Θαλάσσια ρεύματα: Ο πραγματικός κίνδυνος και πως θα τον αντιμετωπίσουμε

Ο Αντώνης Τζομπανάκης στέλεχος της 3ης ΕΜΑΚ απαντά σε έξι ερωτήσεις της Huffpost.
Στιγμιότυπο από άσκηση των ΕΜΑΚ
Στιγμιότυπο από άσκηση των ΕΜΑΚ
Αντώνης Τζομπανάκης

Τα θαλάσσια ρεύματα είναι μία από τις λιγότερο γνωστές παγίδες των ελληνικών θαλασσών, που θεωρούνται διεθνώς απόλυτα ασφαλείς - και είναι, στο μέτρο που τηρούμε στοιχειώδεις κανόνες αυτοπροστασίας.

Ζητήσαμε από τον Αντώνη Τζομπανάκη, έμπειρο στέλεχος της 3ης ΕΜΑΚ (Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών), να μοιραστεί μαζί μας ορισμένες βασικές γνώσεις και οδηγίες πρόληψης. Ο ίδιος και η ομάδα του έχουν βρεθεί πολλές φορές στην ανάγκη να παλέψουν με κύματα, ή άλλα φυσικά φαινόμενα, προκειμένου να σώσουν ανθρώπους υπό αντίξοες συνθήκες.

Ωστόσο, τονίζει ότι εάν τηρούμε μερικούς βασικούς κανόνες σε σχέση με την ασφάλειά μας, τότε τα δύσκολα περιστατικά θα είναι λιγότερα και οι απώλειες ασφαλώς λιγότερες.

Το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου βρίσκει κάθε χρόνο τους Έλληνες στις παραλίες. Είναι συνυφασμένο με την ανάγκη των κατοίκων - κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων - να «αποδράσουν», καθώς το καλοκαίρι θα μείνει πίσω μας σύντομα. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας και αυτό το γεγονός δημιουργεί μία ιδιαίτερη διάθεση.

Δυστυχώς, πολλές φορές στο παρελθόν αυτή η εορταστική ατμόσφαιρα σκιάστηκε από τραγικά συμβάντα, με ανθρώπους να χάνονται μέσα στο κατακαλόκαιρο, αιφνιδιασμένοι ή απροετοίμαστοι να διαχειριστούν δυσκολίες ή ακόμα και παγίδες, που πάντοτε κρύβει το νερό - τόσο η θάλασσα όσο και οι λίμνες ή τα ποτάμια, όπου χιλιάδες λουόμενοι σπεύδουν για να δροσιστούν και να διασκεδάσουν.

Ακούγοντας ή/και διαβάζοντας προσεκτικά τις απαντήσεις του Αντώνη Τζομπανάκη, μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι στον εαυτό μας, αλλά και στους ανθρώπους γύρω μας.

1. Υπάρχουν ισχυρά ρεύματα στις ελληνικές θάλασσες; Σε ποιες περιοχές τα συναντάμε και πόσο ισχυρά μπορει να είναι;

Στην Ελλάδα έχουμε θάλασσες με πολύ μεγάλη ποικιλία ως προς την μορφολογία, τον προσανατολισμό και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις που έχουν προηγηθει, αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να συναντήσουμε παραλίες με μια σχετική ηρεμία καθόλη τη διάρκεια του χρόνου αλλά και παραλίες πολύ επικίνδυνες με ισχυρά ρεύματα. Τα θαλάσσια ρεύματα κάθε χρόνο αλλάζουν, ωστόσο υπάρχουν σημεία με σταθερή επικινδυνότητα. Οι παραλίες με βόρειο προσανατολισμό έχουν μια μεγαλύτερη προδιάθεση για εμφάνιση ρευμάτων σε σχέση με αυτές που έχουν νότιο προσανατολισμό, λόγω των ανέμων που υπάρχουν στην Ελλάδα, όπως τα αυγουστιατικα μελτέμια. Η κάθε παραλία έχει δική της μορφολογία, όπως και ο βυθός, αλλά και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την κίνηση του νερού ανεξάρτητα απο το γεωγραφικό της σημείο.

“Το μήκος τους συνήθως δεν ξεπερνά τα 50 περίπου μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι εάν ένα άτομο παρασυρθεί, μπορεί να αφεθεί και να βρεί έξοδο απο άλλο σημείο της θάλασσας.”

2. Ένα ρεύμα έχει πάντοτε σταθερή κατεύθυνση, για παράδειγμα απο την ακτή προς τα βαθιά και αντίστροφα; Πόσο μακρυά μπορεί να παρασυρθεί ένας ανυποψίαστος κολυμβητής;

Τα ρεύματα στις ελληνικές θάλασσες συνήθως έχουν κατεύθυνση αντίθετη απο αυτή των κυμάτων, δηλαδή απο την ακτή προς τα βαθιά. Σε κάποιες παραλίες σημειώνονται και ρεύματα τα οποία οδηγούν προς ένα μόνο σημείο, σα να λέγαμε ότι πέφτουν σε μια τρύπα. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με τη μορφολογία του βυθού, ή άλλες ανθρώπινες κατασκευές όπως οι λιμενοβραχίονες. Η τοποθεσία των ρευμάτων, η κατεύθυνση και ο βαθμός δυσκολίας τους αλλάζει κυρίως κατα τη χειμερινή περίοδο και μένουν σταθερά κατα τη διάρκεια του καλοκαιριού ανάλογα φυσικά και με τις καιρικές συνθήκες δηλαδή κάθε χρόνο συναντάμε πρακτικά και διαφορετική παραλία. Το μήκος τους συνήθως δε ξεπερνά τα 50 περίπου μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι εάν ένα άτομο παρασυρθεί, μπορεί να αφεθεί και να βρεί έξοδο απο άλλο σημείο της θάλασσας. Υπάρχουν βέβαια και ρεύματα όπως αναφέραμε προηγουμένως τα οποία εγκλωβίζουν σε συγκεκριμένα σημεία του, και είναι εξαιρετικά δύσκολο για κάποιον ο οποίος δεν έχει την ψυχραιμία, τις γνώσεις και τη φυσική κατάσταση να αποδράσει. Περιστατικά τα οποία ακούμε συνήθως με κολυμβητές να εχουν παρασυρθεί αρκετά μίλια απο την ακτή, οφείλονται στον ισχυρό κυματισμό σε συνδυασμό πολλές φορές με κάποιο φουσκωτό στρώμα και όχι σε ρεύματα.

“Κοιτάζουμε να είμαστε ψύχραιμοι, να εξοικονομήσουμε ενέργεια και να δράσουμε έξυπνα και όχι να σπαταλήσουμε τις δυνάμεις μας κολυμπώντας αντίθετα στο ρεύμα και φωνάζοντας για βοήθεια.”

3. Υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος τρόπος αντίδρασης απο την ώρα που θα αντιληφθούμε οτι μας παρασύρει ένα θαλάσσιο ρέυμα, και ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος;

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η κόπωση η οποία οδηγεί είτε στην εισροή νερού είτε στην αυτόματη αντίδραση του οργανισμού να αποφράξει το ανώτερο αναπνευστικό ως προστασία και τελικά στην μερική βύθιση και στον πνιγμό. Για τον λόγο αυτό κοιτάζουμε να είμαστε ψύχραιμοι, να εξοικονομήσουμε ενέργεια και να δράσουμε έξυπνα και όχι να σπαταλήσουμε τις δυνάμεις μας κολυμπώντας αντίθετα στο ρεύμα και φωνάζοντας για βοήθεια. Τις περισσότερες φορές όταν ένα ρεύμα είναι ενεργό, συνεπάγεται ότι θα υπάρχουν ισχυροί άνεμοι, με αποτέλεσμα η φωνή να μην φτάνει στην ακτή. Είναι προτιμότερο κάποιος να κάνει πολλά συνεχόμενα σινιάλα με τα χέρια που ειναι πολύ εύκολο να εντοπιστεί απο τους ναυαγοσώστες ή τους παρευρισκόμενους. Έαν αναφερόμαστε σε ρεύμα που απλά παρασύρει τον λουόμενο στα βαθιά, μπορεί να ακολουθήσει το ρεύμα μέχρι το σημείο στο οποίο το ρεύμα γίνεται αδύναμο και να βρεί έξοδο απο άλλο σημείο της παραλίας. Εάν ο κολυμβητής έχει καλή φυσική κατάσταση μπορεί να κολυμπήσει δυναμικά με κατεύθυνση 45 μοίρες, διαγώνια δηλαδή προς την ακτή. Αναφορικά με τα ρεύματα τα οποία έχουν σημείο εγκλωβισμού ο κολυμβητής πρέπει να παρατηρήσει τον κύκλο του ρεύματος, ανα ποιο χρονικό διάστημα δηλαδή η θάλασσα ηρεμεί, και να βρεί τον καταλληλότερο χρόνο για να κολυμπήσει. Είναι πολύ σημαντική η εξοικονόμηση ενερέργειας, οπότε προτιμάμε να κολυμπάμε μαζί με τα κύματα και να ξεκουραζόμαστε όταν η θάλασσα μας πάει αντίθετα.

Στιγμιότυπο από άσκηση διάσωσης των ΕΜΑΚ.
Στιγμιότυπο από άσκηση διάσωσης των ΕΜΑΚ.
Αντώνης Τζομπανάκης

4. Πως μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον που βλέπουμε να φωνάζει ζητώντας βοήθεια, ή αν διαπιστώσουμε οτι παρασύρεται απο ένα θαλάσσιο ρέυμα;

Το μεγαλύτερο ίσως λάθος που μπορούμε να κάνουμε όταν βλέπουμε κάποιον να κινδυνεύει είναι να μπούμε στο νερό χωρίς να ειδοποιήσουμε κάποιον άλλο στην ακτή. Ειδικά αν υπάρχει ναυγοσώστης προτιμάμε να ειδοποιήσουμε αυτόν ακόμα και αν βρίσκεται σε μακρινή απόσταση. Ένα σύνηθες φαινόμενο είναι όταν άτομα προσπαθούν να βοηθήσουν μπαίνοντας στο νερό, με αποτέλεσμα τα θύματα να πολλαπλασιάζονται και να δυσχεραίνεται το έργο των ναυαγοσωστών. Σε κάθε ναυαγοσωστικό πύργο υπάρχουν τηλέφωνα επικοινωνίας του Λιμενικού Σώματος (Τριψήφιο 108) και του επικεφαλής των ναυαγοσωστών της περιοχής οι οποίοι θα δώσουν οδηγίες ως προς το περιστατικό. Εναλλακτικά, εάν δεν υπάρχει ναυαγοσώστης, μπορούμε να ειδοποιήσουμε τους εργαζόμενους σε κέντρα water sport ή άλλους ιδιώτες της περιοχής, οι οποίοι έχουν μηχανοκίνητα μέσα όπως σκάφη και jet ski και μπορεί να επιχειρήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια σε σχέση με έναν απλό κολυμβητή. Φωνάζοντας βοήθεια δυνατά στην παραλία επίσης, είναι πολύ πιθανό να βρεθεί ένας επαγγελματίας διασώστης ή ναυαγοσώστης εκτός υπηρεσίας και να βοηθήσει. Σαν ύστατη λύση είναι να επιχειρήσουμε οι ίδιοι, προτιμώντας την επέμβαση απο την ακτή, κατά προτίμηση ρίχνοντας σχοινιά και σωσίβια. Οι ικανότητες του ατόμου που θα επιχερήσει διάσωση πρέπει να συνεκτιμώνται εννοείται με τον βαθμό δυσκολίας του ρεύματος και πάντα πρέπει να δρα με γνώμονα, ότι η ασφάλεια του διασώστη είναι πιο σημαντική από την ασφάλεια του θύματος, ουτως ώστε ο διασώστης να μην γίνει και αυτός θύμα.

“Στην περίπτωση μιας απομακρυσμένης παραλίας το σοφότερο είναι να συμβουλευτούμε τους μόνιμους κάτοικους της περιοχής μιας και πιθανότατα γνωρίζουν τα επικίνδυνα σημεία”

5. Εαν ένας λουόμενος κινδυνεύει κοντά στην ακτή, χρειαζόμαστε ειδικές γνώσεις ή υπάρχει τρόπος να τον βοηθήσουμε χωρίς να κινδυνεύσουμε εμείς οι ίδιοι;

Η παγίδα με τα ορμητικά νερά βρίσκεται στο γεγονός ότι μπορούν να παρασύρουν ακόμα και κάποιον ο οποίος μπορεί να πατήσει κάτω και το νερό να είναι στο ύψος της μέσης ή και χαμηλότερα, οπότε το να μπει κάποιος στο νερό για να ρυμουλκήσει ένα θύμα είναι ο τελευταίος τρόπος επέμβασης. Σκεφτείτε οτι οι ναυαγοσώστες χρειάζονται μήνες μέχρι να εξοικειωθούν με την παραλία, έχουν περάσει ειδική εκπαίδευση, έχουν τα μέσα αλλά και στις περισσότερες περιπτώσεις και ενισχύσεις απο τους εκατέρωθεν πυργους. Ακόμη και τότε υπαρχει κίνδυνος, πόσω μάλλον για έναν απλό κολυμβητή. Οι προτιμώμενοι τρόποι επεμβασης είναι αυτοί που αναφέραμε προηγουμένως, απο εκεί και πέρα το βάρος πέφτει στην ηθική και στη συνείδηση του καθένα. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος και σε καμία περίπτωση δεν προτρέπουμε άτομα που δεν είναι εξειδικευμένα να μπουν στο νερό.

Από άσκηση διάσωσης των ΕΜΑΚ.
Από άσκηση διάσωσης των ΕΜΑΚ.
Αντώνης Τζομπανάκης

6. Είναι απαγορευτικό να κολυμπάμε σε ακτές όπου δεν υπάρχει ναυαγοσώστης και ποια είναι η βασικότερη συμβουλή που θα δίνατε σε αυτη τη συνήθη κατάσταση;

Σαφώς δε θα μπορούσαμε να απαγορεύσουμε σε κάποιον να κολυμπήσει σε παραλία η οποία δεν διαθέτει ναυαγοσώστη. Σημειωτέον, ότι ακόμα και οι παραλίες με ναυαγοσώστη μένουν χωρίς εποπτεία όταν λήξει το ωραριο της βάρδιας. Στην περίπτωση μιας απομακρυσμένης παραλίας το σοφότερο είναι να συμβουλευτούμε τους μόνιμους κάτοικους της περιοχής μιας και πιθανότατα γνωρίζουν τα επικίνδυνα σημεία, αλλά μπορούν εμπειρικά να εκτιμήσουν και τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες, οπότε να μας υποδείξουν τα ασφαλή σημεία. Παρατηρώντας τη θάλασσα για κάποια λεπτά θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε κάποια ρεύματα ψάχνοντας για σημεία που το νερό κινείται παράδοξα και ανεξάρτητα απο τα κύματα, και αφρίζει έντονα Όλα αυτά βέβαια πρέπει να συνεκτιμούνται με την κατάσταση του λουόμενου όπως η ηλικία, η φυσική κατάσταση, τυχόν προβλήματα υγείας ή η προηγηθείσα για παράδειγμα κατανάλωση αλκοόλ.

Πήγαινε στην αρχική σελίδα