Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η τούρτα που ανέβασε η Ελένη Ράντου στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων, μπροστά σε χιλιάδες θεατές, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια τρυφερή οικογενειακή στιγμή. Ήταν η εικόνα ενός καλλιτέχνη που στα 76 του παραμένει εκεί όπου έζησε πάντα: στο φως της σκηνής, απέναντι σε ανθρώπους που δεν τον χειροκροτούν από συνήθεια, αλλά από αναγνώριση.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν χρειάζονται επετειακές αφορμές για να θυμηθείς τι άφησαν πίσω τους. Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν είναι πίσω. Είναι ακόμη εδώ. Στα ραδιόφωνα, στα live, στα φοιτητικά δωμάτια, στα παλιά κασετόφωνα, στις παρέες που ξέρουν απέξω τους στίχους, στα παιδιά που τον ανακαλύπτουν χωρίς να έχουν ζήσει την εποχή που τον γέννησε.

Advertisement
Advertisement

Αν υπάρχει μια φωνή που ένωσε το ελληνικό ροκ με το πολιτικό τραγούδι, την ερωτική μπαλάντα με την κοινωνική οργή, τη σκηνή με την πλατεία και το στάδιο με την προσωπική εξομολόγηση, αυτή είναι η φωνή του Βασίλη.

Δεν υπήρξε απλώς τραγουδιστής. Υπήρξε τρόπος εκφοράς μιας ολόκληρης μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΌ ΙΝΣΤΑΓΚΡΑΜ 

Μια συμπυκνωμένη γεωγραφία ζωής

Η διαδρομή του ξεκινά από τη Βάστα της Αρκαδίας, το χωριό κοντά στη Μεγαλόπολη όπου γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1950. Από εκεί, η οικογένεια μετακινείται στην Αθήνα, όπως τόσες οικογένειες εκείνων των χρόνων, κουβαλώντας επαρχία, μνήμη, ανάγκη και προσδοκία.

Η Αθήνα των νεανικών του χρόνων δεν είναι μόνο πόλη. Είναι εργαστήριο. Είναι δρόμοι, παρέες, μουσικές, κιθάρες, πρώτα συγκροτήματα, πολιτική φόρτιση, μπουάτ, ροκ ακούσματα, Θεοδωράκης, Λοΐζος, τραγούδι διαμαρτυρίας, τραγούδι συντροφιάς.

Advertisement

Αυτή είναι η δική του γεωγραφία:
Βάστα – Αθήνα – στούντιο – περιοδείες – εξωτερικό – Φάληρο – Λυκαβηττός – Καλλιμάρμαρο – Θέατρο Βράχων.
Όχι ως διαδρομή χιλιομέτρων, αλλά ως χάρτης μιας φωνής που μετακινήθηκε από την προσωπική ιστορία στη συλλογική μνήμη.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου μπήκε στη δισκογραφία σε μια εποχή όπου το ελληνικό τραγούδι αναζητούσε νέα ταυτότητα. Από τη μια υπήρχε η μεγάλη παράδοση του πολιτικού και έντεχνου τραγουδιού. Από την άλλη, μια νεότερη γενιά ήθελε ηλεκτρικό ήχο, πιο άμεση γλώσσα, πιο ωμή συγκίνηση, πιο δυνατή σκηνική παρουσία.

Ο Παπακωνσταντίνου στάθηκε στο ενδιάμεσο και το έκανε πατρίδα του.

Advertisement

Το ελληνικό ροκ πριν και μετά τον Βασίλη

Η μεγάλη προσφορά του στο ελληνικό ροκ δεν είναι μόνο ότι τραγούδησε ροκ. Είναι ότι το έκανε ελληνικό χωρίς να το μικρύνει.

Δεν αντέγραψε απλώς ξένες φόρμες. Δεν φόρεσε στο ελληνικό τραγούδι ένα ηλεκτρικό κοστούμι. Πήρε την ελληνική γλώσσα, με τις γωνίες, τα πάθη, τα πολιτικά της τραύματα και την καθημερινή της τρυφερότητα, και την έβαλε πάνω σε ήχους που μπορούσαν να γεμίσουν στάδια.

Advertisement

Με τη φωνή του, το ροκ στην Ελλάδα έπαψε να είναι υπόθεση μιας μικρής σκηνής ή μιας εναλλακτικής κοινότητας. Έγινε υπόθεση πολλών. Έγινε λαϊκό με την καλή έννοια: όχι εύκολο, όχι ευκαιριακό, αλλά κοινόχρηστο. Τραγούδι που μπορούσε να το φωνάξει ο φοιτητής, ο εργάτης, ο έφηβος, ο πενηντάρης, ο ερωτευμένος, ο απογοητευμένος, ο θυμωμένος.

Ο Βασίλης δεν τραγούδησε μόνο την αντίσταση. Τραγούδησε και τον φόβο. Δεν τραγούδησε μόνο το «εμείς». Τραγούδησε και το «εγώ» όταν τσακίζεται. Δεν έμεινε μόνο στο σύνθημα. Πέρασε μέσα από τη ρωγμή του ανθρώπου.

Γι’ αυτό και άντεξε.

Advertisement

Συνεργάστηκε με μεγάλους δημιουργούς, πέρασε από τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, συνδέθηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Νίκο Άσιμο, τον Άλκη Αλκαίο, τον Τριπολίτη, τον Καββαδία, τον Καρυωτάκη, και τόσους ακόμη. Δεν τους «σκέπασε» με τη φωνή του. Τους έδωσε σώμα. Έκανε τους στίχους να ακούγονται σαν να γράφτηκαν για να ειπωθούν από χιλιάδες στόματα μαζί.

Advertisement

Αυτό είναι το σπάνιο χάρισμά του: η φωνή του δεν μοιάζει ποτέ μόνη. Ακόμη κι όταν τραγουδάει μπαλάντα, ακούγεται σαν να έχει πίσω της μια πλατεία.

Ο τραγουδιστής που δεν αποσύρθηκε από το κοινό του

Στην περίπτωση του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, οι συναυλίες δεν ήταν ποτέ συμπλήρωμα της δισκογραφίας. Ήταν το φυσικό του περιβάλλον. Εκεί όπου το τραγούδι ξαναγεννιέται κάθε φορά.

Advertisement

Η σκηνή του Θεάτρου Βράχων, όπου γιόρτασε τα 76α γενέθλιά του, είχε ακριβώς αυτή τη συμβολική δύναμη. Ένας καλλιτέχνης με πάνω από μισό αιώνα πορείας, αντί να κοιτάζει αναδρομικά την ιστορία του, συνεχίζει να τη ζει μπροστά σε ανθρώπους που δεν τον αντιμετωπίζουν ως μουσειακό μέγεθος, αλλά ως παρόντα συνομιλητή.

Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί ο Βασίλης έχει περάσει από γενιά σε γενιά χωρίς να χάσει την έντασή του. Δεν έγινε ποτέ «παλιός» με τον τρόπο που παλιώνουν οι μόδες. Έγινε διαχρονικός με τον τρόπο που μένουν ζωντανά τα τραγούδια που ακουμπούν σε πραγματικές ανάγκες.

Να αγαπηθείς.
Να θυμώσεις.
Να φοβηθείς.
Να σηκωθείς.
Να πεις «δεν είμαι εντάξει» και να συνεχίσεις.

Πέντε μεγάλες επιτυχίες που τον σημάδεψαν

Δεν είναι εύκολο να χωρέσει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου σε πέντε τραγούδια. Κάθε ακροατής θα έφτιαχνε τη δική του λίστα, θα πρόσθετε άλλα, θα αφαιρούσε, θα διαφωνούσε. Όμως υπάρχουν τραγούδια που λειτουργούν σαν σταθμοί μιας μεγάλης διαδρομής.

1. Σ’ ακολουθώ
Η τρυφερή πλευρά του Βασίλη. Ένα τραγούδι που δεν χρειάζεται ένταση για να σε κατακτήσει. Η φωνή χαμηλώνει, γίνεται εσωτερική, και το ερωτικό τραγούδι αποκτά την αίσθηση προσωπικής εξομολόγησης.

2. Φοβάμαι
Ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του. Όχι γιατί μιλά για τον φόβο ως αδυναμία, αλλά γιατί τον κάνει συλλογική εμπειρία. Ένα τραγούδι που μπορεί να ακουστεί προσωπικό, πολιτικό, υπαρξιακό — και όλα μαζί.

3. Ο κουρσάρος
Η ροκ μυθολογία του Βασίλη σε πλήρη ανάπτυξη. Θεατρικό, ηλεκτρικό, σχεδόν κινηματογραφικό. Από τα τραγούδια που στις συναυλίες δεν ακούγονται απλώς· ξεσπούν.

4. Χαιρετίσματα
Ένα τραγούδι-σύνθημα, με τον Νικόλα Άσιμο να συναντά την ερμηνευτική ιδιοσυγκρασία του Παπακωνσταντίνου. Αν υπάρχει τραγούδι που κουβαλά ειρωνεία, πίκρα, οργή και ελευθερία μαζί, είναι αυτό.

5. Πριν το τέλος
Από εκείνα τα τραγούδια που έχουν γίνει σχεδόν προσωπικό καταφύγιο για πολλούς ακροατές. Με τον Βασίλη, το «πριν το τέλος» δεν ακούγεται σαν παραίτηση. Ακούγεται σαν τελευταία, πεισματική απόφαση να ζήσεις.

Η φωνή που έγινε κοινό βίωμα

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δεν ανήκει μόνο στο ελληνικό ροκ. Ανήκει σε κάτι ευρύτερο: στην ελληνική συναισθηματική ιστορία των τελευταίων πέντε δεκαετιών.

Υπήρξε η φωνή των γηπέδων χωρίς να γίνει κραυγή χωρίς νόημα. Η φωνή της διαμαρτυρίας χωρίς να χάσει την τρυφερότητα. Η φωνή του έρωτα χωρίς να γίνει γλυκερή. Η φωνή της ήττας χωρίς να παραδοθεί.

Και αυτό ίσως είναι το μυστικό του. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δεν τραγούδησε ποτέ σαν κάποιος που θέλει απλώς να εντυπωσιάσει. Τραγούδησε σαν κάποιος που είχε κάτι να πει και δεν μπορούσε να το κρατήσει μέσα του.

Στα 76 του, με μια τούρτα στη σκηνή, τη γυναίκα του δίπλα του και χιλιάδες ανθρώπους απέναντί του, η εικόνα ήταν καθαρή: ο Βασίλης δεν γιόρταζε μόνο τα γενέθλιά του.

Γιόρταζε το σπάνιο προνόμιο ενός καλλιτέχνη να μεγαλώνει μαζί με το κοινό του και το κοινό του να εξακολουθεί να τον ακολουθεί.