Η ανθοδέσμη έρχεται πάντα στην ώρα της.

Φρέσκια, πολύχρωμη, ανοιξιάτικη, τόσο ζωντανή που σχεδόν σε κοιτάει με ύφος “έλα χαλάρωσε, σήμερα είναι η μέρα σου” κι εσύ την κοιτάς  καχύποπτα γιατί ξέρεις ήδη, ότι μέχρι την Τετάρτη θα έχει αρχίσει να λυγίζει σαν να αντιμετωπίζει κι αυτή την πραγματικότητα.

Advertisement
Advertisement

Την βάζεις στο μεγάλο γυάλινο βάζο, την τακτοποιείς λίγο, της αλλάζεις γωνία, κάνεις ένα βήμα πίσω για να την θαυμάσεις κι από πιο μακριά, χαμογελάς.

“Χρόνια πολλά μαμά!”

“Να’σαι καλά αγάπη μου…”

(Μικρή παύση. Κοιτάς τα λουλούδια. Σε κοιτούν κι εκείνα. Ξέρουν. Θα αντέξουν τρεις μέρες το πολύ.)

Κάπου εδώ ξεκινάει η γιορτή.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βγείτε έξω για φαγητό.

Advertisement

Θα ακουμπήσεις σε ένα τραπέζι που δεν χρειάζεται εσύ  να έχεις στρώσεις και κάποιος άλλος θα σου φέρει το πιάτο χωρίς να πρέπει να σηκωθείς τουλάχιστον πέντε φορές πριν.

  • Τι θα πάρεις;
  • Δεν ξέρω, κάτι ελαφρύ…

(Ψέμα. Θα πάρεις ό,τι δεν προλαβαίνεις να φας ποτέ στο σπίτι.)

Στη χειρότερη;

Advertisement

Φοράς ποδιά.

Και γιορτάζεις… ανακατεύοντας το κοκκινιστό στην κατσαρόλα.

  • Μαμά, να σε βοηθήσω;
  • Όχι αγάπη μου τό’χω…

(Γιατί πάντα το’χεις. Και κάπου εκεί είναι και το πρόβλημα.)

Advertisement

Κι ανάμεσα σε κουτάλες, πιάτα και “πρόσεχε καίει”, περνάει η μέρα που υποτίθεται είναι δική σου.

Μια μέρα αφιερωμένη σ΄εσένα.

Με εσένα…απασχολημένη.

Advertisement

Δεν είναι ειρωνεία. Είναι σχεδόν παράδοση. Γιατί οι μητέρες έχουν ένα περίεργο ταλέντο. Να εξαφανίζονται στην ίδια τους τη γιορτή.

Advertisement

Σε αυτό το σκηνικό εισβάλλει και η εφηβεία. Καθόλου διακριτικά και με ορμή.

Γιατί την Κυριακή είσαι :

“Η καλύτερη μαμά του κόσμου!”

Advertisement

“Σ’ αγαπώ πολύ!”

“Είσαι η μόνη που με καταλαβαίνει!”

(Εδώ κρατάς μια μικρή επιφύλαξη. Η εμπειρία μιλάει.)

Κι έρχεται η Δευτέρα.

“Δεν με καταλαβαίνεις καθόλου!”

“Οι άλλες μαμάδες αφήνουν τα παιδιά τους!”

“Γιατί πάντα πρέπει να τα ξέρεις όλα;”

“Γιατί κάνεις έτσι;”

Και μένεις εκεί να κοιτάς με μια εσωτερική σχεδόν φιλοσοφική απορία.

Χθες ήμουν “η μόνη που καταλαβαίνει”. Σήμερα τι άλλαξε; Πότε ακριβώς έπεσα από το βάθρο; Μέσα σε μια νύχτα;

Η μετάβαση είναι εντυπωσιακή.

“Μαμά είσαι η καλύτερη!” (Κυριακή)

“Μαμά σοβαρά τώρα;” (Δευτέρα). Σε χρόνο ρεκόρ.

Δεν είναι παράπονο. Είναι απλώς… ρεαλισμός με εμπερία.

Γιατί τα παιδιά, ειδικά στην εφηβεία, δεν είναι υποκριτικά.

Είναι ακατέργαστα. Σήμερα σε αποθεώνουν, αύριο σε αμφισβητούν. Και κάπου ανάμεσα, σε χρειάζονται περισσότερο απ’όσο θα παραδεχθούν ποτέ.

Κι εσύ;

Εσύ μαθαίνεις να αντέχεις και τις δύο εκδοχές. Και την αγκαλιά και το “άσε με ήσυχη”. Και το “σ’αγαπώ” και το “δεν καταλαβαίνεις τίποτα”.

Και συνεχίζεις.

Με μια ανθοδέσμη που αρχίζει να γέρνει λίγο στο βάζο.

Με ένα καφέ που δεν κατάφερες να πιείς ζεστό. Με μια μέρα που πέρασε γρήγορα όπως οι άλλες.

Και με εκείνη τη γνώριμη σκέψη.

Μπορεί μια μέρα να καλύψει τις υπόλοιπες 364;

Όχι, αλλά μπορεί να σου θυμίσει κάτι που ξεχνιέται εύκολα. Ότι μέσα σε αυτό το χάος, υπάρχει αγάπη. Αδέξια, αντιφατική, καμία φορά εκνευριστική, αλλά υπαρκτή.

Και στο τέλος της ημέρας θα κάτσεις, ίσως λίγο πιο κουρασμένη απ’όσο θα ήθελες, ίσως λίγο πιο σιωπηλή.

Και κάπου εκεί, θα περάσει από το μυαλό σου η δική σου μητέρα.

Όχι όπως τη θυμόσουν τότε, που σου φαινόταν υπερβολική, κουραστική, παρεμβατική. Που έλεγες μέσα σου ή κι απέξω σου “δεν θα γίνω έτσι”.

Και τώρα δεν το λες. Δεν σημαίνει ότι συμφωνείς με όλα. Δεν σημαίνει ότι θέλεις να της μοιάσεις. Απλώς… δεν είσαι πλέον τόσο σίγουρη ότι ήταν τόσο λάθος όσο νόμιζες. Κι εκεί που κάποτε αντιδρούσες, τώρα  σταματάς ένα δευτερόλεπτο πριν. Μπορεί από ωριμότητα, μπορεί από εμπειρία, ή  από κατανόηση που ήρθε σιγά σιγα.

Και σκέφτεσαι : Ίσως έκανε ότι μπορούσε. Όπως κι εγώ τώρα. Κι αυτή η σκέψη δεν σε κάνει να της μοιάζεις. Σε κάνεις απλώς… λίγο πιο ήπια μαζί της, μέσα σου. Λιγότερο επικριτική. Λίγο πιο ανθρώπινη. Και ποιος ξέρει; Ίσως να της χρωστάς μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ σωστά.

Και μετά επιστρέφεις. Στο τώρα, στο σπίτι, στα παιδιά που σε δοκιμάζουν και σε χρειάζονται ταυτόχρονα με έναν τρόπο που δεν εξηγείται. Και χαμογελάς, όχι γιατί όλα είναι καλά, αλλά παρόλα αυτά είναι αληθινά. Και το ξέρεις, κι ας μην το λένε, είσαι το σημείο που επιστρέφουν.

Και άντε… πάρε ένα τηλέφωνο.

“Χρόνια πολλά μαμά.”

“Να’σαι καλά παιδί μου”.

Και μέσα σε αυτή τη μικρή ανταλλαγή, κρύβεται όλη η ιστορία.

Όχι για τη γιορτή.

Για εκείνες τις άλλες τις 364 ημέρες.

(Εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι.)