Ντροπή. Η απόλυτη ντροπή. Πέντε χρόνια μετά την εν ψυχρώ εκτέλεση του συναδέλφου δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ έξω από το σπίτι του στον Άλιμο, η υπόθεση παραμένει ουσιαστικά ανοιχτή: η Δικαιοσύνη έκρινε αθώους λόγω αμφιβολιών τους δύο κατηγορούμενους ως φυσικούς αυτουργούς, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ούτε ο ηθικός αυτουργός ούτε έχει υπάρξει δημόσια γνωστή εξέλιξη που να οδηγεί στην πλήρη διαλεύκανση της δολοφονίας. Και ο αρμόδιος υπουργός ο οποίος υπερηφανεύεται για το «ελληνικό FBI», σιωπά.

Η δολοφονία του δημοσιογράφου σημειώθηκε το μεσημέρι της 9ης Απριλίου 2021, όταν ο Γιώργος Καραϊβάζ επέστρεφε από την εργασία του και έφτασε έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε, στην οδό Θέμου Αννίνου, στον Άλιμο. Σύμφωνα με την αστυνομική και δημοσιογραφική αποτύπωση της υπόθεσης, δύο άνδρες που επέβαιναν σε μηχανή τον πλησίασαν και τον πυροβόλησαν επανειλημμένα, σε μια επίθεση που από την πρώτη στιγμή περιγράφηκε ως επαγγελματικό χτύπημα. Στο σημείο περισυνελέγησαν τουλάχιστον 12 κάλυκες.

Advertisement
Advertisement

Η εκτέλεση είχε όλα τα χαρακτηριστικά οργανωμένου συμβολαίου θανάτου. Διεθνείς και ελληνικές πηγές κατέγραψαν από νωρίς ότι οι δράστες είχαν στήσει ενέδρα, είχαν επιλέξει τη στιγμή της επιστροφής του από τη δουλειά και κινήθηκαν με τρόπο που παρέπεμπε σε προετοιμασμένη επιχείρηση διαφυγής. Σε μεταγενέστερα ρεπορτάζ, η έρευνα συνέδεσε τη μηχανή των δραστών με λευκό βαν, το οποίο φέρεται να εμφανίζεται τόσο την παραμονή όσο και την ημέρα της δολοφονίας στην περιοχή, στοιχείο που ερμηνεύτηκε από τις αρχές ως πιθανή κατόπτευση και υποστήριξη της επίθεσης.

Η μεγάλη εξέλιξη ήρθε δύο χρόνια αργότερα. Στις 28 Απριλίου 2023 η ΕΛ.ΑΣ. προχώρησε στη σύλληψη δύο αδελφών, ηλικίας τότε 40 και 48 ετών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για την ανθρωποκτονία του Γιώργου Καραϊβάζ. Η δικογραφία στηρίχθηκε σε βιντεοληπτικό υλικό, στις κινήσεις οχημάτων και τηλεφωνικών συσκευών, καθώς και στην εκτίμηση ότι οι δύο κατηγορούμενοι είχαν ρόλο στην παρακολούθηση, την προσέγγιση και τη διαφυγή από το σημείο της εκτέλεσης.

Ωστόσο, το δικαστικό αποτέλεσμα δεν οδήγησε σε καταδίκη. Στις 31 Ιουλίου 2024, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας έκρινε αθώους και τους δύο κατηγορούμενους λόγω αμφιβολιών, θεωρώντας ότι η κατηγορία δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας. Οι ίδιοι είχαν αρνηθεί από την αρχή κάθε εμπλοκή. Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε έντονη απογοήτευση σε δημοσιογραφικούς και διεθνείς οργανισμούς για την ελευθερία του Τύπου, που μίλησαν ανοιχτά για συνέχιση της ατιμωρησίας.

Η αθώωση δεν ανατράπηκε. Τον Δεκέμβριο του 2024 ο Άρειος Πάγος επικύρωσε οριστικά την απαλλαγή των δύο ανδρών, κλείνοντας το σκέλος της υπόθεσης που αφορούσε τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Την ίδια περίοδο, άλλο δικαστήριο στην Αθήνα κατέληξε ότι το μόνο πιθανό κίνητρο της δολοφονίας ήταν η δημοσιογραφική δουλειά του Καραϊβάζ, μια κρίσιμη θεσμική παραδοχή που όμως δεν συνοδεύτηκε από ταυτοποίηση και τιμωρία των υπευθύνων.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία του σημερινού αδιεξόδου: όχι, μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει βρεθεί ο ηθικός αυτουργός. Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηριωμένη εξέλιξη που να δείχνει ότι έχει ταυτοποιηθεί ο εντολέας της δολοφονίας, ενώ ακόμη και οι διεθνείς οργανώσεις που παρακολουθούν την υπόθεση καταγράφουν ότι ως τις αρχές του 2026 δεν είχε αποδοθεί ευθύνη σε κανέναν για τη δολοφονία. Παράλληλα, ήδη από το 2023 δημοσιεύματα σημείωναν ότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο η εντολή να είχε δοθεί μέσα από το περιβάλλον του οργανωμένου εγκλήματος, ακόμη και από τις φυλακές, χωρίς όμως αυτό να έχει μετατραπεί σε δικαστικά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα.

Αυτό ακριβώς επισημαίνει και η σημερινή ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ. Η Ένωση αναφέρει ότι, πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία, «οι δολοφόνοι του κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι» και πως, μετά την απαλλαγή των κατηγορουμένων λόγω αμφιβολιών, δεν έχει υπάρξει καμία εξέλιξη στην έρευνα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Η ΕΣΗΕΑ, μαζί με την Ευρωπαϊκή και τη Διεθνή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, ζητεί να συνεχιστούν οι έρευνες μέχρι να λογοδοτήσουν όλοι οι υπεύθυνοι, φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί.

Πέντε χρόνια μετά, λοιπόν, η υπόθεση Καραϊβάζ παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα: είναι μια ανοιχτή πληγή για τη δημοσιογραφία, μια βαριά σκιά πάνω από τη λειτουργία του κράτους δικαίου και ένα διαρκές ερώτημα για το αν η ελληνική Πολιτεία μπορεί πράγματι να προστατεύσει όσους ερευνούν το οργανωμένο έγκλημα και αποκαλύπτουν σκοτεινές διασυνδέσεις εξουσίας. Όσο δεν βρίσκονται οι εκτελεστές και, κυρίως, όσο δεν αποκαλύπτεται ο εντολέας, η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ θα παραμένει σύμβολο ατιμωρησίας.