Με ισχυρή εκκίνηση «τρέχει» ο φετινός προϋπολογισμός, καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 έφτασε τα 4,4 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας αισθητά τις προβλέψεις, ενώ τα φορολογικά έσοδα άγγιξαν τα 17,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια εξέλιξη που σε επίπεδο οικονομίας θεωρείται θετική, καθώς δείχνει ότι τα δημόσια ταμεία ενισχύονται με ταχύτερο ρυθμό από τον αναμενόμενο και ότι η χώρα διατηρεί δημοσιονομική σταθερότητα.
«Μαξιλάρι» ασφαλείας
Το πρωτογενές πλεόνασμα, με απλά λόγια, σημαίνει ότι το κράτος εισπράττει περισσότερα από όσα δαπανά για τη λειτουργία του, δηλαδή για μισθούς, συντάξεις, επιδόματα και άλλες ανάγκες, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι του χρέους. Όταν αυτό το αποτέλεσμα είναι υψηλό, ενισχύεται η αξιοπιστία της χώρας, περιορίζεται η ανάγκη δανεισμού και δημιουργείται ένα «μαξιλάρι» ασφαλείας για το μέλλον.
Η ακρίβεια αυξάνει τα… φορολογικά έσοδα!
Πίσω από αυτή την επίδοση βρίσκονται κυρίως τα αυξημένα φορολογικά έσοδα. Η άνοδος της κατανάλωσης, η καλύτερη είσπραξη φόρων και η σημαντική επίδραση του πληθωρισμού, που αυξάνει τα έσοδα από ΦΠΑ, οδηγούν σε υψηλότερες εισπράξεις για το Δημόσιο. Με απλά λόγια, όσο ανεβαίνουν οι τιμές και η οικονομική δραστηριότητα, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει και μια δεύτερη ανάγνωση για τον μέσο πολίτη. Το γεγονός ότι το κράτος εμφανίζει υψηλό πλεόνασμα σημαίνει επίσης ότι εισπράττει περισσότερους φόρους, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τις δαπάνες υπό έλεγχο. Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, πολλοί πολίτες δεν αισθάνονται την «ανάσα» του πλεονάσματος, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει περιορισμένο.
Πλεόνασμα που δεν είναι “ορατό” από τους πολίτες
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν και πότε αυτό το θετικό αποτέλεσμα θα επιστρέψει στην κοινωνία. Η απάντηση δεν είναι απλή. Από τη μία πλευρά, η ύπαρξη πλεονάσματος δημιουργεί περιθώρια για στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως φοροελαφρύνσεις ή επιδόματα. Από την άλλη όμως, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο χρέος και συγκεκριμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις, που περιορίζουν τα περιθώρια για γενικευμένες παροχές.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του προϋπολογισμού είναι θετική σε επίπεδο αριθμών και ενισχύει τη θέση της χώρας στις αγορές και στους επενδυτές. Το κρίσιμο ζητούμενο, όμως, παραμένει το ίδιο κατά πόσο αυτή η δημοσιονομική επίδοση μπορεί να μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, το πλεόνασμα έχει πραγματική αξία μόνο όταν γίνεται αισθητό στην πραγματική οικονομία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τελικές αποφάσεις για να μετατραπεί αυτός ο δημοσιονομικός χώρος σε συγκεκριμένα μέτρα προς όφελος των πολιτών, θα ληφθούν στο τέλος του μήνα. (Διάβασε αναλυτικά ΕΔΩ).