Υπάρχει μια φράση που τη λένε κυρίως γυναίκες. Συνήθως χαμηλόφωνα. Σχεδόν απολογητικά. “Μένω για τα παιδιά”.
Τη λένε σαν να δικαιολογούν μια ζωή που δεν τους χωράει πια.
Και οι άλλοι κουνάνε το κεφάλι.
“Μπράβο της”.
“Μάνα – θυσία”.
“Μάνα – κουράγιο”.
Λέξεις βαριές, σχεδόν ιερές, που συχνά κρύβουν από κάτω κόπωση, μοναξιά, σιωπή.
“Μάνα – θυσία” σημαίνει μια γυναίκα που έβαλε τον εαυτό της τελευταίο. Που έμαθε να μη ζητά. Που συνήθισε να αντέχει χωρίς να μιλά.
“Μάνα – κουράγιο” σημαίνει μια γυναίκα που κρατάει όρθια μια οικογένεια σχεδόν μόνη της. Που σηκώνει βάρη που δεν της αναλογούν.
Το “μένω για τα παιδιά” ακούγεται γενναίο. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές, είναι μια ήσυχη παραίτηση.
Είναι όταν μένεις όχι επειδή το θέλεις αλλά επειδή φοβάσαι. Την ανατροπή. Την κρίση. Την ανασφάλεια. Και, πάνω απ΄όλα, φοβάσαι, μήπως πληγώσεις τα παιδιά.
Έτσι σφίγγεις τα δόντια. Αναβάλλεις τη ζωή σου.
“ Όταν μεγαλώσουν…”
“ Όταν μπορέσω…”
Και κάπως έτσι, περνάνε τα χρόνια.
Δεν ζεις ακριβώς. Αντέχεις.
Το τίμημα δεν είναι μικρό. Είναι η κούραση που γίνεται μόνιμη. Η πίκρα που μαζεύεται. Η απόσταση από τον εαυτό σου.
Και χωρίς να το θέλεις, αυτό περνάει και στα παιδιά.
Γιατί τα παιδιά βλέπουν. Πάντα βλέπουν.
Βλέπουν τη μητέρα που δεν γελάει όπως παλιά. Που εκνευρίζεται εύκολα. Που είναι εκεί, αλλά όχι πραγματικά παρούσα.
Και μεγαλώνοντας, θα αναπαράξουν αυτό που βλέπουν.
Θα δημιουργήσουν σχέσεις θυσίας ή σχέσεις κατανόησης;
Σχέσεις “υπομένω” ή σχέσεις “συζητώ”;
Θα μας λυπούνται ή θα μας θαυμάζουν;
Το ξέρω. Δεν είναι πάντα επιλογή.
Υπάρχουν γυναίκες που μένουν γιατί δεν έχουν άλλη διέξοδο. Λόγω οικονομικής εξάρτησης, απομόνωσης. Αυτό δεν είναι φόβος. Είναι επιβίωση.
Αλλά υπάρχουν κι εκείνες που θα μπορούσαν. Που έχουν δυνάμεις, πόρους, ανθρώπους. Κι όμως παραμένουν, γιατί η ενοχή είναι πιο δυνατή από την αλήθεια.
Κι εκεί είναι που χρειάζεται να αναρωτηθούμε:
Τι ακριβώς προστατεύουμε;
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο.
Το “μένω με τα παιδιά”.
Δεν είναι σύνθημα. Είναι επιλογή.
Είναι όταν μένεις επειδή υπάρχει ακόμα σεβασμός. Διάλογος. Χώρος να είσαι ο εαυτός σου.
Ή αν χρειαστεί, είναι όταν φεύγεις, με ηρεμία και ευθύνη. Όχι από θυμό, αλλά από ειλικρίνεια.
Το “μένω με τα παιδιά” σημαίνει:
Είμαι εδώ αληθινά.
Όχι σαν μάρτυρας.
Σαν άνθρωπος.
Σημαίνει ότι δεν ακυρώνω τον εαυτό μου για να είμαι “καλή μάνα”. Γιατί μια μάνα που δεν ζει, δεν μπορεί να διδάξει στα παιδιά της πως ζει κάποιος.
Δεν υπάρχει μια σωστή επιλογή για όλους.
Το ζήτημα δεν είναι αν έμεινες ή αν έφυγες.
Το ζήτημα είναι αν ζεις.
Αν γελάς.
Αν είσαι παρούσα.
Αν αναπνέεις.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς.
Χρειάζονται αληθινούς.
Το “μάνα-θυσία” συγκινεί.
Το “μάνα που σέβεται τον εαυτό της” διδάσκει.
Το “μένω για τα παιδιά” μοιάζει γενναίο.
Το “μένω με τα παιδιά” είναι πιο δύσκολο.
Γιατί δεν σου επιτρέπει να κρύβεσαι.
Σε αναγκάζει να δεις αν η ζωή που ζεις είναι δική σου είναι μια σειρά από “πρέπει”.
Αν μένεις από αγάπη ή από φόβο.
Αν αντέχεις ή αν ζεις.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στα παιδιά σου.
Όχι μια μάνα – μάρτυρα.
Μια μάνα ζωντανή.
Παρούσα.
Αληθινή.
Μια γυναίκα που δεν έζησε αντί για εκείνα.
Έζησε μαζί τους.