Με φόντο την τέταρτη επέτειο από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου, και ενώ οι Βρυξέλλες επιδιώκουν την ταχεία έγκριση του 20ού πακέτου κυρώσεων κατά της Μόσχας, ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, άφησε χθες μετά το Ecofin, ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει πλήρη απαγόρευση θαλάσσιων υπηρεσιών για τα ρωσικά δεξαμενόπλοια ακόμη και χωρίς στήριξη από τη G7, εφόσον δεν επιτευχθεί ευρύτερη συμφωνία. Όμως η Ελλάδα και η Μάλτα εκφράζουν σθεναρή αντίθεση στο συγκεκριμένο μέτρο, θεωρώντας ότι η πλήρης απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου προς τρίτες χώρες ενδέχεται να αποδειχθεί αναποτελεσματική και να πλήξει τα ευρωπαϊκά συμφέροντα χωρίς να περιορίσει ουσιαστικά τα ρωσικά έσοδα.
«Όσο υψηλότερο βαθμός ευθυγράμμιση μπορούμε να επιτύχουμε, συμπεριλαμβανομένου και σε επίπεδο G7, τόσο το καλύτερο», ανέφερε ο Ντομπρόβσκις μετά το Ecofin, προσθέτοντας πως «δεν θα διστάσουμε να λάβουμε μέτρα και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον δεν προκύψει ευρύτερη συμφωνία».
Το πλαίσιο είχε ήδη διαμορφώσει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσιάζοντας στις 6 Φεβρουαρίου το 20ό πακέτο κυρώσεων και τονίζοντας ότι «η Ρωσία θα προσέλθει στο τραπέζι με πραγματική πρόθεση μόνο αν πιεστεί – αυτή είναι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει». Όπως υπογράμμισε, στόχος των νέων μέτρων είναι να ενισχυθεί η πίεση προς τη ρωσική πολεμική μηχανή, να μειωθούν περαιτέρω τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας και να σταλεί ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα πριν από την επέτειο της εισβολής.
Κεντρικό στοιχείο του πακέτου αποτελεί η πρόταση για πλήρη απαγόρευση των θαλάσσιων υπηρεσιών που καλύπτει ασφάλιση, ναυτιλία και τεχνική υποστήριξη, μέτρο που ουσιαστικά αντικαθιστά το ισχύον καθεστώς του ανώτατου ορίου τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο.
Ωστόσο, διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες επιβεβαιώνουν στη HuffPost δημοσιεύματα του ξένου Τύπου σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα, μαζί με τη Μάλτα, αντιδρά στο συγκεκριμένο μέτρο, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητά του.
Το κεντρικό σημείο του προτεινόμενου 20ού πακέτου κυρώσεων είναι η πλήρης απαγόρευση όλων των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων με τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου προς τρίτες χώρες. Αυτό ουσιαστικά καταργεί το ισχύον «oil price cap» (ανώτατο όριο τιμής) που είχε θεσπιστεί.
Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι μια τέτοια απαγόρευση δεν θα είναι αποτελεσματική. Η μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου θα αναληφθεί από πλοία Κινέζων και Ινδών ή από τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο», κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Ως αποτέλεσμα, τα έσοδα των Ρώσων θα αυξηθούν, αντί να μειωθούν, ακυρώνοντας τον στόχο των κυρώσεων.
Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι με την απαγόρευση η ΕΕ «πυροβολεί τα πόδια της» αφού εάν εφαρμοστεί το μέτρο θα ενισχυθεί ο ανταγωνισμός τρίτων χωρών (π.χ. Κίνας, Ινδίας) σε βάρος της ευρωπαϊκής ναυτιλίας, χωρίς να επιτυγχάνεται κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Ακόμη τονίζεται η παραδοξότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφασίζει μόνη της ένα τόσο σοβαρό μέτρο, τη στιγμή που δεν υπάρχει πλήρης ευθυγράμμιση ούτε καν μεταξύ όλων των χωρών της G7.
Η Ελλάδα κρίνει ότι το υφιστάμενο «price cap» λειτουργεί αποτελεσματικά, καθώς έχει επιτύχει να κρατήσει την τιμή του ρωσικού πετρελαίου κάτω από το 15% της τιμής αγοράς. Η πλήρης απαγόρευση θεωρείται «επικοινωνιακά ωραία, αλλά στην πράξη δεν πρόκειται να προσφέρει τίποτα».
Συνολικά, η ελληνική στάση βασίζεται στην εκτίμηση ότι το προτεινόμενο μέτρο είναι αναποτελεσματικό, επιβλαβές για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και ανεπαρκώς συντονισμένο σε διεθνές επίπεδο. Σε επίπεδο Συμβουλίου, το πολιτικό σήμα που επιδιώκουν οι Βρυξέλλες πριν από τις 24 Φεβρουαρίου είναι σαφές, ωστόσο η τελική διατύπωση του πακέτου θα κριθεί από τις διαπραγματεύσεις των επόμενων ημερών. Δεδομένης της απαίτησης ομοφωνίας, η στάση κρατών-μελών με ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία αποκτά ιδιαίτερο βάρος, ενώ διπλωματικές πηγές δεν αποκλείουν τεχνικές προσαρμογές ή μεταβατικές ρυθμίσεις προκειμένου να γεφυρωθούν οι διαφορές. Το ερώτημα που συζητείται πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν αφορά μόνο το εύρος της πίεσης προς τη Μόσχα, αλλά και το κατά πόσο το προτεινόμενο μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά χωρίς να οδηγήσει σε περαιτέρω μετατόπιση των ροών εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.