Μια απλή γενική εξέταση αίματος μπορεί πολλές φορές να προκαλέσει μεγάλη ανησυχία σε έναν άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν διαπιστώνεται κάτι που δεν γνωρίζει και δεν μπορεί εύκολα να ερμηνεύσει. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η λεγόμενη «αναστροφή τύπου», ένα εύρημα που μπορεί να οφείλεται σε μια συνηθισμένη ίωση, αλλά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αποτελεί και ένδειξη σοβαρότερης αιματολογικής διαταραχής.
Πότε πρέπει πραγματικά να ανησυχήσουμε; Πότε χρειάζεται να απευθυνθούμε σε αιματολόγο; Και πόσο δικαιολογημένος είναι ο φόβος για λευχαιμία;
Τις απαντήσεις δίνει ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους Έλληνες επιστήμονες στον χώρο της Αιματολογίας και της Ογκολογίας, ο Μελέτιος Αθανάσιος (Θάνος) Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ.
Ο καθηγητής παραχώρησε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη συνέντευξη στη δημοσιογράφο Τάνια Μαντουβάλου του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ), για την εκπομπή της «104,9 Μυστικά Υγείας», στο Πρακτορείο FM.
Οι επισημάνσεις του έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή προέρχονται από έναν επιστήμονα με πολυετή κλινική, ερευνητική και πανεπιστημιακή παρουσία, ο οποίος γνωρίζει όχι μόνο τη διάγνωση και την αντιμετώπιση σοβαρών αιματολογικών νοσημάτων, αλλά και τις περιπτώσεις στις οποίες ένα εργαστηριακό εύρημα δεν δικαιολογεί υπερβολική ανησυχία.
Τι είναι η αναστροφή τύπου στη γενική αίματος
Η γενική αίματος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μέτρηση των λευκών αιμοσφαιρίων και των διαφορετικών κατηγοριών τους.
Δύο από τις σημαντικότερες κατηγορίες είναι τα ουδετερόφιλα, γνωστά και ως πολυμορφοπύρηνα, και τα λεμφοκύτταρα. Σε έναν υγιή ενήλικο, τα ουδετερόφιλα συνήθως υπερτερούν αριθμητικά.
Όταν η αναλογία αυτή αντιστρέφεται και τα λεμφοκύτταρα υπερτερούν, μιλάμε για αναστροφή τύπου.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Δημόπουλος, η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στα ποσοστά που εμφανίζονται στην εξέταση. Μεγαλύτερη σημασία έχουν οι απόλυτοι αριθμοί των κυττάρων.
Αυτό σημαίνει ότι ένα αυξημένο ποσοστό λεμφοκυττάρων δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και παθολογική αύξηση του πραγματικού αριθμού τους.
Η διάκριση είναι καθοριστική, γιατί μπορεί να αποτρέψει λανθασμένα συμπεράσματα και αδικαιολόγητη ανησυχία.
Πότε μπορεί να συνδέεται με λευχαιμία
Το ερώτημα που απασχολεί περισσότερο τους πολίτες είναι κατά πόσο η αναστροφή τύπου αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι λευχαιμίας ή άλλης αιματολογικής κακοήθειας.
Ο καθηγητής δεν αποκλείει αυτή την πιθανότητα. Διευκρινίζει, όμως, ότι ο κίνδυνος αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνυπάρχει αύξηση ή σταδιακή άνοδος των λευκών αιμοσφαιρίων, ιδίως των λεμφοκυττάρων.
Το σημαντικό είναι ότι η αναστροφή τύπου από μόνη της δεν αποτελεί διάγνωση λευχαιμίας.
Στη συνέντευξή του ο κ. Δημόπουλος επισημαίνει ότι λιγότεροι από ένας στους δέκα ανθρώπους που παρουσιάζουν αναστροφή τύπου αποδεικνύεται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο αιματολογικής κακοήθειας.
Πρόκειται για μια κλινική εκτίμηση που διατυπώνει ο ίδιος στη συνέντευξη και όχι για ποσοστό το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται ως εξατομικευμένη πρόβλεψη κινδύνου.
Το μήνυμα είναι σαφές: η πιθανότητα σοβαρής νόσου υπάρχει, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται το πιθανότερο σενάριο για κάθε άνθρωπο που βλέπει αυτή τη μεταβολή στις εξετάσεις του.
Οι τιμές που πρέπει να μας προβληματίσουν
Ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της συνέντευξης είναι το συγκεκριμένο παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο καθηγητής για να δείξει πόσο διαφορετικά μπορεί να ερμηνευτεί μια γενική αίματος.
Εάν κάποιος έχει 5.000 λευκά αιμοσφαίρια ανά μικρολίτρο αίματος, με 60% λεμφοκύτταρα και 30% ουδετερόφιλα, η εικόνα αυτή, από μόνη της, δεν προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.
Αντίθετα, όταν η αναστροφή τύπου συνοδεύεται από χαμηλό αιματοκρίτη, μειωμένα αιμοπετάλια, χαμηλά ουδετερόφιλα ή αυξανόμενο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων, τότε απαιτείται περαιτέρω ιατρική αξιολόγηση.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο καθηγητής στην περίπτωση όπου ο απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων υπερβαίνει τις 5.000 ανά μικρολίτρο αίματος.
Σε αυτή την περίπτωση, όπως εξηγεί, πρέπει να εξετάζεται και το ενδεχόμενο χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας. Πρόκειται, όμως, για ένδειξη που χρειάζεται διερεύνηση και όχι για διάγνωση της νόσου.
Μια απλή ίωση μπορεί να αλλάξει την εικόνα του αίματος
Η αναστροφή τύπου δεν συνδέεται αποκλειστικά με αιματολογικές παθήσεις.
Ο καθηγητής Δημόπουλος αναφέρει ότι μπορεί να εμφανιστεί μετά από λοιμώξεις, λόγω λήψης φαρμάκων, σε καπνιστές, αλλά και ως φυσιολογική παραλλαγή σε υγιείς ανθρώπους.
Ειδικότερα στις ιογενείς λοιμώξεις, η αύξηση των λεμφοκυττάρων μπορεί να είναι αποτέλεσμα της φυσιολογικής αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος.
Στις περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις, η μεταβολή υποχωρεί μέσα σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών.
Εάν συνεχίζεται πέρα από αυτό το χρονικό διάστημα, ο καθηγητής συνιστά περαιτέρω αξιολόγηση.
Χρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί και η μικροσκοπική εξέταση του περιφερικού αίματος, γνωστή ως επίχρισμα αίματος ή «πλακάκι», η οποία επιτρέπει στον γιατρό να παρατηρήσει τη μορφολογία των κυττάρων.
Αξίζει να επισημανθεί και κάτι ακόμη: δεν προκαλούν όλοι οι ιοί την ίδια αντίδραση. Στην περίπτωση της COVID-19, για παράδειγμα, ο καθηγητής αναφέρει ότι συχνότερα παρατηρείται μείωση και όχι αύξηση των λεμφοκυττάρων.
Στα παιδιά η αναστροφή τύπου μπορεί να είναι φυσιολογική
Μία ιδιαίτερα χρήσιμη επισήμανση αφορά τα μικρά παιδιά.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Δημόπουλο, μέχρι περίπου την ηλικία των έξι ετών η αριθμητική υπεροχή των λεμφοκυττάρων έναντι των ουδετερόφιλων αποτελεί συχνά φυσιολογικό χαρακτηριστικό.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η αναλογία μεταβάλλεται και σταδιακά επικρατούν τα ουδετερόφιλα, όπως συμβαίνει συνήθως στους ενήλικες.
Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο η αξιολόγηση των εξετάσεων πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη την ηλικία και το συνολικό ιατρικό ιστορικό.
Επανάληψη της εξέτασης και όχι αδικαιολόγητος πανικός
Μια από τις βασικότερες συμβουλές του διακεκριμένου αιματολόγου αφορά την παρακολούθηση του ευρήματος στον χρόνο.
Όταν εντοπίζεται αναστροφή τύπου χωρίς άλλα ανησυχητικά στοιχεία, ο καθηγητής περιγράφει ως συνηθισμένη προσέγγιση την επανάληψη της γενικής αίματος έπειτα από περίπου δύο μήνες.
Σκοπός είναι να εξακριβωθεί εάν πρόκειται για παροδικό φαινόμενο ή για μεταβολή που επιμένει.
Εάν οι τιμές παραμένουν σταθερές και δεν υπάρχουν επιπλέον παθολογικά ευρήματα ή συμπτώματα, η παρακολούθηση μπορεί, κατά περίπτωση, να περιοριστεί στον ετήσιο προληπτικό έλεγχο.
Αντίθετα, όταν οι τιμές επιδεινώνονται ή συνυπάρχουν άλλα παθολογικά ευρήματα, ο θεράπων γιατρός μπορεί να κρίνει απαραίτητη την ταχύτερη διερεύνηση.
Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της σύγκρισης με προηγούμενες εξετάσεις. Μια μεμονωμένη τιμή δεν παρέχει πάντοτε την ίδια πληροφορία με μια σταδιακή μεταβολή που καταγράφεται επί μήνες.
Πότε χρειάζεται εξέταση του μυελού των οστών
Ο καθηγητής Δημόπουλος επισημαίνει ακόμη μία πλευρά της σύγχρονης ιατρικής που συχνά παραβλέπεται: τον κίνδυνο των περιττών εξετάσεων.
Η διαπίστωση αναστροφής τύπου δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει αυτομάτως να υποβληθεί σε μια σειρά εξειδικευμένων ή επεμβατικών διαγνωστικών διαδικασιών.
Ακόμη και η παρακέντηση μυελού των οστών, μια εξέταση που μπορεί να έχει καθοριστική σημασία στη διερεύνηση αιματολογικών νοσημάτων, δεν δικαιολογείται χωρίς συγκεκριμένες ενδείξεις.
Η επιλογή των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα και όχι αποκλειστικά στον φόβο μιας σοβαρής διάγνωσης.
Η μεγάλη σημασία της επιστημονικής ενημέρωσης
Η συνέντευξη του Θάνου Δημόπουλου στην Τάνια Μαντουβάλου έχει αξία επειδή προσεγγίζει ένα ζήτημα που αφορά χιλιάδες πολίτες, χωρίς να υποβαθμίζει τους πιθανούς κινδύνους αλλά και χωρίς να δημιουργεί περιττή ανησυχία.
Ο πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ, με τη μακρά επιστημονική διαδρομή του και την εμπειρία του στην αντιμετώπιση αιματολογικών κακοηθειών, εξηγεί με κατανοητό τρόπο γιατί η ιατρική δεν μπορεί να στηρίζεται στην απομονωμένη ανάγνωση μιας εργαστηριακής τιμής.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη της συνέντευξης.
Η αναστροφή τύπου δεν είναι από μόνη της ασθένεια. Είναι ένα εργαστηριακό εύρημα που πρέπει να ερμηνεύεται σωστά, να παρακολουθείται όταν χρειάζεται και να διερευνάται όταν υπάρχουν ουσιαστικές ενδείξεις.
Ούτε αδιαφορία, λοιπόν, ούτε πανικός. Η σωστή ενημέρωση, η ιατρική αξιολόγηση και η εμπιστοσύνη στην επιστημονική γνώση αποτελούν την ασφαλέστερη προσέγγιση.
Το άρθρο βασίζεται στη συνέντευξη που παραχώρησε ο καθηγητής Μελέτιος Αθανάσιος Δημόπουλος στη δημοσιογράφο Τάνια Μαντουβάλου, για την εκπομπή «104,9 Μυστικά Υγείας» του Πρακτορείου FM, και δημοσιεύτηκε από το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων