Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για τον πρώην αστυνομικό της Βουλής αντικατοπτρίζει τη βαρύτητα ενός κατηγορητηρίου που συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Με την επιβολή τεσσάρων ισοβίων και επιπλέον 80 ετών κάθειρξης για την κακοποίηση των παιδιών του, η δικαιοσύνη όρισε ότι ο καταδικασθείς θα παραμείνει στη φυλακή για τουλάχιστον 25 έτη πραγματικής έκτισης.
Πρόκειται για μια απόφαση που αναπόφευκτα φέρνει στη μνήμη την ιστορική φράση «Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια δεσμά». Η ρήση αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή ειπώθηκε την Παρασκευή 29 Αυγούστου 1975, πριν από ακριβώς 50 χρόνια, και αφορούσε τη μετατροπή των θανατικών ποινών των πρωταιτίων της χούντας (Παπαδόπουλου, Παττακού, Μακαρέζου) σε ισόβια.
Πόσα χρόνια είναι τα ισόβια;
Ωστόσο, παρά την ιστορική αυτή διακήρυξη, η έννοια των «ισοβίων δεσμών» με την έννοια της παραμονής στη φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής, επί της ουσίας δεν ίσχυσε ποτέ στο ελληνικό δίκαιο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στα περισσότερα νομικά συστήματα του δυτικού κόσμου.
Στην πραγματικότητα, η ειδοποιός διαφορά έγκειται στην ημερολογιακή έκτιση, δηλαδή στα «κλειστά» χρόνια που πρέπει να περάσει κανείς στη φυλακή χωρίς τον υπολογισμό πλασματικού χρόνου από μεροκάματα.
Ενώ στη μία ισόβια κάθειρξη το δικαίωμα αίτησης αποφυλάκισης θεμελιώνεται στα 18 έτη πραγματικής παραμονής, στην περίπτωση των πολλαπλών ισοβίων ο πήχης ανεβαίνει στα 25 έτη κλειστής φυλακής. Αυτό σημαίνει ότι ούτε η εργασία ούτε άλλες ευεργετικές διατάξεις μπορούν να μειώσουν αυτά τα ελάχιστα όρια πραγματικής έκτισης.
Είναι κρίσιμο να υπογραμμιστεί ότι η συμπλήρωση των 18 ή των 25 ετών αντίστοιχα, δεν συνεπάγεται την αυτόματη αποφυλάκιση. Μετά το πέρας αυτού του διαστήματος, ο καταδικασθείς αποκτά απλώς το δικαίωμα να αιτείται την έξοδό του.
Τον τελευταίο λόγο έχει πάντα το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο αξιολογεί τη διαγωγή και την επικινδυνότητα του κρατουμένου, έχοντας τη δύναμη να απορρίψει το αίτημα εάν κρίνει ότι η επάνοδος στην κοινωνία δεν είναι ασφαλής.
Αυτή η νομική διαδικασία ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια του σωφρονιστικού μας συστήματος, την οποία αναλύει διεξοδικά ο δικηγόρος και Γενικός Γραμματέας του Επιστημονικού Συνδέσμου «Οι Ποινικολόγιοι», Κωνσταντίνος Χ. Γώγος, στο άρθρο του που ακολουθεί, φωτίζοντας τις νομικές παραμέτρους που διέπουν τέτοιες καταδίκες.
Το «Δικαίωμα στην Ελπίδα» απέναντι στον Απόλυτο Εγκλεισμό: Δογματικές και Πρακτικές Προεκτάσεις της Υφ’ Όρον Απόλυσης επί Ισόβιας Κάθειρξης
Γράφει ο Κωνσταντίνος Χ. Γώγος, Δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου Κωνσταντίνος Γώγος και Συνεργάτες Γενικός γραμματέας του Επιστημονικού Συνδέσμου Δικηγόρων «Οι Ποινικολόγιοι»
Η επιβολή της ισόβιας κάθειρξης συνιστά την πλέον ακραία μορφή κρατικής καταστολής, το έσχατο όριο στο οποίο φτάνει η έννομη τάξη για να τιμωρήσει τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα. Ωστόσο, σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου, η στέρηση της ελευθερίας δεν νοείται να έχει αμιγώς εκδικητικό ή απολυτοποιημένα ανταποδοτικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, με βάση τον σεβασμό στην αξία του ανθρώπου, οφείλει να διατηρεί ζωντανή την προοπτική της επανακοινωνικοποίησης. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο θεσμός της υφ’ όρον απόλυσης, ο οποίος δεν συνιστά μια χαριστική πράξη της Πολιτείας, αλλά ένα θεμελιώδες σωφρονιστικό εργαλείο. Στην ελληνική έννομη τάξη, όμως, η εφαρμογή του διακλαδώνεται σε δύο εντελώς διαφορετικές νομικές ατραπούς, ανάλογα με το αν η εσχάτη των ποινών έχει επιβληθεί άπαξ ή κατά συρροή.
Όταν έχουμε να κάνουμε με μια μοναδική ποινή ισόβιας κάθειρξης, ο νομοθέτης οριοθετεί το τοπίο με σαφήνεια. Η τυπική προϋπόθεση για να ανοίξει η συζήτηση της αποφυλάκισης αποκρυσταλλώνεται στα 18 έτη έκτισης. Με τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού οροσήμου, ο κρατούμενος περνά από το σκοτάδι της απόλυτης στέρησης στο φως της νομικής προσδοκίας. Από το σημείο αυτό και μετά, τον λόγο έχει το Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καλείται να σταθμίσει τις ουσιαστικές πλέον προϋποθέσεις: την εν γένει διαγωγή του κατά τον εγκλεισμό και, κυρίως, την πρόγνωση για μια ομαλή επάνοδο στην κοινωνία χωρίς την τέλεση νέων αδικημάτων. Υπάρχει, συνεπώς, ένας καθαρός και ρεαλιστικός ορίζοντας.
Τα δεδομένα, ωστόσο, ανατρέπονται δραματικά όταν στο ίδιο πρόσωπο συντρέχουν πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις της βαρύτατης εγκληματικής συρροής, ο πήχυς της τυπικής προϋπόθεσης ανεβαίνει απότομα στα 25 έτη. Πρόκειται για μια συνειδητή νομοθετική επιλογή που υπαγορεύεται από την ανάγκη ικανοποίησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος και τη διαφύλαξη της γενικής πρόληψης απέναντι στην πολλαπλή απαξία των πράξεων. Ακόμα όμως και όταν παρέλθει αυτό το τεράστιο χρονικό διάστημα των 25 ετών, η αποφυλάκιση δεν επέρχεται αυτοδίκαια. Αντιθέτως, η συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας σηματοδοτεί απλώς την έναρξη μιας εξαιρετικά αυστηρής αξιολογικής διαδικασίας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη δικαιοκρατική και δογματική πρόκληση: ο κίνδυνος του απόλυτου εγκλεισμού. Το πλαίσιο για τις ουσιαστικές προϋποθέσεις τίθεται τόσο ψηλά, ώστε να ελλοχεύει πάντα η πιθανότητα οι αιτήσεις να απορρίπτονται αλυσιδωτά. Ο κατάδικος κινδυνεύει, δηλαδή, να μετατραπεί σε de facto ισοβίως έγκλειστο χωρίς καμία ρεαλιστική διέξοδο, εκτίοντας το σύνολο της ποινής του μέχρι το τέλος της φυσικής του ζωής.
Μια τέτοια συνθήκη όμως «φλερτάρει» επικίνδυνα με την παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ περί απαγόρευσης απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Όπως έχει νομολογήσει επανειλημμένα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (με χαρακτηριστικότερη τη θεμελιώδη απόφαση Vinter and Others v. The United Kingdom), κάθε κρατούμενος, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των πράξεών του, δικαιούται να διατηρεί το “δικαίωμα στην ελπίδα” (right to hope). Η ισόβια κάθειρξη οφείλει να είναι de jure και de facto επανεξετάσιμη (reducible). Αν η νομοθεσία ή η δικαστική πρακτική καταστήσουν την υφ’ όρον απόλυση μια νομική ψευδαίσθηση, τότε η ποινή χάνει τον σωφρονιστικό της χαρακτήρα και εκπίπτει σε μια στείρα διαδικασία εξόντωσης.
Εν κατακλείδι, η ισορροπία ανάμεσα στην επιβεβλημένη τιμωρία και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη. Ενώ στα 18 έτη της απλής ισόβιας κάθειρξης υπάρχει ένα ρεαλιστικό προσδόκιμο ελευθερίας, τα 25 έτη των πολλαπλών ισοβίων δημιουργούν ένα ιδιότυπο νομικό ναρκοπέδιο. Το στοίχημα για την ελληνική δικαιοσύνη είναι να επιβάλλει τον νόμο διασφαλίζοντας την απονομή δικαίου, χωρίς όμως να καταδικάζει τον άνθρωπο σε μια υπαρξιακή άβυσσο. Η στέρηση της ελευθερίας αποτελεί την αυστηρότερη, πλην δίκαιη, απάντηση του ποινικού συστήματος. Η αφαίρεση της ελπίδας, όμως, δεν χωράει σε κανένα σύγχρονο νομικό πολιτισμό.
(Πηγή: dikastiko.gr)