Σε κατάσταση μετωπικής αντιπαράθεσης οι θεσμικοί εκπρόσωποι των δικηγόρων και των εισαγγελικών λειτουργών, με επίκεντρο τον χειρισμό της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και το πρόσωπο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα. Η κλιμάκωση της έντασης αποτυπώνεται στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) να προχωρήσει σε συνέντευξη Τύπου αύριο, Τρίτη 5 Μαΐου 2026, στις 14:30, στην αίθουσα «Μιχάλη Επ. Ζαφειρόπουλος».

Η κίνηση αυτή αποτελεί την υλοποίηση της απόφασης που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ κατά την έκτακτη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου. Με οριακή πλειοψηφία 12 ψήφων έναντι 11 (και δύο αποχών), το όργανο ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο ζητείται η παραίτηση του κ. Τζαβέλλα. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, κ. Κουτσόλαμπρος, καταδίκασε μεν τις ενέργειες του εισαγγελέα του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά μειοψήφησε στο αίτημα παραίτησης. Με τον τρόπο αυτό υιοθέτηση την πιο μετριοπαθή απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.

Advertisement
Advertisement

Στο επίσημο κείμενό της, η πλειοψηφία του Δ.Σ. του ΔΣΑ κάνει λόγο για «θεσμική εκτροπή», υποστηρίζοντας ότι η απόφαση να αρχειοθετηθεί η απόφαση των υποκλοπών αγνοεί τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από τη δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όπως υπογραμμίζεται στο ψήφισμα, «η άρνηση περαιτέρω έρευνας θυσιάζεται στον βωμό μιας απόπειρας συγκάλυψης», ενώ σημειώνεται ότι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός «όφειλε να έχει απόσχει από τον χειρισμό της υπόθεσης» καθώς κατά το επίμαχο διάστημα των παρακολουθήσεων ήταν ο εποπτεύων εισαγγελέας της ΕΥΠ.

Πέρα από τη μειοψηφία του προέδρου του ΔΣΑ, η εσωτερική διάσταση απόψεων εντός του δικηγορικού σώματος για το συγκεκριμένο ζήτημα αναδείχθηκε έντονα μέσα από τις τοποθετήσεις δικηγόρων. Ο Δημήτρης Λυρίτσης, μέλος του Δ.Σ., υποστήριξε το ψήφισμα δηλώνοντας ότι η δικηγορία βρίσκεται «απέναντι στην ιστορία» και ότι ο Σύλλογος δεν μπορεί να παραμένει θεατής όταν τίθενται ζητήματα κράτους δικαίου. Από την άλλη πλευρά, ο Δημήτρης Αναστασόπουλος, εκ των τελικών διεκδικητών της προεδρίας, εξέφρασε τη σφοδρή διαφωνία του, καταγγέλλοντας ότι ο ΔΣΑ «όπως αναμενόταν, γίνεται παράρτημα ακραίων αντιπολιτευτικών φωνών» και κατηγορώντας την πλειοψηφία ότι εγκαταλείπει τον θεσμικό της ρόλο για να εξυπηρετήσει «σκοπιμότητες που δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα του δικηγορικού λειτουργήματος».

Άμεση ήταν η αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, η οποία εξέδωσε την ίδια μέρα ανακοίνωση καταδικάζοντας το ψήφισμα και χαρακτηρίζοντας το αίτημα παραίτησης ως «ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης» και «ευθεία προσβολή της λειτουργικής ανεξαρτησίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου». Οι εισαγγελικοί λειτουργοί τονίζουν ότι οι δικαστικές κρίσεις υπόκεινται σε κριτική, πλην όμως «η δημόσια στοχοποίηση λειτουργών και οι εκβιαστικοί τύποι αιτημάτων παραίτησης πλήττουν το κύρος των θεσμών και τη δημοκρατική νομιμότητα».

Απαντώντας στην ανακοίνωση των εισαγγελέων, ο τέως πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτρης Βερβεσός, έθεσε το εξής ερώτημα: «Απ’ αφορμή του θέματος των υποκλοπών ερωτάται η αξιοσέβαστη Ένωση Εισαγγελέων μήπως ξέρει, ή μήπως την έχει απασχολήσει το θέμα, ή έστω ποια είναι η θέση της για το ποιοι ήταν οι “εθνικοί λόγοι” για τους οποίους παρακολουθείτο οικονομικός εισαγγελέας;».

Σε αντίθεση με την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) μέχρι στιγμής επιδεικνύει μια απρόσμενη «αφωνία», η οποία έρχεται σε αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα κατά το οποίο βρισκόταν σταθερά στην πρώτη γραμμή, παρεμβαίνοντας με οργισμένες ανακοινώσεις και απαντήσεις προς το δικηγορικό σώμα για κάθε ζήτημα τριβής. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν ζητήματα που το τελευταίο διάστημα έφεραν σε «μετωπική σύγκρουση» τον δικηγορικό κλάδο με τους δικαστές και εισαγγελείς, όπως η ίδρυση του «Παρατηρητηρίου Καθυστερήσεων και Κακοδικίας» από τον ΔΣΑ -κίνηση που οι δικαστικές ενώσεις είχαν αντιμετωπίσει με οργισμένες ανακοινώσεις, θεωρώντας την προσβολή στο έργο τους.

Αντίστοιχα, σωρεία ανακοινώσεων και από τις δύο πλευρές είχε προκαλέσει το αίτημα της ΕνΔΕ για αλλαγές στην αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των δικηγόρων, ενώ διαφωνία είχε καταγραφεί και για το ζήτημα της καθαρογραφής αθωωτικών αποφάσεων. Τελευταίο… πεδίο αντιπαράθεσης ήταν μια υπόθεση στην Κέρκυρα, όπου μια δίκη για δεδουλευμένα εργαζομένων άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Η αντιπαράθεση ξεκίνησε από καταγγελία δικηγόρων για τη συμπεριφορά της έδρας και οδήγησε τότε σε ανταλλαγή αιχμηρών ανακοινώσεων.

Εκτός από τη συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα, αύριο έχει προγραμματιστεί συνεδρίαση και των δικηγόρων του Πειραιά για το ίδιο θέμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μέτωπο των κινητοποιήσεων και της θεσμικής πίεσης διευρύνεται.