Η ποιότητα του ύπνου αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, καθώς εκτιμάται ότι περίπου ένας στους πέντε ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζει τέτοιας φύσης προβλήματα. Για πολλούς ανθρώπους, η αναζήτηση καλύτερου ύπνου οδηγεί στη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ωστόσο, νέα έρευνα υποδεικνύει ότι ένα συχνά χρησιμοποιούμενο φάρμακο για την αϋπνία, η κουετιαπίνη (quetiapine), μπορεί να συνοδεύεται από σοβαρές παρενέργειες που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την ασφάλεια των ασθενών την επόμενη ημέρα σύμφωνα με το Sciencealert.com .
Η κουετιαπίνη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό φάρμακο. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν υπνηλία, ξηροστομία, ζάλη, δυσκοιλιότητα και αύξηση σωματικού βάρους σύμφωνα με την Επισκόπηση ΑΙ.
Γνωστή εμπορικά ως Seroquel, έχει εγκριθεί για τη θεραπεία παθήσεων όπως η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή. Παρότι δεν έχει εγκριθεί ειδικά για την αϋπνία, συχνά συνταγογραφείται σε χαμηλές δόσεις ως «εκτός ενδείξεων» (off-label) θεραπεία, καθώς προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα του ύπνου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπάρχει η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η χαμηλή δόση κουετιαπίνης αποτελεί μια σχετικά ακίνδυνη λύση για τα προβλήματα ύπνου, όμως τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Flinders στην Αυστραλία και επικεντρώθηκε σε άτομα που έπασχαν από αποφρακτική άπνοια ύπνου, τη συχνότερη μορφή άπνοιας. Η πάθηση αυτή χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών κατά τη διάρκεια του ύπνου, γεγονός που προκαλεί συμπτώματα όπως ροχαλητό, πονοκεφάλους και έντονη κόπωση την επόμενη ημέρα. Υπολογίζεται ότι σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από αυτή τη διαταραχή.
Στο πλαίσιο της κλινικής δοκιμής, συμμετείχαν 15 άτομα με αποφρακτική άπνοια ύπνου και δυσκολία διατήρησης του ύπνου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κουετιαπίνη πράγματι συνέβαλε στη βελτίωση ορισμένων παραμέτρων του ύπνου, καθώς οι συμμετέχοντες κοιμήθηκαν περισσότερες ώρες και ξυπνούσαν λιγότερο συχνά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, τα οφέλη αυτά συνοδεύτηκαν από σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοση και την εγρήγορση την επόμενη ημέρα.
Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες παρουσίασαν πιο αργούς χρόνους αντίδρασης σε τεστ ψυχοκινητικής εγρήγορσης σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Παράλληλα, τα περιστατικά απώλειας προσοχής αυξήθηκαν σημαντικά. Σε προσομοίωση οδήγησης, οι συμμετέχοντες αποκλίνουν περισσότερο από το κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας, ενώ τα ατυχήματα σχεδόν διπλασιάστηκαν σε σχέση με την ομάδα placebo, αν και το μικρό μέγεθος του δείγματος δεν επιτρέπει απόλυτα ασφαλή συμπεράσματα για αυτό το εύρημα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε το γεγονός ότι αρκετοί συμμετέχοντες δεν αισθάνονταν υπνηλία ή μειωμένη απόδοση, παρότι οι αντικειμενικές μετρήσεις έδειχναν σημαντική επιδείνωση. Η απόκλιση ανάμεσα στην υποκειμενική αίσθηση και την πραγματική λειτουργικότητα θεωρείται σοβαρός κίνδυνος, ιδιαίτερα για δραστηριότητες όπως η οδήγηση.
Οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν ότι η κουετιαπίνη είναι πάντοτε επικίνδυνη, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις τα οφέλη μπορεί να υπερτερούν των κινδύνων. Ωστόσο, προτείνουν μεγαλύτερη προσοχή στη συνταγογράφησή της, ιδιαίτερα σε άτομα με γνωστή ή πιθανή άπνοια ύπνου. Επισημαίνουν επίσης ότι περίπου το 80% των ατόμων με αποφρακτική άπνοια παραμένουν αδιάγνωστα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο ακατάλληλης χρήσης του φαρμάκου.
Τέλος, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η άπνοια ύπνου είναι μια πολύπλοκη πάθηση που απαιτεί εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση και όχι αυτόματη καταφυγή σε κατασταλτικά φάρμακα. Μελλοντικές έρευνες με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων, διαφορετικές δόσεις και μακροχρόνια παρακολούθηση θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση των επιδράσεων της κουετιαπίνης στον ύπνο και τη λειτουργικότητα των ασθενών.
Πηγή: Sciencealert.com , Annals of the American Thoracic Society , Επισκόπηση ΑΙ