ΤΟ BLOG
06/07/2018 15:26 EEST | Updated 06/07/2018 15:26 EEST

The real and so very right Barry White!

Με αφορμή τη συλλογή «The Complete 20th Century Singles (1973 - 1979)»

Archive

Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’50 ο Barry White (γεννήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 και το αληθινό του ονοματεπώνυμο ήταν Barry Eugene Carter) ήταν ένα μαύρο παιδί από τα γκέτο του Λος Αντζέλες όπως τόσα άλλα αν εξαιρέσει κανείς δύο γεγονότα.Το πρώτοήταν ότι η αγάπη του για την κλασική μουσική (που ανέπτυξε ακούγοντας την μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής ανάλογη δισκοθήκη της μητέρας του) τον έκανε να δοκιμάσει να παίξει πιάνο στο οποίο, αν και εντελώς αυτοδίδακτος, αποδείχθηκε ότι ήταν έμφυτο ταλέντο καθώς πολύ σύντομα έπαιζε ικανοποιητικότατα σχεδόν οτιδήποτε άκουγε και του άρεσε. Το δεύτερο ήταν ότι στα δέκα τέσσερα η φωνή του έγινε ξαφνικά πολύ βαθύτερη, πολύ περισσότερο από όσο συμβαίνει σε όλα τα αγόρια σε αυτή την ηλικία, αποκτώντας έτσι το βαρύτονο ηχόχρωμα και έκταση που θα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους θα γινόταν διάσημος στη συνέχεια.

Η ενασχόληση του όμως με την μουσική δεν τον γλίτωσε από τα μικροαδικήματα στα οποία σχεδόν αναγκαστικά κατέφευγε κάθε παιδί των μαύρων γκέτο τότε για να επιβιώσει με αποτέλεσμα όταν ήταν δέκα έξι ετών (και ήδη πατέρας δύο παιδιών από την μετέπειτα πρώτη σύζυγο του, αξίζει να σημειωθεί!) να καταδικαστεί σε τέσσερις μήνες φυλάκιση για κλοπή λαστίχων αυτοκινήτου. Υπό μιαν έννοια όμως η φυλακή ήταν και η σωτηρία του καθώς εκεί άκουσε για πρώτη φορά το «It’s Now Or Never» του Elvis Presley, το γεγονός που, κατά δήλωση του ιδίου, άλλαξε την πορεία της ζωής του.

Βγαίνοντας από την φυλακή είχε ήδη αποφασίσει ότι θα γινόταν επαγγελματίας μουσικός και αυτό συνέβη, για μεγάλο διάστημα εργάστηκε ως session πιανίστας σε πολλές ηχογραφήσεις μαθητεύοντας ταυτόχρονα στα μυστικά της ενορχήστρωσης αλλά και της παραγωγής. Έτσι στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ήταν σε θέση να γίνει πλέον ο ίδιος παραγωγός ξεκινώντας με ένα γυναικείο φωνητικό τρίο που ήταν προσωπική ανακάλυψη του, τις Love Unlimited τις οποίες αποτελούσαν δύο αδελφές και η ξαδέλφη τους (η μία από τις πρώτες και βασική τραγουδίστρια, η Glodean James, σύντομα έγινε και η δεύτερη και τελευταία σύζυγος του). 

Οι επιτυχίες τους που ξεκίνησαν το ’72 τον βοήθησαν να εξασφαλίσει ένα δισκογραφικό συμβόλαιο και για τον εαυτό του και το πρώτο που έκανε μόλις το κατόρθωσε ήταν να σχηματίσει την Love Unlimited Orchestra, μιαν αληθινή τεσσαρακονταμελή (!) ορχήστρα εγχόρδων, πνευστών και κρουστών η οποία μέχρι το ’83 που ουσιαστικά την διέλυσε έπαιζε υπό την διεύθυνση του σε όλες τις παραγωγές και τις ζωντανές εμφάνισες του ενώ παράλληλα είχε την δική της δισκογραφική διαδρομή, φυσικά με δικές του ορχηστρικές συνθέσεις. Από εκεί και πέρα η δεκαετία του ’70 σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν δική του υπόθεση, με πάρα πολλές τεράστιες επιτυχίες όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη. 

Στην δεκαετία του ’80 παρήκμασε αν και από το ΄87 επανέκαμψε με μια σειρά περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων – και ηλεκτρονικών στο μεγαλύτερο ποσοστό τους – δίσκων που όμως δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν το επίπεδο των προηγουμένων του. Τα πολλά προβλήματα υγείας που του προκαλούσε η μόνιμη παχυσαρκία του τον οδήγησαν σε έναν πολύ πρόωρο θάνατο το ’03, πριν καν συμπληρώσει τα πενήντα εννέα χρόνια του.

Η ακμή του σχεδόν – γιατί είχε ξεκινήσει νωρίτερα – ταυτίστηκε με εκείνη της disco με αποτέλεσμα οι ρέκτες του ιδιώματος να τον θυμούνται ως τον «βασιλιά της disco» ενώ όσοι το αντιπαθούσαν τον αποκαλούσαν ειρωνικά «ο ελέφαντας της αγάπης», μερικές φορές ακόμα καιι...ιπποπόταμο, λόγω της βαθιάς φωνής και της σωματικής διάπλασης του. Ομως η κασετίνα «The Complete 20th Century Singles (1973 – 1979)» με τα τρία CD και τα συνολικά σαράντα έξι tracks (υπάρχει και η μονή και προφανώς οικονομικότερη έκδοση «The 20th Century Singles (1973 – 1979)» με είκοσι κομμάτια) που κυκλοφόρησε πρόσφατα δείχνει ποια είναι η αλήθεια για όποιον βέβαια έχει ανοιχτά αυτιά μα και μυαλό. 

 Άπαντα τα singles της χρυσής περιόδου του (τα περισσότερα από αυτά σε δύο και τρεις εκδοχές, συνήθως extended, που εκτός από το να εξυπηρετούν τις ανάγκες της χορευτικής πίστας επίσης αναδείκνυαν πολύ περισσότερο τις ενορχηστρώσεις του) τα οποία αποδεικνύουν ότι ο Barry White μπορεί μεν να πήδηξε - όπως τόσοι άλλοι - στο τρένο της disco αλλά η γραμμή που τον έφερε στον σταθμό από τον οποίο το πήρε ερχόταν κατ’ ευθείαν από την soul. Το μόνο που δεν μπορώ να μην παραδεχθώ είναι ότι η εμμονή του να κάνει τόσο υπερβολικά γλυκερή την φωνή του είναι μερικές φορές τόσο εκνευριστική σήμερα όσο ήταν και τότε. Κατά τα άλλα επρόκειτο για έναν προικισμένο – και, τηρουμένων των αναλογιών, σχεδόν ανεξάντλητο – συνθέτη, έναν ευφυέστατο παραγωγό και, πάνω από όλα, έναν μέγα ενορχηστρωτή. Είναι αξιοθαύμαστο πραγματικά το πως αυτός ο αυτοδίδακτος μουσικός κατάφερε να φέρει την πνοή και την αίσθηση των κλασικών εγχόρδων στην soul και να τα συνδυάσει τόσο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αρμονικά με τα πνευστά και τον ρυθμό της.

Το υπέροχο instrumental «Love’s Theme» της Love Unlimited Orchestra (κατά πολύ ανώτερο της ομότιτλης εκδοχής σε τραγούδι της ίδιας σύνθεσης με φωνητικά φυσικά από τις Love Unlimited, πρέπει να υπογραμμιστεί) και μόνον είναι αρκετό για να δείξει την - πρωτοφανή για μαύρο μουσικό και μάλιστα εκείνης της εποχής - ολοκληρωμένη αίσθηση για την ενορχήστρωση, την παραγωγή και γενικότερα τον ήχο που είχε ο Barry White. 

Και αν επιτέλους κάποιοι θέλουν να μιλήσουν για την αληθινή disco – σε αντίθεση με εκείνη που έκαναν απρόσωποι παραγωγοί οι οποίοι ήταν πίσω από γκρουπ – μαριονέτες όπως οι, διασκεδαστικοί κατά τα άλλα, Village People – τότε, αν ο Giorgio Moroder με την αρωγή του Pete Bellotte είναι ο πατέρας της ευρωπαϊκής και ηλεκτρονικής εκδοχής του ιδιώματος, η αμερικανική έχει...δύο, τους Chic όσον αφορά στην funk συνιστώσα της και βέβαια τον Barry White για την αντίστοιχη soul. Ελπίζω εκεί που βρίσκεται η τόσο γεμάτη από αγάπη, κατά σειρά για την μουσική, τις γυναίκες και συνολικά τον άνθρωπο, μεγάλη καρδιά του να είναι επιτέλους ανάλαφρη έχοντας απαλλαχθεί από το βάρος των τόσων περιττών κιλών του και μακάρι να μπορεί να ακούει τα έγχορδα που λάτρευε και να έχει μπροστά του ένα πιάνο, αν υπάρχει παράδεισος είναι αυτός που του άξιζε και με το παραπάνω. «Sho’ You Right» όπως είχε πει και ο ίδιος στο τελευταίο αξιομνημόνευτο τραγούδι του από το album του ’’87 «The Right Night & Barry White»!