Δεν ήταν ένα απλό τεχνικό έργο. Η αποκατάσταση του Ιερού Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα ήταν μια επιχείρηση υψηλής επιστημονικής ακρίβειας, μεγάλης διπλωματικής λεπτότητας και τεράστιου συμβολικού βάρους. Στο επίκεντρο βρέθηκε η ελληνική διεπιστημονική ομάδα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με επικεφαλής την καθηγήτρια Αντωνία (Τώνια) Μοροπούλου, που ανέλαβε να σταθεροποιήσει, να συντηρήσει και τελικά να παραδώσει ξανά στον κόσμο το σημαντικότερο μνημείο της Χριστιανοσύνης.
Για δεκαετίες το Ιερό Κουβούκλιο έστεκε τραυματισμένο. Είχε υποστεί σοβαρές φθορές ήδη από τον σεισμό του 1927, ενώ από το 1947 οι βρετανικές αρχές το είχαν «δέσει» με αντιαισθητικά σιδερένια υποστυλώματα για να μην καταρρεύσει. Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν μόνο ορατό. Κάτω από το μνημείο, οι έρευνες αποκάλυψαν σαθρά κονιάματα, μπάζα παλαιότερων φάσεων, κενά, σήραγγες και μια γενικευμένη αστάθεια που έκανε τους επιστήμονες να μιλούν ακόμη και για κίνδυνο «καταστροφικής» αστοχίας, αν δεν προχωρούσε άμεσα η επέμβαση.
Η ουσιαστική αφετηρία του έργου τοποθετείται στο 2015, όταν το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, με τη συναίνεση των άλλων δύο κύριων κοινοτήτων που έχουν την ευθύνη του Ναού της Αναστάσεως, κάλεσε το ΕΜΠ να μελετήσει το μνημείο. Η οριστική συμφωνία για την αποκατάσταση υπογράφηκε τον Μάρτιο του 2016, ενώ το έργο παραδόθηκε τον Μάρτιο του 2017, ύστερα από περίπου εννέα μήνες εξαντλητικής εργασίας. Η ίδια η Μοροπούλου έχει περιγράψει την επιχείρηση ως έναν αγώνα νυχθημερόν, με δύο βάρδιες το εικοσιτετράωρο, ώστε «το αδύνατο να γίνει εφικτό».
Επικεφαλής του εγχειρήματος ήταν η Τώνια Μοροπούλου, όμως δίπλα της βρέθηκαν κορυφαία ονόματα της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας: ο ομότιμος καθηγητής Εμμ. Κορρές, ο καθηγητής Α. Γεωργόπουλος, ο καθηγητής Κ. Σπυράκος και ο αναπληρωτής καθηγητής Χ. Μουζάκης, ο οποίος εμφανίζεται και ως αναπληρωτής υπεύθυνος εργοταξίου στην παρουσίαση ολοκλήρωσης του έργου.
Ως προς το ανθρώπινο δυναμικό, οι διαθέσιμες πηγές δείχνουν το μέγεθος της κινητοποίησης: η επισκόπηση του έργου μιλά για 50μελή διεπιστημονική ομάδα, ενώ μεταγενέστερες παρουσιάσεις του ΕΜΠ και δηλώσεις της Μοροπούλου κάνουν λόγο για περίπου 70 Έλληνες επιστήμονες, αναστηλωτές, συντηρητές και τεχνίτες. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολύ μεγάλη ελληνική αποστολή, η οποία δούλεψε σε ένα περιβάλλον με εξαιρετικά περιορισμένο χώρο, αδιάκοπη ροή προσκυνητών και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα.
Η πιο δύσκολη φάση του έργου ήταν, κατά γενική ομολογία, η στιγμή που η επιστημονική ομάδα έπρεπε να ανοίξει το εσωτερικό του μνημείου και να απομακρύνει τη μαρμάρινη επένδυση του τάφου, κάτι που είχε να συμβεί εδώ και αιώνες. Τον Οκτώβριο του 2016, για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον το 1555, αποκαλύφθηκε η επιφάνεια που τιμάται ως ταφική κλίνη του Χριστού. Ήταν ένα παράθυρο λίγων ωρών, περίπου 60, μέσα στο οποίο έπρεπε να γίνουν τεκμηρίωση, λήψεις, δειγματοληψίες, έλεγχοι και άμεση επανασφράγιση του μνημείου, χωρίς να διαταραχθεί ούτε η στατική ισορροπία ούτε το αυστηρό θρησκευτικό πρωτόκολλο.
Εξίσου κρίσιμη ήταν και η ίδια η δομική επέμβαση: το μνημείο είχε «φουσκώσει» από τον χρόνο, τη διάβρωση και την υγρασία, όπως περιέγραφα μετά από επίσκεψή μου ως Υφυπουργός Εξωτερικών στο εργοτάξιο, μεταφέροντας την εικόνα που μου έδωσε η Μοροπούλου για μια επέμβαση που γινόταν «πέτρα-πέτρα, κομμάτι-κομμάτι». Η αφαίρεση των σιδερένιων δεσμών του 1947, η έγχυση συμβατών υλικών, η ενίσχυση της τοιχοποιίας, ο καθαρισμός των όψεων και η εγκατάσταση συστήματος αερισμού για την αντιμετώπιση της αιθάλης από τα χιλιάδες κεριά συνέθεσαν μια επέμβαση τόσο λεπτή όσο και βαθιά.
Το κόστος του έργου υπολογίζεται περίπου στα 3,5 εκατ. ευρώ, ενώ άλλες αναφορές μιλούν για αρχικό προϋπολογισμό 2,95 εκατ. ευρώ και τελικό ύψος κοντά στα 4 εκατ. δολάρια ή σχεδόν 3,5 εκατ. ευρώ, με τη χρηματοδότηση να προέρχεται από δωρητές και διεθνή στήριξη. Εκείνο που τεκμηριώνεται καθαρά είναι και η ισχυρή πολιτική στήριξη της κυβέρνησης Τσίπρα και το προσωπικό ενδιαφέρον του τότε πρωθυπουργού, ο οποίος μίλησε δημοσίως για ελληνική συνδρομή και για έργο «που θα μείνει στην ιστορία», ενώ τον Μάρτιο του 2017 ανακοίνωσε και πρόθεση συμμετοχής της κυβέρνησης στο επόμενο, μεγαλύτερο έργο συντήρησης του ίδιου του Ναού της Αναστάσεως.
Η εμπλοκή του Αλέξη Τσίπρα ήταν εμφανής και σε πολιτικό και σε συμβολικό επίπεδο. Στην επίσκεψή του στα Ιεροσόλυμα, τον Δεκέμβριο του 2016, δήλωσε ότι το έργο «θα μείνει στην ιστορία» και ότι ήταν χαρούμενος που η κυβέρνηση βοήθησε «όσο μπορούσε». Στην τελετή παράδοσης, στις 22 Μαρτίου 2017, μίλησε ξανά με υπερηφάνεια ως πρωθυπουργός αλλά και ως απόφοιτος του ΕΜΠ, τονίζοντας πως η ελληνική συμβολή, έστω και «ταπεινή», έπαιξε ρόλο στην ολοκλήρωση του έργου.
Σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκα ως υφυπουργός Εξωτερικών. λειτουργώντας ως κρίκος της κυβέρνησης με το Πατριαρχείο και το έργο. Είναι τεκμηριωμένο ότι βρέθηκα στα Ιεροσόλυμα τον Αύγουστο του 2016, είδα από κοντά την πρόοδο στο εργοτάξιο και μετέφερα στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο, το προσωπικό ενδιαφέρον του πρωθυπουργού. Είναι επίσης τεκμηριωμένο ότι επέστρεψα στο Ισραήλ στις 6-8 Μαρτίου 2017, στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψης, λίγες μόλις ημέρες πριν από την ολοκλήρωση του έργου.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της ιστορίας: ότι η αναστήλωση του Παναγίου Τάφου δεν ήταν μόνο μια τεχνική αποστολή. Ήταν μια σπάνια στιγμή όπου η ελληνική επιστήμη, η διπλωματία, η πολιτική βούληση και η εκκλησιαστική συνεννόηση συναντήθηκαν σε έναν τόπο όπου συνήθως κυριαρχούν οι αντιθέσεις. Το Ιερό Κουβούκλιο παραδόθηκε ξανά στους πιστούς στις 22 Μαρτίου 2017, ενισχυμένο, συντηρημένο και αποκατεστημένο. Και μαζί του παραδόθηκε και ένα σπάνιο μήνυμα: ότι ακόμη και στο πιο φορτισμένο μνημείο της Χριστιανοσύνης, η συνεργασία μπορεί να νικήσει τον χρόνο.