Τα φάρμακα GLP-1, όπως το Ozempic και το Wegovy, ενδέχεται να αυξάνουν ελαφρώς τον κίνδυνο οστεοπόρωσης, ουρικής αρθρίτιδας και της σπάνιας μεταβολικής οστικής νόσου οστεομαλακία, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη η οποία παρουσιάστηκε στην Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Ορθοπεδικών Χειρουργών (AAOS) του 2026.
Οπως αναφέρει άρθρο του Science Alert που την παρουσιάζει, δεδομένου ότι όλες αυτές οι παθήσεις σχετίζονται με τα οστά και τις αρθρώσεις, οι ερευνητές της μελέτης υποψιάζονται ότι η ξαφνική μείωση της μάζας μπορεί να καταπονήσει το μυοσκελετικό σύστημα. Η γρήγορη απώλεια βάρους μπορεί επίσης να προκαλέσει απότομη αύξηση του ουρικού οξέος, το οποίο προκαλεί ουρική αρθρίτιδα. Η ομάδα υποθέτει ότι μπορεί να συμβάλλει και η μείωση της πρόσληψης τροφής και θρεπτικών ουσιών.
Τα φάρμακα GLP-1 (γλυκαγόνη-όμοιο πεπτίδιο-1) έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με διαταραχές στην παραγωγή ασβεστίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη και την αποκατάσταση των οστών, αυξάνοντας την πιθανότητα να ευθύνεται περισσότερος από ένας μηχανισμός.
Ενώ γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι τα φάρμακα GLP-1 προσφέρουν μια σειρά από οφέλη για την υγεία που ξεπερνούν την απώλεια βάρους και τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2, το ότι τα φάρμακα αυτά είναι σχετικά καινούργια σημαίνει ότι ενδέχεται να μην έχουμε ακόμη πλήρη εικόνα των επιδράσεών τους.
«Αυτή τη στιγμή φτάνουμε στο σημείο όπου τα δεδομένα παρακολούθησης πέντε και δέκα ετών για τους ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 γίνονται διαθέσιμα», λέει ο κύριος συγγραφέας Μουάζ Γουαγιαθάχ, φοιτητής ιατρικής στο Michigan State University.
Τα φάρμακα GLP-1 ονομάζονται έτσι επειδή μιμούνται τα αποτελέσματα της φυσικής ορμόνης GLP-1: μείωση της όρεξης, επιβράδυνση της πέψης και ενίσχυση της ινσουλίνης. Μερικές φορές αναφέρονται ως αγωνιστές υποδοχέων (RA) επειδή δρουν στους ίδιους κυτταρικούς υποδοχείς με την ορμόνη GLP-1.
Ο δρ. Γουαγιαθάχ και οι συνεργάτες του ανέλυσαν τα ιατρικά αρχεία 73.483 ατόμων για πέντε χρόνια μετά την έναρξη της αγωγής με φάρμακα GLP-1. Τα αρχεία αυτά συγκρίθηκαν με αυτά 73.483 ατόμων της ομάδας ελέγχου που δεν έλαβαν φάρμακα GLP-1, τα οποία αντιστοιχούσαν ως προς την ηλικία, το φύλο, τον δείκτη μάζας σώματος και διάφορους άλλους παράγοντες.
Σε σύγκριση με όσους δεν έλαβαν φάρμακα GLP-1, όσοι έλαβαν τα φάρμακα – συμπεριλαμβανομένων των semaglutide, liraglutide, dulaglutide ή exenatide – είχαν 0,9% υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν οστεοπόρωση, 0,8% υψηλότερο κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας και 0,1% υψηλότερο κίνδυνο οστεομαλακίας (σ.σ. είναι μια μεταβολική πάθηση των οστών, η οποία χαρακτηρίζεται από την εξασθένηση και τη μαλάκυνση των οστών και πρόκειται ουσιαστικά για μια κατάσταση όπου τα οστά δεν σκληραίνουν σωστά, καθώς δεν γίνεται ικανοποιητική εναπόθεση ασβεστίου και φωσφόρου).
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτία και αποτέλεσμα. Αρκετοί άλλοι σχετικοί παράγοντες, όπως οι διατροφικές συνήθειες και η σωματική άσκηση, δεν συμπεριλήφθηκαν στα αναλυθέντα δεδομένα.
Αν και η αύξηση του κινδύνου είναι μικρή, η συσχέτιση είναι στατιστικά σημαντική και αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω.
Είναι μια περίπλοκη εικόνα, ειδικά δεδομένου ότι μια άλλη σχετική μελέτη που παρουσιάστηκε στην ίδια διάσκεψη διαπίστωσε ότι τα άτομα που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 έχουν, κατά μέσο όρο, καλύτερα αποτελέσματα ανάρρωσης από ορθοπεδικές επεμβάσεις, όπως αντικαταστάσεις ισχίου και γόνατος. Δεν είναι τόσο απλό να πούμε ότι οι θεραπείες με GLP-1 είναι κακές για τα οστά και μπορεί ακόμη και να βοηθήσουν σε προβλήματα οστεοαρθρίτιδας.
Πρόσφατες έρευνες έχουν συνδέσει αυτή την κατηγορία φαρμάκων με ένα μικρό αυξημένο κίνδυνο απώλειας όρασης, σοβαρών προβλημάτων στο πάγκρεας και απώλειας μυϊκής μάζας, αλλά δεν διαθέτουμε ακόμη αρκετά δεδομένα για να αξιολογήσουμε πλήρως την ισορροπία μεταξύ κινδύνου και οφέλους των GLP-1 RA.
Είναι πιθανό ότι για ορισμένα άτομα, άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις ή φυσικές εναλλακτικές λύσεις μπορεί να είναι καλύτερες. Προς το παρόν, όμως, οι ερευνητές συνεχίζουν να εξετάζουν προσεκτικά τα πιθανά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτών των φαρμάκων GLP-1.
«Οποιοδήποτε φάρμακο που υιοθετείται τόσο γρήγορα χρήζει προσεκτικής εξέτασης, ιδιαίτερα στην ορθοπεδική όπου η παχυσαρκία και η χειρουργική επέμβαση συχνά επικαλύπτονται και όταν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της έκθεσης στο GLP-1 RA στην υγεία των οστών και των αρθρώσεων παραμένουν ελάχιστα κατανοητές», λέει ο δρ. Γουαγιαθάχ.
Σε λιγότερο από 2 έτη από τη διακοπή των φαρμάκων παχυσαρκίας, βάρος και προβλήματα υγείας επιστρέφουν
Εν τω μεταξύ, όταν οι ασθενείς σταματούν να παίρνουν φάρμακα για την απώλεια βάρους, οι ευεργετικές επιδράσεις των φαρμάκων ως προς το βάρος και άλλα θέματα υγείας εξαφανίζονται μέσα σε δύο χρόνια, σύμφωνα με μια μεγάλη ανάλυση παλαιότερων ερευνών.
Επανεξετάζοντας στοιχεία για 9.341 παχύσαρκους ή υπέρβαρους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε 37 μελέτες με οποιοδήποτε από τα 18 (υπάρχοντα) διαφορετικά φάρμακα για την απώλεια βάρους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι επανέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν μία λίβρα (0,4 kg) ανά μήνα μετά τη διακοπή των φαρμάκων και προβλέπεται να επιστρέψουν στο βάρος πριν από τη θεραπεία σε 1,7 χρόνια.
Οι παράγοντες κινδύνου για την υγεία της καρδιάς, όπως η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης, που επωφελήθηκαν από τα φάρμακα, προβλέπεται να επιστρέψουν στα προ της θεραπείας επίπεδα μέσα σε 1,4 χρόνια μετά τη διακοπή των φαρμάκων, κατά μέσο όρο, σύμφωνα με την παρουσίαση της μελέτης στο The BMJ.
Με πληροφορίες από: sciencealert.com , BMJ.