ΤΟ BLOG
26/01/2018 10:44 EET | Updated 26/01/2018 10:44 EET

Ζιζάνια και ζιζανιοκτόνα, περιβάλλον και πολιτική

TOBIAS SCHWARZ via Getty Images

Μπορεί η κυκλοφορία ενός ζιζανιοκτόνου να απασχολεί επί μεγάλο χρονικό διάστημα τα διεθνή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, μεγάλες χώρες, αλλά και διεθνείς Οργανισμούς; Η απάντηση είναι θετική, εφόσον το ζιζανιοκτόνο αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά το γνωστό Roundup.

Το συγκεκριμένο προϊόν αποτελεί το πλέον διαδεδομένο ζιζανιοκτόνο (δηλαδή που καταπολεμά τα «βλαβερά» φυτά, γνωστά και ως «ζιζάνια»), κατέχοντας το 25% της αντίστοιχης παγκόσμιας αγοράς, χρησιμοποιεί δε (όπως και μερικές εκατοντάδες παρόμοια προϊόντα) την δραστική ουσία «γλυφοσάτη». Παρασκευάζεται από μεγάλη πολυεθνική εταιρεία (Monsanto), που δραστηριοποιείται στον χώρο της βιοτεχνολογίας και είναι γνωστή (εκτός από το συγκεκριμένο ζιζανιοκτόνο) και ως κορυφαία παραγωγός γενετικά τροποποιημένων σπόρων. Η εξαγορά της Monsanto από την ακόμα πιο γνωστή Γερμανική Εταιρεία Bayer, έναντι του ιλιγγιώδους ποσού των 66 δις Ευρώ ελέγχεται αυτή την στιγμή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού, και η απόφαση εκτιμάται ότι θα εκδοθεί σύντομα. Η συνολική κατανάλωση του συγκεκριμένου προϊόντος ανέρχεται σε περίπου 800.000 τόνους τον χρόνο, εκτιμώμενης αξίας 4 δις Ευρώ.

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με την σειρά:

Το Roundup, εμπορικό προϊόν βασισμένο στην γλυφοσάτη, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην αγορά το 1974. Μεγάλη ώθηση στην κυκλοφορία του δόθηκε τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, στις χώρες που επιτρέπονται οι γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, όπως οι ΗΠΑ, όπου ορισμένα φυτά είχαν τροποποιηθεί κατάλληλα, προκειμένου να «αντέχουν» στην γλυφοσάτη, σε αντίθεση με τα κυριότερα ζιζάνια. Όμως, εξίσου μεγάλη επιτυχία είχε ως ζιζανιοκτόνο γενικής χρήσης, και σε περιοχές, όπως η Ε.Ε., με «συμβατικές» καλλιέργειες. Μετά την λήξη της εμπορικής του πατέντας στις ΗΠΑ, το έτος 2.000, και παρά την είσοδο στην αγορά εκατοντάδων παρόμοιων σκευασμάτων (πολλά εκ των οποίων παράγονται στην Κίνα), το συγκεκριμένο προϊόν συνέχισε την επιτυχημένη του πορεία. Σήμερα, η γλυφοσάτη χρησιμοποιείται ευρύτατα σε όλο τον κόσμο σε μεγάλο εύρος καλλιεργειών, από εντατικές καλλιέργειες και μικρούς κήπους μέχρι ακαλλιέργητες εκτάσεις, με αποτέλεσμα, όπως έδειξαν πρόσφατες έρευνες, ίχνη της γλυφοσάτης ή παραγώγων της να βρίσκονται στο νερό, τον αέρα και το έδαφος πολλών Ευρωπαϊκών περιοχών, σε τροφές (ενδεικτικά, στο 60% του ψωμιού της Μεγάλης Βρετανίας) και στον ανθρώπινο οργανισμό (στις εκκρίσεις του 75% των Γερμανών).

Το πρώτο στοιχείο που σημειώνουμε είναι οι αντικρουόμενες επιστημονικές έρευνες σχετικά με τις επιπτώσεις του στην ανθρώπινη υγεία.

  • Το 2015, η δραστική ουσία γλυφοσάτη χαρακτηρίστηκε από το International Agency for Research on Cancer (IΑRC), τμήμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Παράρτημα του ΟΗΕ) World Health Organization ως «πιθανότατα καρκινογόνα».
  • Προηγούμενες μελέτες, δεν διαπίστωναν αυτή την συσχέτιση, ενώ μετά την δημοσίευση των πιο πάνω αναφερόμενων Μελετών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο για την Αξιολόγηση των Κινδύνων, να διενεργήσει την δική του έρευνα, η οποία στην συνέχεια υιοθετήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας Τροφίμων. Τα αποτελέσματα της Έκθεσης «αθωώνουν» την γλυφοσάτη, καταγράφοντας πάντως κάποιες ελλείψεις δεδομένων σχετικά με ορισμένα παράγωγά της. Η Έκθεση αναθεωρήθηκε στα τέλη του 2015, προκειμένου να λάβει υπόψη της την Έκθεση του IΑRC, με σημαντικότερη αλλαγή, την αναφορά μέγιστων δόσεων της γλυφοσάτης. Η αναθεωρημένη πάντως Έκθεση του IΑRC (Αύγουστος του 2016) δεν μετέβαλε τα συμπεράσματά της.

Οι συγκεκριμένες «αθωωτικές» για την γλυφοσάτη μελέτες προκάλεσαν την αντίδραση επιστημόνων, αλλά και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, όταν διαπιστώθηκε ότι στην πιο πάνω Έκθεση είχαν χρησιμοποιηθεί και στοιχεία από αδημοσίευτες έρευνες των Εταιριών που παράγουν το προϊόν αυτό. Γνωστές εφημερίδες, όπως η Γαλλική Le Monde και οι Αγγλικές Guardian και Independent αφιέρωσαν χρόνο στην «σύγκρουση συμφερόντων» (conflict of interest) των ερευνητών επιστημόνων, καθώς και σε πρακτικές της Εταιρίας που αποσκοπούσαν να επηρεάσουν προς όφελός της τα συμπεράσματα των ανεξάρτητων ρυθμιστών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, χρήσιμα ήταν και τα στοιχεία που αναγκάστηκε η Monsanto να δημοσιοποιήσει στις ΗΠΑ, μετά από ομαδική αγωγή 3.500 προσώπων εναντίον της, χαρακτηριζόμενα ως «Monsanto papers».

Το δεύτερο στοιχείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Ε.Ε. για την παράταση της άδειας του συγκεκριμένου προϊόντος. Το θέμα είχε αναβαθμιστεί, μετά από την πρωτοβουλία ΜΚΟ από πολλές χώρες της Ευρώπης, για την συγκέντρωση τουλάχιστον 1.000.000 υπογραφών, για να θέσουν (κατ’ εφαρμογή της Νομοθεσίας της Ε.Ε.) το θέμα της μη παράτασης της άδειας, ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πράγματι, μέσα σε λίγους μήνες ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε, αφού μέχρι τον Ιούλιο του 2.017 συγκεντρώθηκαν 1.320.517 υπογραφές Ευρωπαίων πολιτών. Το θέμα έλαβε περαιτέρω έκταση όταν εκπρόσωποι της Μονσάντο αρνήθηκαν να παρευρεθούν κατά την συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ισχυριζόμενοι ότι δεν «είναι δουλειά του Ευρωκοινοβουλίου να ασχολείται με τα θέματα αυτά», γεγονός που προκάλεσε την για πρώτη φορά απόφαση αποκλεισμού από την πρόσβαση στο Ευρωκοινοβούλιο των lobby που την υποστηρίζουν. Στην (μη δεσμευτική) απόφαση πάντως του Ευρωκοινοβουλίου, προϊόν συμβιβασμού μεταξύ χωρών που ζητούσαν την όσο γίνεται μικρότερη παράταση της άδειας και χωρών που υποστήριζαν την 10ετή παράταση της άδειάς του, ζητούνταν επίσης ο σταδιακός περιορισμός της χρήσης προϊόντων με γλυφοσάτη και η άρση της άδειάς του μετά από 5 χρόνια.

Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια απόφασης από την Ε.Ε. στις 9 Νοεμβρίου, τελικά στις 27 Νοεμβρίου 2017 (λίγες ημέρες πριν την λήξη της ισχύουσας άδειας) παρατάθηκε η άδεια για την ουσία αυτή, χάρη στην μεταστροφή (από αποχή σε θετική) των ψήφων της Πολωνίας και της Γερμανίας. Σημειώνουμε την επιλογή του αρμόδιου Γερμανού (Βαυαρού) συντηρητικού Υπουργού Αγροτικής Παραγωγής να υπερψηφίσει την απόφαση παράτασης της άδειας, παρά την αντίθεση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και την μέχρι τώρα πρακτική αποχής, σε παρόμοιες περιπτώσεις διαφωνίας των δύο κομμάτων της (προσωρινής) κυβέρνησης της Γερμανίας. Η μονομερής αυτή απόφαση, όχι μόνο περιέπλεξε τις συνομιλίες μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων για σχηματισμό κυβέρνησης, αλλά ερμηνεύτηκε και ως έμμεση αλλά ουσιαστική αμφισβήτηση του κύρους της Καγκελαρίου Μέρκελ από την ίδια της την παράταξη, με απώτερο σκοπό να την ποδηγετήσουν ή ακόμα και να την οδηγήσουν σύντομα σε «οικειοθελή» αποχώρηση από την Καγκελαρία.

Η απόφαση αυτή ανέδειξε την διαφορά αντιλήψεων (με κάποιες εξαιρέσεις) μεταξύ των χωρών αφενός της Νότιας Ευρώπης και αφετέρου της Ανατολικής, οι οποίες ακολούθησαν διαφορετικές θέσεις. Στην πραγματικότητα, ακόμα και σε χώρες, όπως η Γαλλία, που ήθελαν μικρότερης διάρκειας παράταση (3ετή), υπήρξε διχασμός απόψεων μεταξύ των φορέων που εκπροσωπούσαν την συμβατική γεωργία και αυτών που αντιπροσώπευαν τους καταναλωτές ή υπερασπίζονταν την οικολογία.

Το τρίτο στοιχείο που αναδείχθηκε από την διαδικασία αυτή είναι η ουσιαστική αμφισβήτηση της θεωρίας ότι εναλλακτικές λύσεις δεν υπάρχουν ή είναι πολύ ακριβές για να εφαρμοστούν. Ενδεικτικά, προ μηνός, το Γαλλικό Ινστιτούτο Αγρονομίας που κλήθηκε από τους αρμόδιους Γάλλους Υπουργούς να μελετήσει το θέμα, στην Έκθεσή του υποστήριξε ότι σαφώς υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, με την χρήση φιλικότερων προς το περιβάλλον τεχνικών (ή συνδυασμούς αυτών). Παρόμοια είναι και η εμπειρία των Γαλλικών Δήμων που ξεκίνησαν νωρίτερα την (υποχρεωτική από 1.1.2018) κατάργηση της χρήσης της γλυφοσάτης στις δημοτικές εκτάσεις. Παράλληλα, η Γαλλική Κυβέρνηση εξήγγειλε την πρόθεση κατάργησης της γλυφοσάτης στο έδαφός της σε τρία χρόνια (αντί για τα πέντε της απόφασης της Ε.Ε.), προανήγγειλε συστηματικές μετρήσεις των εντομοκτόνων στους αέριους ρύπους, ενώ ζήτησε τον καλύτερο έλεγχο από την Ε.Ε. των αξιολογήσεων από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.

Μια αντίστοιχη πρόταση για την Ελλάδα θα ήταν ίσως η κατάργηση της χρήσης της γλυφοσάτης σε δημοτικές ή δημόσιες κοινόχρηστες εκτάσεις (όπως άλση, μνημεία, κλπ).

Τι μπορούμε να συγκρατήσουμε λοιπόν;

  • Την «ευκολία» που προσφέρει η χρήση της γλυφοσάτης, με αντίτιμο την ρύπανσηεκτεταμένων περιοχών και πιθανές παρενέργειες τοξικότητας στους οργανισμούς, σε αντίθεση με άλλες καλλιεργητικές μεθόδους και βεβαίως την βιολογική γεωργία.
  • Την αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών, όπου η συλλογή υπογραφών για την συζήτηση του θέματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έδειξε τις δυνατότητες ενός σοβαρού οικολογικού κινήματος.
  • Τις εξαγγελίες των Ευρωπαίων ηγετών για μέτρα διαφάνειας και ελέγχου των αξιολογήσεων των Ευρωπαϊκών οργανισμών, των οποίων η αντικειμενικότητα αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο από τους πολίτες.