Για πολλούς, η νηστεία είναι συνδεδεμένη με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα με τη Μεγάλη Παρασκευή, την ημέρα του απόλυτου πένθους της Χριστιανοσύνης. Για την Εκκλησία, όμως, η νηστεία δεν είναι ούτε «δίαιτα», ούτε μια ευκαιρία για αποτοξίνωση, ούτε ένα τυπικό έθιμο. Είναι άσκηση εγκράτειας, μετάνοιας και πνευματικής προετοιμασίας, με ιστορία αιώνων και νόημα πολύ ευρύτερο από το τι μπαίνει ή δεν μπαίνει στο πιάτο.

Η νηστεία δεν είναι μια εφεύρεση της Ορθοδοξίας, ούτε ένα έθιμο που γεννήθηκε μόνο μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Στον χριστιανισμό, η πρακτική της συνδέθηκε από πολύ νωρίς με την προσευχή, τη μετάνοια και την ελεημοσύνη, ενώ η Σαρακοστή διαμορφώθηκε ως περίοδος προετοιμασίας για το Πάσχα, σε μίμηση και του σαρανταήμερου νηστευτικού αγώνα του Ιησού στην έρημο πριν από τη δημόσια δράση του. Ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρχαν καθορισμένες ημέρες νηστείας, ενώ η τεσσαρακονθήμερη προπασχάλια νηστεία εδραιώθηκε στην εκκλησιαστική ζωή αργότερα.

Advertisement
Advertisement

Στην ορθόδοξη παράδοση, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και οδηγεί στη Μεγάλη Εβδομάδα, με τη νηστεία να κορυφώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν η Εκκλησία τιμά τη Σταύρωση και τον θάνατο του Χριστού. Η ημέρα αυτή θεωρείται η κατεξοχήν ημέρα αυστηρής νηστείας και πένθους. Στη λαϊκή θρησκευτικότητα συχνά περιγράφεται ως «απόλυτη νηστεία», αν και στην πράξη η τήρησή της εξαρτάται από την υγεία, την ηλικία και την πνευματική καθοδήγηση κάθε πιστού.

Αυτό είναι και το πρώτο βασικό σημείο: η νηστεία, σύμφωνα με την εκκλησιαστική διδασκαλία, δεν έχει ως πρώτο στόχο το σώμα αλλά την ψυχή. Η Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής σημειώνει ότι ο βασικός σκοπός της είναι να κάνει τον άνθρωπο πιο συνειδητό απέναντι στην εξάρτησή του από τον Θεό. Η στέρηση τροφών δεν νοείται αυτόνομα, αλλά μαζί με προσευχή, αυτοσυγκράτηση και ελεημοσύνη. Και η Παλαιά Διαθήκη είναι σαφής: η «αληθινή νηστεία» δεν είναι απλώς η αποχή από το φαγητό, αλλά η απομάκρυνση από την αδικία, τη βία και τον εγωισμό.

Ο ίδιος ο Ιησούς όχι μόνο νήστεψε, αλλά μίλησε και για τη νηστεία. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες στην έρημο, ενώ στην Επί του Όρους Ομιλία δεν λέει «αν νηστέψετε», αλλά «όταν νηστεύετε», ζητώντας από τους πιστούς να μην επιδεικνύουν τη νηστεία τους στους άλλους. Με άλλα λόγια, η νηστεία αναγνωρίζεται ως θρησκευτική πράξη, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από ταπείνωση και όχι από επίδειξη ευσέβειας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η απάντηση στο ερώτημα αν η νηστεία είναι «καθαρά θρησκευτική υπόθεση» ή αν σχετίζεται και με αποτοξίνωση. Από θεολογική άποψη είναι ξεκάθαρα θρησκευτική πρακτική. Από ιατρική άποψη, βέβαια, η πιο περιορισμένη και προσεκτική διατροφή μπορεί σε κάποιους ανθρώπους να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ελαφρότητας ή καλύτερης πειθαρχίας στις συνήθειες τους. Όμως η ιδέα ότι η νηστεία λειτουργεί ως κάποια ειδική «αποτοξίνωση» του οργανισμού δεν στηρίζεται σοβαρά από τη σύγχρονη ιατρική τεκμηρίωση. Έγκυρες ιατρικές πηγές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν πειστικά δεδομένα πως οι λεγόμενες «detox» δίαιτες απομακρύνουν τοξίνες, ενώ υπενθυμίζουν ότι το ήπαρ, οι νεφροί και το γαστρεντερικό σύστημα επιτελούν ήδη αυτόν τον ρόλο.

Άρα, το πιο έντιμο είναι να πούμε ότι η εκκλησιαστική νηστεία μπορεί να έχει για ορισμένους ανθρώπους δευτερογενή οφέλη αυτοσυγκράτησης ή διατροφικής επανεκκίνησης, αλλά δεν θεσπίστηκε γι’ αυτό. Δεν ξεκίνησε για να «καθαρίσει» το σώμα. Ξεκίνησε για να πειθαρχήσει τον άνθρωπο, να τον στρέψει στην προσευχή, να τον βγάλει από τη λογική της κατανάλωσης και να τον φέρει πιο κοντά στην έννοια της θυσίας και της συμπόνιας.

Και βέβαια, η νηστεία δεν αφορά μόνο τους Ορθόδοξους. Η Σαρακοστή τηρείται σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, για παράδειγμα, η νηστεία και η αποχή είναι υποχρεωτικές κυρίως την Τετάρτη των Τεφρών και τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώ όλες οι Παρασκευές της Σαρακοστής είναι ημέρες αποχής. Στις αγγλικανικές, λουθηρανικές και άλλες προτεσταντικές παραδόσεις η Σαρακοστή επίσης αναγνωρίζεται, συνήθως όμως με μεγαλύτερη ποικιλία στην πράξη και λιγότερο ενιαίο, αυστηρό κανόνα από ό,τι στην Ορθοδοξία.

Advertisement

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η νηστεία δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική υπόθεση. Ο Ιουδαϊσμός έχει καθιερωμένες ημέρες νηστείας, με κορυφαία το Γιομ Κιπούρ. Στο Ισλάμ, ο μήνας του Ραμαζανιού αποτελεί μία από τις κεντρικές θρησκευτικές υποχρεώσεις, με νηστεία από την αυγή έως τη δύση του ήλιου. Σύμφωνα με εγκυκλοπαιδικές πηγές, όλες σχεδόν οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου περιλαμβάνουν κάποια μορφή νηστείας, είτε ως πράξη μετάνοιας είτε ως μέσο πνευματικής προετοιμασίας και αυτοκυριαρχίας.

Η Μεγάλη Παρασκευή, πάντως, δίνει στη νηστεία ένα ακόμη βαθύτερο νόημα. Δεν είναι απλώς η «τελευταία στροφή» πριν από την Ανάσταση. Είναι η ημέρα της απόλυτης σιωπής και του πένθους, η ημέρα που η χριστιανική παράδοση θυμάται τη Σταύρωση. Στα Ευαγγέλια αναφέρεται ότι πάνω στον Σταυρό προσφέρθηκε στον Ιησού ξινό κρασί ή όξος, αυτό που στη νεοελληνική συνείδηση συχνά αποδίδεται απλά ως «ξύδι». Γι’ αυτό και η ημέρα αυτή έχει τόσο ισχυρό συμβολικό φορτίο: η νηστεία δεν είναι απλώς αποχή από το φαγητό, αλλά ένας τρόπος να συμμετέχει ο πιστός, έστω ελάχιστα, στο πένθος των Παθών.

Τελικά, η νηστεία είναι κάτι πολύ περισσότερο από διατροφικός περιορισμός. Είναι μια άσκηση μνήμης, πίστης και μέτρου. Μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με την κατανάλωση, αλλά και με τη σχέση του με τους άλλους, με τον εαυτό του και, για τον πιστό, με τον Θεό. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί επιβίωσε επί αιώνες και σε τόσες διαφορετικές θρησκείες: γιατί μιλά στην ανάγκη του ανθρώπου να στερηθεί κάτι, όχι για να τιμωρηθεί, αλλά για να ξαναβρεί νόημα

Advertisement