Μπορεί η επιστήμη να συμβάλει στη δημιουργία ενός τραγουδιού που κάνει τα μωρά να χαμογελούν και τα βοηθά να ηρεμήσουν;
Πριν από δέκα χρόνια, δύο ψυχολόγοι και μία βραβευμένη μουσικός επιχείρησαν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, συνδυάζοντας τις γνώσεις για τη βρεφική ανάπτυξη με τη δύναμη της μουσικής.
Το αποτέλεσμα ήταν το «The Happy Song», ένα τραγούδι διάρκειας περίπου δυόμισι λεπτών, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2016 και έκτοτε έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 470 εκατομμύρια streams στο Spotify, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του CNN.
Πίσω από τη φαινομενικά απλή, χαρούμενη μελωδία κρύβεται μια ασυνήθιστη διαδικασία δημιουργίας, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες, γονείς και βρέφη.
Από την επιστημονική έρευνα στη μουσική
Η ιδέα γεννήθηκε το 2016, με πρωτοβουλία μίας βρετανικής εταιρείας βρεφικών τροφών. Για την υλοποίησή της συνεργάστηκαν η ψυχολόγος της μουσικής Λόρεν Στιούαρτ και ο ειδικός στη βρεφική ανάπτυξη Κάσπαρ Άντιμαν, από το Πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου, με τη βραβευμένη με Grammy μουσικό Ίμοτζεν Χιπ.
Οι ερευνητές ξεκίνησαν αξιοποιώντας επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα βρέφη αντιλαμβάνονται τη μουσική και ανταποκρίνονται στους ήχους.
Παράλληλα, συγκέντρωσαν τις απαντήσεις περισσότερων από 2.000 γονέων σχετικά με τους ήχους που προκαλούσαν ευχάριστες αντιδράσεις στα παιδιά τους. Ανάμεσα σε εκείνους που ξεχώρισαν ήταν τα γέλια άλλων μωρών, οι ήχοι των ζώων και το φτέρνισμα.
Οι πληροφορίες αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τη σύνθεση του τραγουδιού.
Ποια μουσικά χαρακτηριστικά προτιμούν τα μωρά;
Οι επιστήμονες πρότειναν στη μουσικό να χρησιμοποιήσει μια ευχάριστη, επαναλαμβανόμενη μελωδία σε μείζονα κλίμακα, με εναλλαγές που δημιουργούν προσμονή και έκπληξη.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε επίσης στην ανθρώπινη φωνή. Οι ερευνητές πρότειναν να αξιοποιηθεί ο χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο οι ενήλικες απευθύνονται αυθόρμητα στα βρέφη, χρησιμοποιώντας υψηλότερο τόνο, πιο έντονη μελωδικότητα και παρατεταμένους φωνηεντικούς ήχους.
Αυτός ο τρόπος ομιλίας διευκολύνει τα μωρά να παρακολουθούν τη φωνή και να αντιλαμβάνονται ότι κάποιος απευθύνεται σε αυτά.
Σημαντικό ρόλο είχαν ακόμη οι απλοί ήχοι, όπως «πα» και «μπα», τους οποίους τα βρέφη μπορούν να αρχίσουν να παράγουν από τους πρώτους μήνες της ζωής τους.
Οι δοκιμές με τα βρέφη
Η Ίμοτζεν Χιπ συνέθεσε τέσσερις διαφορετικές μελωδίες, οι οποίες δοκιμάστηκαν αρχικά σε 26 βρέφη ηλικίας έξι έως δώδεκα μηνών.
Οι ερευνητές παρατήρησαν τις εκφράσεις του προσώπου, τις κινήσεις και τις φωνητικές αντιδράσεις των παιδιών, ενώ έλαβαν υπόψη και τις εκτιμήσεις των γονέων τους.
Μία μελωδία ξεχώρισε καθαρά, συγκεντρώνοντας την προτίμηση περίπου του 80% των βρεφών. Αυτή αποτέλεσε τη βάση του τελικού τραγουδιού.
Ακολούθησαν νέες δοκιμές, στις οποίες εξετάστηκαν διαφορετικοί ρυθμοί και μουσικές παραλλαγές. Μάλιστα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα μωρά ανταποκρίνονταν καλύτερα σε μια ελαφρώς πιο αργή εκδοχή από εκείνη που αρχικά θεωρούσαν ιδανική.
Συνολικά, σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο Goldsmiths, στη διαδικασία των δοκιμών συμμετείχαν περισσότερα από 50 βρέφη.
Ένα τραγούδι που απευθύνεται και στους γονείς
Η δημιουργία του «The Happy Song» δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις επιστημονικές υποδείξεις. Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή της μικρής κόρης της Χιπ, Σκάουτ, η οποία ενέπνευσε τη βασική μελωδία και συμμετείχε στην ηχογράφηση με τα γέλια και τις αυθόρμητες αντιδράσεις της.
Οι στίχοι περιλαμβάνουν αναφορές σε ταξίδια, μεταφορικά μέσα και φανταστικές περιπέτειες, δημιουργώντας έναν παιχνιδιάρικο κόσμο που μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μικρών ακροατών.
Η μουσικός, ωστόσο, ήθελε το τραγούδι να είναι ευχάριστο και για τους ενήλικες που θα το άκουγαν επανειλημμένα. Γι’ αυτό επέλεξε στίχους που εκφράζουν την τρυφερότητα και την αγάπη των γονέων για τα παιδιά τους.
Όπως εξηγεί η ίδια στο CNN, επιδίωξή της ήταν να προσφέρει λίγα λεπτά ανακούφισης σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν δύσκολες στιγμές της καθημερινότητας.
Τι αποδεικνύει τελικά η επιτυχία του;
Δέκα χρόνια αργότερα, το τραγούδι εξακολουθεί να ανακαλύπτεται από νέες γενιές γονέων, κυρίως μέσα από προσωπικές συστάσεις και διαδικτυακές αναζητήσεις.
Η μεγάλη απήχησή του, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως μπορεί να σταματήσει το κλάμα κάθε μωρού. Οι δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη δημιουργία του κατέγραψαν θετικές αντιδράσεις σε συγκεκριμένες μουσικές επιλογές, αλλά δεν αποτελούν απόδειξη καθολικής αποτελεσματικότητας.
Η ιστορία του «The Happy Song» αναδεικνύει, πάντως, μια ενδιαφέρουσα πλευρά της σχέσης ανάμεσα στη μουσική και τη βρεφική ανάπτυξη: το πώς η επιστημονική γνώση μπορεί να αξιοποιηθεί στη δημιουργία μουσικών εμπειριών που ενθαρρύνουν την επικοινωνία, το παιχνίδι και τη συναισθηματική επαφή ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά τους.
Με πληροφορίες από CNN, Goldsmiths University of London, Live Science