Σύννεφα φαίνεται πως μαζεύονται πάνω από τη γερμανική οικονομία σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την ανεργία, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη σταθερότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της ομοσπονδιακής στατιστικής υπηρεσίας Destatis, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στη Γερμανία διαμορφώθηκε στο 2,1% τον Αύγουστο, υψηλότερα από το 2% που ανέμεναν οι οικονομολόγοι και σημαντικά αυξημένος από το 1,8% του Ιουλίου. Η άνοδος οφείλεται κυρίως στην αύξηση του κόστους των τροφίμων, καθώς και στη μικρότερη από το αναμενόμενο μείωση στις τιμές της ενέργειας.

Advertisement
Advertisement

Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο που οι διεθνείς αγορές και οι οικονομολόγοι εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή την επίδραση των παγκόσμιων γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων, ιδιαίτερα των δασμολογικών πολιτικών των ΗΠΑ, στην παγκόσμια οικονομία και ειδικά στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ρεκόρ δεκαετίας για την ανεργία

Παράλληλα, νέο πλήγμα για την οικονομική εικόνα της χώρας αποτελεί η αύξηση της ανεργίας, που για πρώτη φορά από το 2015 ξεπέρασε τα 3 εκατομμύρια άτομα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης (BA), ο αριθμός των ανέργων τον Αύγουστο ανήλθε σε 3,03 εκατομμύρια, κατά 46.000 περισσότερους σε σχέση με τον Ιούλιο και 153.000 περισσότερους σε ετήσια βάση.

Η πρόεδρος της BA, Άντρεα Νάλες, απέδωσε την αύξηση μερικώς στην εποχικότητα λόγω των καλοκαιρινών διακοπών, ωστόσο αναγνώρισε ότι η αγορά εργασίας παραμένει υπό πίεση από την οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών.

Παρά τη μερική ανθεκτικότητα κάποιων κλάδων, όπως η υγεία και η δημόσια διοίκηση, που συνεχίζουν να δημιουργούν θέσεις εργασίας, η εικόνα είναι πιο ζοφερή για τον μεταποιητικό τομέα και την προσωρινή απασχόληση, όπου καταγράφεται σταθερή υποχώρηση.

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι η γερμανική οικονομία δεν έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από τα διαδοχικά πλήγματα των τελευταίων ετών – πανδημία, ενεργειακή κρίση και διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις – και καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για δημοσιονομική σταθερότητα και τη στήριξη της ανάπτυξης.