Το Κέντρο, C' est Moi

Η επιστημονική νομιμοποίηση της ύπαρξης του κέντρου έχει μακρά ιστορία στην mainstream πολιτική επιστήμη
via Associated Press

Οι νέες πολιτικές ισορροπίες μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2022 στη Γαλλία έχουν οδηγήσει σε μια σχετικά κοινή διαπίστωση στη δημόσια συζήτηση της χώρας: η μέθοδος Μακρόν δεν λειτούργησε. Μια μέθοδος που στήθηκε με μαεστρία στα θεμέλια μιας μακραίωνης ιστορικο-πολιτικής παράδοσης: η αντίληψη του μέτρου στην πολιτική.

Η αποτύπωση του πολιτικού φάσματος σε μια οριζόντια απεικόνιση με κύριο πόλο το κέντρο ως μεσαίο χώρο και τις απολήξεις του, το αριστερό και δεξιό άκρο καλλιεργήθηκε ήδη από την αρχή της Γαλλικής Επανάστασης: ο Ναπολέοντας Γ΄ στην προσπάθεια να υπερβεί τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς της εποχής υποστήριζε ότι ο ριζοσπαστικός ιακωβινισμός και το απολυταρχικό ancien régime ισοδυναμούν με τυραννία. Σημαντική ήταν η συμβολή φιλελεύθερων και συντηρητικών στοχαστών (de Tocqueville, Constant, Taine) στη διαμόρφωση του εννοιολογικού πλαισίου που υπέκρυπτε εχθρότητα και περιφρόνηση προς τις λαϊκές μάζες και ενσαρκώθηκε στην αντίληψη του Tocqueville περί «τυραννίας της πλειοψηφίας».

Είναι άραγε τυχαίο ότι τον Μάη του 2021, ο Ε. Μακρόν κώφευσε σχετικά με την επέτειο για τα 150 χρόνια από την Κομμούνα του Παρισιού και το Ανάκτορο των Ηλυσίων έσπευσε να διοργανώσει τον επίσημο εορτασμό των 200 χρόνων από το θάνατο του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Βοναπάρτη;

Η μέθοδος « un peu de Gauche, un peu de Droite » του Μακρόν δεν ήταν αποτέλεσμα καμίας πολιτικής καινοτομίας, φρέσκου πολιτικού αέρα ή μετριοπάθειας. Αντιθέτως, επανέφερε στο προσκήνιο την ορλεανική δεξιά φιλελεύθερη παράδοση του 19ου αιώνα πατώντας και στις πιο σύγχρονες εκδοχές της «ιδεολογίας» του ευρώφιλου κέντρου στη Γαλλία, του giscardisme αλλά με περίσσιο κυνισμό και αμετροέπεια. Aς μην ξεχνάμε ότι οι δύο έννοιες γεννήθηκαν στη Γαλλία, από την τοπογραφική θέση των ευγενών και της τρίτης τάξης κατά τη διάρκεια των Etats Généraux την άνοιξη του 1789…

Κάποιοι θα σπεύσουν να πουν «…μα για αυτό ο όρος ″ακραίο κέντρο” είναι πολύ εύστοχος αφού δείχνει τα όρια και τις αντιφάσεις της mainstream πολιτικής σκέψης». O εμπνευστής της έννοιας Tariq Ali σημειώνει ότι όσο αυτός ο όρος καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο χώρο στην πολιτική αντιπαράθεση, άλλο τόσο περιορίζει στην πράξη το εύρος των πολιτικών επιλογών και τις δυνατότητες επίτευξης ουσιαστικής αλλαγής.

Προφανώς δεν θα μπορούσαμε να αμφισβητήσουμε το πολιτικό σπαγγάτο που έκανε ο Μακρόν ρουφώντας αχόρταγα στελέχη τόσο από τη γκωλική δεξιά όσο και από τους γάλλους σοσιαλιστές. Αυτός ο ακροβατικός οπορτουνισμός δεν είναι όμως κενός ιδεολογικού και πολιτικού περιεχομένου. Ο απολογισμός της πρώτης πενταετούς θητείας του Γάλλου Προέδρου είναι ξεκάθαρος: μεγαλύτερη βαρύτητα στις δυνάμεις της αγοράς και λιγότερες διαρθρωτικές πηγές δημόσιων και κοινωνικών δαπανών για να επιτραπούν φορολογικές περικοπές. Εδώ τα «Ni de Gauche, Ni de Droite» δεν χωράνε.

Αν αρκεστούμε στην έννοια του ”ακραίου κέντρου” ίσως είμαστε θύματα μιας νοητικής αποπλάνησης αφού, όσο και αν το θεωρούμε ”ακραίο”, καταλήγουμε να δεχόμαστε ότι το κέντρο αντανακλά συγκεκριμένη ιδεολογική προτίμηση. Δηλαδή είναι σαν να λέμε κεντρώα ιδεολογία υπάρχει αρκεί να μην ρέπει στον αυταρχισμό και στον ούλτρα-νεοφιλελευθερισμό, όπως εμμέσως υπονοούν η Chantal Mouffe, ο Pierre Serna κα. Μα το διακύβευμα της ηπιότητας, της μετριοπάθειας και του διαβαθμισμένου ορθολογισμού είναι (τάχα) επίδικο των ίδιων των θιασωτών της ύπαρξης του κέντρου!

Ισχυριζόμαστε ότι ο μακρονισμός είναι μια παροξυστική μορφή της αντίληψης ότι το κέντρο μπορεί να υπάρξει ως αυτοτελής χώρος. Άλλωστε η επιστημονική νομιμοποίηση της ύπαρξης του κέντρου έχει μακρά ιστορία στην mainstream πολιτική επιστήμη. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η σύγκλιση των δύο άκρων εμπλουτίστηκε τόσο με ιστορικούς όσο και με θεωρητικούς όρους. Οι μεταπολεμικές συζητήσεις της H. Arendt και του C. Friedrich επικεντρώθηκαν στο περιεχόμενο της έννοιας του ολοκληρωτισμού και τροφοδότησαν μια πολωτική άποψη γύρω από τις πολιτικές διαιρέσεις, η οποία φυσικά δεν ήταν ξεκομμένη από τους ευρύτερους ανταγωνισμούς στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε η αντίληψη του D. Bell γύρω από το τέλος της ιδεολογίας ή του R. Aron σχετικά με το όπιο των διανοούμενων.

Η γεωμετρική απεικόνιση του κέντρου, ως μια από τις ενασχολήσεις της μεταπολεμικής φιλελεύθερης πολιτικής επιστήμης, εδραίωσε την πεποίθηση ότι η παρουσία ενός ιδεολογικά και πολιτικά απροσδιόριστου πολιτικού ρεύματος μπορεί να γίνει κατανοητή με χωρικούς, μηχανικούς ή εν τέλει κανονιστικούς όρους, μέσα από μια γραμμική σύλληψη του πολιτικού φάσματος. Ωστόσο, το ερώτημα αν το κέντρο αυτονομείται ως χώρος με διακριτικό πολιτικό προσανατολισμό δεν απαντάται από τις αναζητήσεις που έκαναν οι A. Downs και G. Sartori προς την παραπάνω κατεύθυνση. Παραδόξως όμως οι εγγενείς αδυναμίες των αναζητήσεων τους δεν αποτέλεσαν εμπόδιο στην εγχάραξη του ιδεολογικού πεδίου στις μεταπολεμικές δημοκρατίες γύρω από την έννοια του κέντρου και την τακτοποίηση του ιδεολογικού χώρου.

Μιλάμε για τακτοποίηση του ιδεολογικού χώρου και όχι για από-ιδεολογικοποίηση για δύο λόγους.

Πρώτον, στο πλαίσιο της πολιτικής κουλτούρας του Ψυχρού πολέμου, η θόλωση της πολιτικής ιδεολογίας αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου των ευθυγραμμίσεων των κομμάτων και καθορισμού αόρατων ορίων αποδεκτών πόλωσης.

Δεύτερον, το κέντρο ως μαγνήτης έλξης/απώθησης συγκρότησε βαθμιαία το σημείο ισορροπίας του κομματικού ανταγωνισμού αποτελώντας το θεμέλιο του consensus της Χρυσής Τριακονταετίας και ενισχύοντας περαιτέρω το αντι-πραγματολογικό ψευτο-θεώρημα ότι τα άκρα συναντώνται. Στην Ευρώπη, κατά τη χρυσή 30ετία το κέντρο ήταν ένας τρόπος να μετρηθεί η «αριστερότητα» ενός κόμματος, για παράδειγμα οι Γάλλοι Σοσιαλιστές εκτιμούσαν ότι η τοποθέτηση του γερμανικού SPD δεν ήταν αρκετά αριστερή αλλά κυρίως κεντρώα… Πάνω σε αυτήν την πεποίθηση για την ύπαρξη του μεσαίου χώρου ως κανονιστικής δομής οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βέβαια αν εξετάσουμε τα λεκτικά σχήματα «κεντρώων» πολιτικών αναφορικά με την ευρωπαϊκότητα ή τον εκσυγχρονιστικό ορθολογισμό, βλέπουμε την αντανάκλαση ευρωκεντρικών αποικιοκρατικών προκαταλήψεων. Στη πραγματικότητα, παρατηρούμε να αξιοποιείται εργαλειακά ένας διαφωτισμένος ευρωπαϊσμός με σκοπό να καλυφθεί ένα πρόδηλο αξιακό κενό. Η συναίνεση της χριστιανοδημοκρατίας και της σοσιαλδημοκρατίας ήταν απαραίτητη γι’ αυτόν τον σκοπό, προωθώντας την πολιτική κουλτούρα μιας ήπιας και αποστασιοποιημένης πολιτικοποίησης των κοινωνιών στην Ευρώπη.

Αυτό εξηγείται διαφωτιστικά με όρους σουμπετεριανούς: στο πολιτικό πεδίο κυριαρχούν θεσμικοί διακανονισμοί που διεξάγονται σε ανταγωνιστικό έδαφος. Έτσι «όπως ένα πολυκατάστημα δεν μπορεί να οριστεί από τις επωνυμίες των προϊόντων του, έτσι και ένα κόμμα δεν μπορεί να οριστεί βάσει των αρχών του» αλλά, αντίθετα, δρα «συντονισμένα για την ανταγωνιστική διεκδίκηση της εξουσίας».

Μπορεί το κέντρο να μην αποτελεί ιδεολογικό χώρο με διακριτό αφήγημα, αλλά αποτέλεσε την μήτρα της φιλελεύθερης κομματικής γεωμετρίας και του ιδεολογικού ελέγχου. Άλλωστε ο M. Duverger είναι ξεκάθαρος. Εγγράφοντας τον δυϊσμό ως συστατικό στοιχείο των πολιτικών επιλογών εξηγεί γιατί το κέντρο δεν υπάρχει στην πολιτική: μπορεί να υπάρχει ένα κόμμα του κέντρου αλλά όχι μια ιδεολογία του κέντρου. Από αυτήν την άποψη, ως κέντρο προσδιορίζεται ο γεωμετρικός τόπος όπου συγκεντρώνονται μετριοπαθείς αντίρροπες τάσεις. Το κέντρο δεν είναι τίποτα άλλο από τεχνητή ομαδοποίηση τμημάτων της δεξιάς και της αριστεράς, η μοίρα του οποίου είναι «να σκιστεί, να πεταχτεί, να εκμηδενιστεί».

Προφανώς δεν πρέπει να μείνουμε στην γνωστή κριτική που κυριαρχεί σήμερα στη δημόσια συζήτηση. Δηλαδή ότι το πρόβλημα είναι η κυριαρχία της πεποίθησης ότι οι αντιθέσεις αριστεράς-δεξιάς έχουν πάψει να κωδικοποιούν την πολιτική, ή ακόμη ότι στους κόλπους ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου έχουν εξαλειφθεί, και ότι άρα πέφτουμε θύματα του ηγεμονικού λόγου που διακηρύσσει το τέλος της πολιτικής.

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η εννοιολογική ρευστότητα που εκ των πραγμάτων δημιουργεί η τακτική της διακριτότητας του Κέντρου, αλλά η επιθετική ψευδο-ιδεολογικοποίηση του ιδιαίτερα σε αυτήν την ύστερη φάση του νέο-φιλελευθερισμού μετά την οικονομική κρίση του 2008. Αν τις δεκαετίες του 1980 και 1990 η ‘κεντροαριστερά’ του Τρίτου δρόμου ήταν η έγχυση νεοφιλελεύθερων ιδεών στην αριστερή σκέψη, σήμερα το ‘φιλελεύθερο κέντρο’ είναι η έγχυση αντι-δημοκρατικών, αντι-κοινοβουλευτικών και βοναπαρτιστικών ιδεών στην νεοφιλελεύθερη επιχειρηματική δεξιά.

Όταν λοιπόν ισχυριζόμαστε ότι ο μακρονισμός είναι μια παροξυστική μορφή της αντίληψης ότι το κέντρο μπορεί να υπάρξει ως αυτοτελής ιδεολογικός χώρος, εννοούμε ότι επιχειρείται, ακόμα και μετά την σημαντική συρρίκνωση της κοινοβουλευτικής του δύναμης στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2022, η διακριτότητα του από τον ευρύτερο συντηρητικό χώρο. Αυτός ο τακτικισμός το μόνο που έχει καταφέρει είναι να δίνει πόντους στον αντιδραστικό λόγο της άκρας δεξιάς εξυπηρετώντας το αφήγημά της.

Άλλωστε αυτό μας λέει η πολιτική πραγματικότητα αν μελετήσουμε την στάση των μακρονιστών απέναντι στο εκλογικό τους ακροατήριο για το πως έπρεπε να ψηφίσουν στο δεύτερο γύρο των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών στις περιφέρειες όπου υπήρχε μονομαχία μεταξύ της Εθνικής Συσπείρωσης της Λεπέν και της Νέας Λαϊκής Οικολογικής και Κοινωνικής Ένωσης υπό την αιγίδα του Μελανσόν: μόνο για τις 32 από τις 61 σχετικές περιφέρειες δόθηκαν οδηγίες και σε αυτές οι μισές ήταν υπέρ της Λεπέν! Σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα στο σύνολο των περιφερειών όπου στο δεύτερο γύρο υπήρχε η παραπάνω μονομαχία, το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του Μακρόν δεν ψήφισε, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ακολούθησαν την τακτική της ψήφου “φράγμα στην άκρα δεξιά’’!

Αν λοιπόν πράγματι πρόκειται για ψευδή ιδεολογικοποίηση του κέντρου, αυτό δεν σημαίνει ότι ο μακρονισμός είναι α-ιδεολογικός, τουναντίον. Γιατί πως αλήθεια πρέπει να ερμηνεύσουμε το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 2018 ο Μακρόν δικαιολόγησε τον φόρο τιμής στη στρατιωτική δράση του Ph. Petain στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, μετέπειτα συνεργάτη των Ναζί, πριν υποχωρήσει απέναντι στις έντονες αντιδράσεις;

Αυτό το κέντρο δεν πια είναι μια «μαλακιά ποικιλία της δεξιάς», όπως έλεγε ο F. Mitterrand. Έχει άμεση αναφορά στο αριστοκρατικό παράδειγμα, στο φόβο των μαζών, έναν όρο που επεξεργάστηκε ο Ε. Balibar αναφερόμενος στον Β. Spinoza: «ο όρος vulgus έχοντας μια επιστημολογική συνδήλωση, αναφέρεται στον αμαθή όχλο, για να μην πούμε καθυστερημένο, λόγω των προκαταλήψεών του, ενώ ο όρος plebs έχοντας μια κοινωνικο-πολιτική συνδήλωση, αναφέρεται στη μάζα του λαού εν αναθέσει προς τους κυβερνώντες, και είναι επομένως οι κατώτεροι, εξ ορισμού ή εκ των πραγμάτων». Κατά τον ίδιο τρόπο, ο J. Rancière αναφέρθηκε στο μίσος για τη δημοκρατία που συστηματικά εξωτερικεύουν οι εκπρόσωποι των δυτικών ελίτ, όταν καταγγέλλουν λαϊκές διεκδικήσεις και κινήματα ως λαϊκιστικές, ανορθολογικές κ.ο.κ.

Για να χρησιμοποιήσουμε προκλητικά την ορολογία της mainstream σκέψης, το «κέντρο» χάνει τον φλεγματικό ορθολογισμό και πραγματισμό του, και μάλιστα αποκτά τον δικό του λαϊκισμό. Το προεδρικό διάγγελμα του Μακρόν αμέσως μετά τον σεισμό των βουλευτικών εκλογών του Ιούνη θύμιζε ένα παράλληλο πολιτικό σύμπαν…εκεί, μακριά από την κοινωνική πραγματικότητα, όπου ο σύγχρονος ορλεανιστής Μακρόν ”ενσαρκώνει τον Λόγο, είναι η προσωποποίηση της δημοκρατίας που τη προφυλάσσει από τον κίνδυνο των άκρων”.


***

Το άρθρο συνυπογράφουν η Φιλίππα Χατζησταύρου, Επίκουρη Καθηγήτρια, ΕΚΠΑ και ο Κυριάκος Ζαχαράκης, φοιτητής, ΕΚΠΑ.