Η επάρκεια βιταμίνης D στη μέση ηλικία ενδέχεται να συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου και να συνδέεται με μικρότερη συσσώρευση μιας πρωτεΐνης που αποτελεί βασικό βιοδείκτη της νόσου Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με νέα αμερικανική μελέτη. Αν και τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ανοίγουν έναν νέο δρόμο για την έρευνα σχετικά με την πρόληψη της άνοιας.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neurology Open Access, διαπίστωσε ότι άτομα με υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D γύρω στα 40 τους χρόνια εμφάνιζαν, περίπου 16 χρόνια αργότερα, μικρότερη εναπόθεση της πρωτεΐνης tau στον εγκέφαλο. Η συσσώρευση της πρωτεΐνης tau θεωρείται χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου Αλτσχάιμερ και συνδέεται με τη σταδιακή έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.
«Η βιταμίνη D στη μέση ηλικία θα μπορούσε να αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για την προστασία της υγείας του εγκεφάλου στο μέλλον», δήλωσε η νευρολόγος και επικεφαλής της μελέτης, Emer McGrath, από το Πανεπιστήμιο του Γκάλγουεϊ στην Ιρλανδία. Όπως επισήμανε, παρότι προηγούμενες έρευνες είχαν συνδέσει τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σε άτομα άνω των 70 ετών με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, η νέα μελέτη είναι από τις πρώτες που εξετάζουν τον ρόλο της D σε πολύ νεότερους ενήλικες.
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 793 άνδρες και γυναίκες χωρίς άνοια, οι οποίοι συμμετείχαν στη μακροχρόνια Framingham Heart Study στις ΗΠΑ. Όταν οι συμμετέχοντες βρίσκονταν κατά μέσο όρο στην ηλικία των 39 ετών, υποβλήθηκαν σε αιματολογικές εξετάσεις για τη μέτρηση των επιπέδων βιταμίνης D.
Περίπου 16 χρόνια αργότερα, περισσότεροι από 430 εξ αυτών υποβλήθηκαν σε απεικονιστικές εξετάσεις PET (τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων) ώστε να αξιολογηθεί η παρουσία των πρωτεϊνών tau και β-αμυλοειδούς, δύο βασικών βιοδεικτών που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Η ανάλυση έδειξε ότι όσοι είχαν υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στην αρχή της μελέτης παρουσίαζαν αργότερα μικρότερη συσσώρευση της tau. Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε αντίστοιχη σχέση με το β-αμυλοειδές.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν πως η βιταμίνη D μειώνει άμεσα τη συσσώρευση της πρωτεΐνης tau ή προλαμβάνει την άνοια. Δείχνουν, όμως, ότι η επάρκειά της στη μέση ηλικία συνδέεται με μικρότερη συσσώρευση της πρωτεΐνης tau, ένα εύρημα που, σύμφωνα με τους ερευνητές, αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω σε κλινικές δοκιμές.
Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ωστόσο δείχνουν μόνο μια συσχέτιση μεταξύ της βιταμίνης D και πρώιμων ενδείξεων άνοιας στον εγκέφαλο», τόνισε η McGrath, προσθέτοντας ότι θα απαιτηθούν κλινικές δοκιμές για να διαπιστωθεί εάν τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν πράγματι να συμβάλουν στην πρόληψη της νόσου.
Μάλιστα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι, εφόσον η βιταμίνη D αποδειχθεί τελικά προστατευτική, το πιθανότερο είναι να δρα πριν ακόμη εμφανιστούν οι παθολογικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο. Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι μελλοντικές κλινικές μελέτες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε νεότερους, γνωστικά υγιείς ενήλικες και να εξετάσουν τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων ή τη μακροχρόνια λήψη συμπληρωμάτων.
Με πληροφορίες από Science Alert