Δεν είναι εύκολο να γράφεις για γυναικοκτονίες. Κάθε λέξη κινδυνεύει να μοιάζει λίγη μπροστά στο απόλυτο. Κι όμως, η σιωπή είναι πάντα χειρότερη.Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα: γυναίκες δολοφονούνται από συντρόφους, πρώην, συζύγους, πατέρες, αλλά και μανιακούς αγνώστους.
Στην περιοχή της Μενεμένης και της ευρύτερης δυτικής Θεσσαλονίκης έχουμε τις φρικιαστικές υποθέσεις της 43χρονης Βίκυς Κουτσάκη και της 47χρονης Μαρίας Αγγελακούδη, για τις δολοφονίες των οποίων έχουν προφυλακιστεί δύο συλληφθέντες. Τις τελευταίες ώρες η ΕΛΑΣ πιστεύει ότι θα εξιχνιάσει το στραγγαλισμό της 27χρονης Δέσποινας Γεωργιάδου, η οποία εξαφανίστηκε και βρέθηκε νεκρή το 2023 σε έρημο δρόμο πίσω από τα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης. Ένα χρόνο μετά την εξαφάνισή της
Κι αν παλιότερα τα εγκλήματα αυτά χωρούσαν σε τίτλους όπως «φρικτή δολοφονία», «οικογενειακή τραγωδία» ή «έγκλημα πάθους», σήμερα η κοινωνία επιμένει σε μια διαφορετική λέξη: γυναικοκτονία.
Όχι για λόγους ιδεολογικούς. Αλλά γιατί η λέξη περιγράφει την ουσία: τη δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα, μέσα σε ένα πλαίσιο ελέγχου, κτητικότητας, ανισότητας και έμφυλης εξουσίας.
Από την Ελένη μέχρι την Κυριακή, τα ονόματα δεν είναι «υποθέσεις». Είναι σταθμοί σε μια συλλογική αφύπνιση που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.
Ελένη – Το κορίτσι που «δεν έκανε πίσω»
Η Ελένη Τοπαλούδη έφυγε από το Διδυμότειχο για να σπουδάσει στη Ρόδο. Ήταν εκείνη η κλασική φοιτητική διαδρομή: μικρή πόλη, μεγάλη ελπίδα, μια βαλίτσα με βιβλία και λίγη αγωνία για το «τι θα βρω εκεί έξω». Οι φίλοι της τη θυμούνται πεισματάρα, με αίσθηση δικαιοσύνης. Δεν «μασούσε» να πει όχι.
Εκείνο το «όχι» ήταν που δεν της συγχώρεσαν ποτέ.
Τη νύχτα που δύο νεαροί άντρες την κάλεσαν στο σπίτι τους, δεν ήταν απλώς μια «κακή κατάληξη μιας βραδιάς». Ήταν η σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία, μια νεαρή γυναίκα που διεκδικούσε το δικαίωμα να ορίζει το σώμα της. Από την άλλη, δύο άντρες που έμαθαν ότι το «όχι» είναι διαπραγματεύσιμο – και αν δεν υποχωρήσει, το σπας.
Η βία που ακολούθησε, ο βιασμός, ο βασανισμός, η δολοφονία της, δεν μπορεί να χωρέσει σε καμιά λέξη τύπου «έγκλημα πάθους». Ήταν μια ωμή υπενθύμιση ότι, το 2018, μια νέα γυναίκα σε μια τουριστική φοιτητούπολη μπορούσε να πεθάνει γιατί κάποιος θεώρησε δικαίωμά του να την εξαναγκάσει.
Στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν, στα πανό δεν έγραφαν μόνο «Δικαιοσύνη για την Ελένη». Έγραφαν «Καμία λιγότερη». Η Ελένη έγινε όνομα–σύμβολο. Όχι γιατί η ίδια το διάλεξε, αλλά γιατί η κοινωνία άρχισε –επιτέλους– να συνδέει τη λέξη «βιασμός» με τη λέξη «ευθύνη», και όχι με τη λέξη «πρόκληση».
Καρολάιν – Η σιωπή μέσα στο σπίτι
Στα Γλυκά Νερά, το σπίτι με τον κήπο και το μωρό στο δωμάτιο θα μπορούσε να είναι από διαφήμιση «τέλειας οικογένειας». Εκεί έμενε η 20χρονη Καρολάιν με τον σύζυγό της και την κόρη τους. Όμορφες φωτογραφίες στα social, ταξίδια, αγκαλιές. Ό,τι βλέπουμε όλοι μας καθημερινά στο Instagram και το περνάμε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τη νύχτα της δολοφονίας της, η Ελλάδα «πάγωσε» με την είδηση μιας δήθεν βίαιης ληστείας. Για εβδομάδες, ο σύζυγος μιλούσε μπροστά στις κάμερες, με τη μικρή στην αγκαλιά, σαν το απόλυτο θύμα. Τον ακούσαμε να περιγράφει πόσο «πονούσε» για τη γυναίκα του.
Κι ύστερα, η ομολογία. Δεν υπήρξε ληστεία. Δεν υπήρξαν «αδίστακτοι κακοποιοί». Υπήρξε ένας άντρας που στραγγάλισε τη γυναίκα του, στο ίδιο σπίτι όπου κοιμόταν το παιδί τους. Υπήρξε μια στημένη σκηνή εγκλήματος, ένα ψέμα προς την κοινωνία, μια ψυχρή προσπάθεια να μετατραπεί ένας θύτης σε σύμβολο «χαροκαμένου συζύγου».
Η ιστορία της Καρολάιν μας έδωσε μια άλλη σκληρή αλήθεια: η έμφυλη βία δεν έχει πάντα τη μορφή του «μεθύστακα που χτυπάει». Μπορεί να φοράει πουκάμισο, να μιλάει ήρεμα στις κάμερες, να ξέρει πώς να κερδίζει συμπάθεια. Μπορεί να είναι ο τύπος που όλοι θεωρούν «καλό παιδί».
Κι εκεί, η κοινωνία άρχισε να χρησιμοποιεί πιο μαζικά τη λέξη που μέχρι τότε ακουγόταν κυρίως σε φεμινιστικούς κύκλους: γυναικοκτονία. Η Καρολάιν δεν «πέθανε σε μια ληστεία». Δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της, επειδή ήταν γυναίκα σε μια σχέση εξουσίας, ελέγχου, ζήλιας.
Δεν ήταν η κακιά στιγμή. Ήταν η τελευταία πράξη μιας σχέσης όπου η ανισότητα είχε γίνει κανονικότητα.
Γαρυφαλλιά – Το καλοκαίρι που σκίστηκε στη μέση
Ιούλιος, Φολέγανδρος. Διακοπές, φωτογραφίες από παραλίες, μια σχέση που –φαινομενικά– κάνει αυτό που κάνουν όλα τα ζευγάρια: ταξιδεύει, χαμογελάει, ποστάρει.
Η 26χρονη Γαρυφαλλιά δεν γύρισε ποτέ από εκείνες τις διακοπές. Ο σύντροφός της ομολόγησε ότι τη χτύπησε, τη διαπληκτίστηκε, την έσυρε στα βράχια, την άφησε στη θάλασσα. Την ώρα που η χώρα συζητούσε για «θυμό» και «ψυχική υγεία», η οικογένειά της έλεγε κάτι απλό: «Το παιδί μας δολοφονήθηκε επειδή ήταν γυναίκα».
Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης πονάνε γιατί είναι οικείες. Πόσες φορές έχουμε ακούσει για «νεύρα», για «μου γύρισε το μάτι», για «ζευγαρίσιους καβγάδες» που κανονικοποιούν τη βία σαν να είναι κάτι αναπόφευκτο; Πόσες φορές οι γύρω άνθρωποι βλέπουν σημάδια –εκρήξεις θυμού, έλεγχο, προσβολές– και τα βαφτίζουν «ιδιοτροπία χαρακτήρα»;
Η Γαρυφαλλιά έγινε η αφορμή για κάτι ακόμη: να τεθεί δημόσια το ερώτημα τι σημαίνει «τεχνικές εκπτώσεις» στην ευθύνη, όταν μιλάμε για γυναικοκτονία. Κάθε φορά που συζητιέται αν ο δράστης «θόλωσε», αν «δεν είχε πλήρη επίγνωση», οι οικογένειες των θυμάτων –και μαζί τους μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας– νιώθουν ότι η ζωή της γυναίκας ζυγίζεται με πιο ελαφριά μέτρα.
Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά
Η Ελένη, η Καρολάιν, η Γαρυφαλλιά δεν είναι τρεις «ατυχείς ιστορίες» σε μια κατά τα άλλα ασφαλή χώρα. Είναι τρία σημεία σε μια μακριά γραμμή: εκείνη που ξεκινά από τις «χαστούκες πίσω από κλειστές πόρτες» και καταλήγει σε νεκροτομεία και δικαστικές αίθουσες.
Κοινά μοτίβα επαναλαμβάνονται:
Έλεγχος και κτητικότητα που παρουσιάζονται ως «αγάπη»,
Προϋπάρχουσα βία που έχει υποτιμηθεί ή δεν έχει καταγγελθεί,
Μια κοινωνία που, ακόμη και σήμερα, ρωτάει: «Μα γιατί δεν έφυγε;» αντί να ρωτάει: «Γιατί τη σκότωσε;».
Αν κάτι αλλάζει τα τελευταία χρόνια, είναι ότι αυτές οι ιστορίες δεν περνούν πια στα ψιλά. Βγαίνουν στους δρόμους, στα πανό, στα hashtag, στους κύκλους φίλων που συζητούν ξανά – ίσως για πρώτη φορά – τι σημαίνει υγιής σχέση, τι είναι κόκκινη σημαία, πώς μπορείς να ζητήσεις βοήθεια.
Οι γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα δεν είναι μόνο τραγωδίες. Είναι και καθρέφτες. Μας αναγκάζουν να δούμε ποια αστεία που θεωρούσαμε «χαβαλέ» ήταν στην πραγματικότητα σεξισμός. Ποια «αρσενικά πρότυπα» εξυμνούσαμε. Πόσες φορές επιτρέψαμε στον εαυτό μας να πει «εντάξει, υπερβολές είναι αυτά».
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύντροφο, τον πρώην, τον πατέρα της, ακούγεται η ίδια φράση: «Δεν το περιμέναμε, ήταν ήρεμος άνθρωπος». Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να περιμένουμε «να γίνει κάτι» για να πιστέψουμε μια γυναίκα όταν λέει «φοβάμαι». Γιατί, στην τελική, δεν ήταν ποτέ «η κακιά στιγμή». Ήταν ένα σύστημα ανισότητας που έστηνε το σκηνικό για χρόνια, μέχρι να πέσει η αυλαία με τον πιο βίαιο τρόπο. Και το ερώτημα μένει: θα συνεχίσουμε απλώς να μετράμε νεκρές ή θα αλλάξουμε τους κανόνες του έργου;