργανικός Νόμος 3115/2003, σύμφωνα με τον οποίο συστάθηκε η ΑΔΑΕ, συγκροτεί ταυτόχρονα και ένα θεσμικό κεκτημένο, υπό την έννοια ότι η απομείωση των αρμοδιοτήτων της αρχής με μεταγενέστερο νόμο πέρα από το ελάχιστο όριο που θέτει η παρ. 2, προσκρούει συλλήβδην στο άρθρο 19 του Συντάγματος.

Σήμερα, ενόψει των εξελίξεων της πολιτικής επικαιρότητας, μεγάλο μέρος της θεωρίας αμφισβητεί την συνταγματικότητα του άρθρου 3 του Ν. 2225/1994, στον βαθμό που εκεί ορίζεται μόνο η υποβολή αίτησης από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) προς τον Εισαγγελέα Εφετών για λόγους αναγόμενους στην εθνική ασφάλεια και την συνακόλουθη έκδοση οικείας διάταξης του τελευταίου.

Η διάταξη του Εισαγγελέα εκδίδεται εντός 24 ωρών, χωρίς πολλές φορές να προσδιορίζεται η έκταση και το χρονικό όριο της άρσης, ενώ το γεγονός ότι λίαν προσφάτως απαλείφθηκε η υποχρέωση της εκ των υστέρων υποχρέωσης ενημέρωσης των θιγόμενων από την αρμόδια αρχή πολιτών, προκειμένου να αξιώσουν αποζημίωση τις φορές που η υποκλοπή προσλαμβάνει αδικαιολόγητα χαρακτηριστικά, θέτει εκποδών –ένεκα του πέπλου άγνοιας που ενυπάρχει– τις εγγυήσεις της αρχής της αναλογικότητας, οι οποίες διαπερνούν συνολικά το νομικό οπλοστάσιο της έννομης τάξης και δοκιμάζουν την στιβαρότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Το διάγγελμα του πρωθυπουργού αντί να δημιουργήσει τους κατάλληλους όρους για την αποσυμπίεση της κρίσης που επωάζεται εδώ και ημέρες και λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για τον θεσμικό ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών, είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία σύγχυσης ως προς την αξία των διαδικαστικών εγγυήσεων και της εννοιολόγησης της νομιμότητας σε ένα κράτος δικαίου.

Οι προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου αναμφίβολα ποικίλουν και το αίτημα της αποτελεσματικής δράσης των συγκεκριμένων υπηρεσιών, παρόλο που τελεί σε καθεστώς αέναης κίνησης, δεν μπορεί στο όνομα της αναιτιολόγητης πολλές φορές «εθνικής ασφάλειας» και των διαρκώς αυξανόμενων εισαγγελικών διατάξεων άρσης του απορρήτου (σύμφωνα με τις ενιαύσιες εκθέσεις τις ΑΔΑΕ) να επιτρέπει περιθώρια για καταστρατηγήσεις, αφήνοντας υπόνοιες στοιχειοθέτησης κατάχρησης εξουσίας σε βάρος πολιτικών αντιπάλων και δυσάρεστων δημοσιογραφικών φωνών και υπονομεύοντας σε τελική ανάλυση την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η Πολιτεία έχει μόνο μια διαδρομή μπροστά της: εκείνη που υπακούει στα κελεύσματα της θεσμικής υπευθυνότητας. Όπως σημειώνει και ο Καθηγητής Αλιβιζάτος, «μόνο έτσι θα πείσει ότι εννοεί όλα όσα λέει».