Διπλή διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας κινεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανοίγοντας δύο ξεχωριστά μέτωπα που αφορούν αφενός την ενεργειακή πολιτική και αφετέρου την εφαρμογή θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και συγκεκριμένα για ελλιπή εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη νομική βοήθεια σε υπόπτους και κατηγορουμένους.
Στον τομέα της ενέργειας, η Ελλάδα παραπέμπεται, μαζί με τη Μάλτα αι την Πορτογαλία, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς δεν έχει ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο τη νέα Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η οδηγία προβλέπει την επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ σε όλους τους τομείς της οικονομίας – από την ηλεκτροπαραγωγή έως τις μεταφορές, τα κτίρια και τη βιομηχανία – με στόχο τουλάχιστον 42,5% έως το 2030.
Παρά τη σχετική προθεσμία της 21ης Μαΐου 2025, η Ελλάδα δεν έχει κοινοποιήσει στις Βρυξέλλες τα απαιτούμενα μέτρα εφαρμογής. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η μη κοινοποίηση ισοδυναμεί νομικά με μη εφαρμογή της οδηγίας, γεγονός που οδηγεί στην παραπομπή και σε αίτημα επιβολής οικονομικών κυρώσεων.
Σε ξεχωριστή υπόθεση, η Κομισιόν απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την Ελλάδα για ελλιπή εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη νομική βοήθεια σε υπόπτους και κατηγορουμένους, βάσει της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 για τη νομική βοήθεια.
Όπως επισημαίνεται, το ελληνικό σύστημα παρουσιάζει καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων για τη χορήγηση νομικής βοήθειας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή παρέχεται μόνο κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου, κάτι που δεν συνάδει με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Επιπλέον, δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και η σοβαρότητα των κυρώσεων, ενώ καταγράφεται εμπλοκή αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών σε επείγουσες αποφάσεις, γεγονός που θέτει ζήτημα ανεξαρτησίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι ενδιαφερόμενοι δεν ενημερώνονται πάντα γραπτώς σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος, γεγονός που υπολείπεται των προβλεπόμενων εγγυήσεων.
Η Ελλάδα έχει πλέον προθεσμία δύο μηνών να απαντήσει και να διορθώσει τις ελλείψεις που επισημαίνονται. Σε περίπτωση μη ικανοποιητικής ανταπόκρισης, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, με την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης και ενδεχόμενη παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ.