ΤΟ BLOG
22/12/2017 08:48 EET | Updated 22/12/2017 08:48 EET

Τι πιστεύουν τελικά οι Έλληνες για την Ευρώπη;

robertiez via Getty Images

Τις μέρες αυτές δημοσιεύτηκε το νέο Ευρωβαρόμετρο. Σύμφωνα με τη γνωστή έγκριτη έρευνα, οι Έλληνες συντάσσονται με το 75% των Ευρωπαίων που αποδέχονται το ευρώ ως κάτι θετικό και σημαντικό στη ζωή τους. Ωστόσο, ταυτοχρόνως η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δεν αισθάνονται Ευρωπαίοι, όπως δηλώνουν. Οξύμωρο; Ίσως ναι, ίσως όχι. Θυμίζω τα εξορρηκτικά οφθαλμών σχετικά αποτελέσματα μιας πρόσφατης έρευνας του ερευνητικού οργανισμού Dianeosis με περίπου τα ίδια ερωτήματα. Εκεί οι αγρότες απάντησαν σε ποσοστό 80% ότι από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερο κερδισμένη βγήκε η Ευρωπαϊκή Ένωση(!)

Ακολούθησαν και άλλες έρευνες με ερωτήσεις προς το ελληνικό κοινό για την αντίληψή του περί Ευρώπης και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας θεωρούν ασφαλέστερη περιοχή του κόσμου την Ευρώπη για να ζουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους, αλλά ταυτόχρονα στην ερώτηση ποια χώρα αγαπούν περισσότερο ή αισθάνονται συναισθηματικά περισσότερο κοντά τους, απαντού τη Ρωσία. Αγαπούν πολύ τον Βλαντιμίρ Πούτιν και φυσικά αντιπαθούν μετρίως έως σφόδρα την Άγκελα Μέρκελ.

Το εύκολο συμπέρασμα που πολλοί εξάγουν από τέτοια αποτελέσματα είναι ότι οι Έλληνες είναι ένας αλλοπρόσαλος λαός. Προφανώς και σε ένα βαθμό αυτό είναι αλήθεια. Δεν είναι όμως η μόνη αλήθεια. Είναι γεγονός ότι η σχέση της χώρας μας με το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν ήταν ποτέ η καλύτερη δυνατή. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τους πολίτες άλλων κρατών μελών, ιδίως όσων μπήκαν πρόσφατα στην Ένωση και προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ που βίωσαν κομμουνιστικά καθεστώτα.

Για να βρούμε τη ρίζα του προβλήματος, εφόσον αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει πρόβλημα στη σχέση μας με την Ευρώπη, οφείλουμε να κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία. Στην ευρωπαϊκή ιστορία δεν είχε ξαναϋπάρξει μέχρι τη δεκαετία του ’50 μια συντεταγμένη και ρεαλιστική προσπάθεια ολοκλήρωσης. Με τον όρο ολοκλήρωση, οι θεωρητικοί συμφωνούν γενικά ότι νοείται η εμβάθυνση των σχέσεων συνεργασίας, αλληλοκατανόησης, αλληλεγγύης, με στόχο την κοινή πρόοδο σε μια σειρά τομέων, για όσα κράτη συμμετέχουν.

Η ίδια η Ευρώπη ήταν για αιώνες θέατρο πολέμων, ανταγωνισμών και εθνικών εγωισμών. Ποταμοί αίματος χύθηκαν, αλλά και μεγάλα πνευματικά επιτεύγματα σημειώθηκαν, κοινωνικές πρόοδοι συντελέστηκαν και οικονομικές ευημερίες βιώθηκαν. Έως ότου, ύστερα από έναν δεύτερο ισοπεδωτικό πόλεμο, έγινε αντιληπτό από τους ηγέτες έξι μεγάλων κρατών (Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Βελγίου, Κάτω Χωρών (ήτοι, Ολλανδίας) και Λουξεμβούργου) ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για να προχωρήσουν μαζί σε ορισμένους τομείς, ιδρύοντας τις τρεις αρχικές Κοινότητες. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Μια ιστορία διαρκούς διεύρυνσης και επέκτασης του πεδίου αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Αλλά και ιστορία πισωγυρισμάτων, με τις εθνικές επιδιώξεις πάντα να παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Στο σκηνικό αυτό η Ελλάδα δεν άργησε να μπει. Μπήκε επισήμως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και μπήκε ξεκάθαρα για δύο λόγους, κανένας εκ των οποίων δεν ήταν οικονομικός, όπως συνέβαινε με τα έξι ιδρυτικά κράτη. Μπήκε για να διασφαλίσει την εδαφική της ακεραιότητα απέναντι σε πονηρούς γείτονες και για να εμπεδώσει το δημοκρατικό της πολίτευμα ύστερα από τρεις ταραγμένες δεκαετίες που κατέληξαν σε μια επταετή δικτατορία. Τα πέτυχε αμφότερα.

Δευτερεύον όφελος από τη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν το οικονομικό. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί και εδώ διεξοδικά το γεγονός των πακτωλών χρημάτων που εισέρευσαν στα κρατικά ταμεία μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και να διερευνηθεί το πού πήγαν και τι έγιναν αυτά τα λεφτά. Κάποια σπαταλήθηκαν, κάποια προφανώς κατέληξαν κάπου που δεν έπρεπε να καταλήξουν, αλλά και πολλά άλλα επενδύθηκαν σε έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, κτήρια) και σε έργα ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής (σχολεία, στήριξη φτωχών αγροτών).

Ο ίδιος ο μέσος Έλληνας βίωσε μια μεγάλη βελτίωση της ποιότητας ζωής του. Μια βελτίωση που εν πολλοίς οφειλόταν στη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διότι ποιότητα ζωής δεν είναι μόνο η αύξηση του μισθού και η δυνατότητα να αγοράσει κανείς δικό του αυτοκίνητο, μοντέρνο κινητό τηλέφωνο, σπίτι, εξοχικό ή να πάει διακοπές με την οικογένειά του. Είναι κυρίως η δυνατότητά του να μετέχει στις εξελίξεις της εποχής, να ενημερώνεται ανά πάσα στιγμή για το τι συμβαίνει στον κόσμο, να μπορεί να πει τη γνώμη του και να διαβάσει όποια εφημερίδα θέλει χωρίς να κινδυνεύει να συλληφθεί για τις απόψεις ή να υποστεί κρατική καταστολή για την ειρηνική διαμαρτυρία του. Αυτά, τη δεκαετία του ’50 όχι απλώς δεν ήταν αυτονόητα στην Ελλάδα, αλλά ήταν ανήκουστα. Σήμερα, σε πολλές περιοχές του κόσμου οι άνθρωποι δεν παλεύουν μόνο για ένα κομμάτι ψωμί, αλλά κυρίως για ένα κομμάτι... φωνής. Παλεύουν για το δικαίωμά τους να τσακώνονται ελεύθερα.

Αυτά είναι που λησμονεί ο σημερινός Έλληνας που απαντά στις έρευνες του Ευρωβαρόμετρου και σε άλλες παρόμοιες. Προφανέστατα, η αιτία των απαντήσεων βρίσκεται στη βίαιη χειροτέρευση του βιωτικού του επιπέδου κατά τα τελευταία επτά χρόνια, τα χρόνια της κρίσης.

Αν όμως δεχθούμε ότι τα πρώτιστα οφέλη της συμμετοχής της Ελλάδας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι πράγματι η ειρήνη, η ασφάλεια και η δημοκρατία που κερδίσαμε με κόπο, τότε η άρνηση της Ευρώπης λόγω οικονομικής στενότητας δεν είναι δικαιολογημένη. Ή μήπως είναι; Μήπως μπήκαμε στην Ενωμένη Ευρώπη επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά; Η Ελλάδα βιώνει πραγματική δημοκρατία τα τελευταία 43 χρόνια και αυτό είναι αναμφισβήτητο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορούσε μόνη της να επιτύχει κάτι τέτοιο, μη μετέχουσα σε κοινές διαδικασίες και μη δεχόμενη την... ετερόνομη θέσμιση (όπως σημείωνε κάποτε ο Καστοριάδης) της Εσπερίας. Ακόμη πιο αβέβαιο είναι το αν θα είχε κατορθώσει να διατηρήσει την εδαφική της ακεραιότητα ειδικά στο σημερινό επικίνδυνο, αν όχι εχθρικό - ας μη φοβόμαστε τις λέξεις - περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.

Αυτός ο τόπος, αφού κατακτήθηκε, αφομοιώθηκε πολιτιστικά από την Ανατολή για τεράστιο χρονικό διάστημα. Επίσης, πριν από την αφομοίωση αυτή, δεν είχε βιώσει καμία εθνική συνειδητοποίηση, καθώς ήταν πρακτικά και ουσιαστικά αδύνατο να σχηματίσει ιδιαίτερη εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ό,τι διασώθηκε, διασώθηκε χάρη στην ελληνοποίηση της ίδιας της αυτοκρατορίας, στην κρατική δομή του Βυζαντίου. Συνεπώς, είναι λογικό ο σύγχρονος Έλληνας να εξακολουθεί να αισθάνεται περισσότερο Βαλκάνιος, παρά Ευρωπαίος.

Αν θέλαμε να ορίσουμε τον εαυτό μας ως προς την Ευρώπη, θα μπορούσαμε κάλλιστα να δανειστούμε μια ωραία φράση του Winston Churchill για τη σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Γηραιά Ήπειρο:

We are with Europe, but not of it.