ΤΟ BLOG
04/02/2016 09:55 EET | Updated 04/02/2017 07:12 EET

Το σοσιαλδημοκρατικό αδιέξοδο

Εν κατακλείδι η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας συνδυάζεται με απώλεια δικαιωμάτων για τους εργαζομένους και υπαλλήλους. Η πίστη ότι όλα θα φτιάξουν από μόνα τους οδηγεί αφενός στην μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων προς την αποχή και αφετέρου στη μετακίνηση προς τα δεξιά ή προς τα άκρα του πολιτικού φάσματος. Ωστόσο ο δικαιολογημένος φόβος μπροστά στην ανεργία και τη φτώχεια, που εκφράζεται και ξενοφοβικά, δεν πρέπει να οδηγεί τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην εγκατάλειψη της κοινωνικής τους ταυτότητας για χάρη του επαναπατρισμού χαμένων ψηφοφόρων.

ImageGeneration via Getty Images

Είναι προφανές το πολιτικό αδιέξοδο που διαπερνά την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τις τελευταίες δεκαετίες. Ειδικότερα η αδυναμία των σοσιαλδημοκρατών να συγκρατήσουν την εκλογική και κοινωνική τους βάση οδήγησε σε μια αδιάκοπη πορεία κατολίσθησης κατά την οποία δεν επέδρασε επιβραδυντικά ούτε η μεγάλη ιστορική παρακαταθήκη ούτε ο πλούτος των σταθερών αξιών του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Αντίθετα, τα περισσότερα εργατικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υποβαθμίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια από θεσμικά ενσωματωμένους πολιτικούς οργανισμούς απόλυτης ισχύος, σε πολιτικά σχήματα σχετικής εκλογικής εμβέλειας και περιχαρακωμένης κοινωνικής ευρύτητας.

Σε κάποιες μακρινές εποχές η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη υποκινούσε τα φοβικά αντανακλαστικά των πλουσίων και κοινωνικά ισχυρών όχι λόγω βίαιης διάθεσης ή λόγω ένοπλης δράσης, αλλά λόγω συγκροτημένης ιδεολογικής ετοιμότητας. Το πνευματικό οπλοστάσιο των σοσιαλιστών αμφισβητούσε και έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τα θεμέλια του καπιταλισμού. Εάν στο μακρύ παρελθόν οι καταπιεστές ήταν αυτοκράτορες, βασιλείς και φεουδάρχες σήμερα είναι πολιτικοί, αφεντικά των πολυεθνικών και πολυεκατομμυριούχοι μέτοχοι.

Σήμερα εντούτοις οι συνθήκες για τους «υποδουλωμένους εργάτες» είναι πολύ ευνοϊκότερες σε σχέση με το παρελθόν, υπό την έννοια ότι προστατεύονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, από το εργασιακό δίκαιο και από αντίστοιχα δικαστήρια. Πρόκειται για κοινωνικές κατακτήσεις και εργασιακά δικαιώματα που προέκυψαν μέσα από τους αγώνες της σοσιαλδημοκρατίας, ειδικότερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Με την πτώση του φασισμού η σοσιαλδημοκρατία μπήκε στην πιο ισχυρή της ιστορική περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε ως «χρυσός αιώνας της σοσιαλδημοκρατίας». Από τη δεκαετία του εβδομήντα έως και τα μέσα της δεκαετίας του 80, παρατηρήθηκε μια συνεχής άνοδο των μισθών, μια σταθερή επέκταση των εργασιακών δικαιωμάτων και μια σημαντική άνοδος του επιπέδου διαβίωσης. Ο συνδυασμός κοινωνικής ευημερίας και επεκτατικής οικονομικής μεγέθυνσης ήταν η φόρμουλα της επιτυχίας.

Από τη δεκαετία του '80 και μετά, τα πράγματα άλλαξαν με την άνοδο των οικολόγων, της νέας δεξιάς και της λαϊκιστικής ακροδεξιάς που κατόρθωσαν εν μέσω μιας οξείας ρητορικής να προσελκύσουν μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων και υπαλλήλων. Ειδικότερα η φανατική ρητορική γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς έδρασε γοητευτικά στα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα, καλλιεργώντας στους εργαζομένους περίτεχνα το φόβο εκτοπισμού από την αγορά εργασίας. Εδραιώθηκε συνακολούθως ένας νέος εθνικισμός σε συνδυασμό με ένα στοχευμένο ρατσισμό που επέλεγε τις ομάδες στόχου αναλόγως των περιστάσεων.

Παράλληλα ανδρώθηκαν πολιτικά οι οικολόγοι-πράσινοι με μία νέα ατζέντα που έθετε στο επίκεντρο πραγματολογικές οικολογικές ευαισθησίες αποσπώντας από τη σοσιαλδημοκρατία ένα μέρος της διανόησης και μεσαίων στρωμάτων. Οι σωρευμένες αυτές εξελίξεις πυροδότησαν την βαθμιαία απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, εν μέσω της έκλειψης της άλλοτε σθεναρής υποστήριξης των εργαζομένων και υπαλλήλων.

Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε ένα πραγματικό αδιέξοδο όπως και οι συλλογικοί θεσμοί που εκπροσωπούν τον κόσμο της εργασίας. Στα συνδικάτα οργανώνονται όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι και υπάλληλοι λόγω της επικράτησης της αντίληψης ότι οι θεσμοί συλλογικής δράσης δεν επιδρούν αποτελεσματικά στη διεκδίκηση περισσότερων δικαιωμάτων. Ο καθένας προσπαθεί πλέον ως μονομάχος να αντιταχθεί στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και να διαπραγματευτεί ατομικά πλεονεκτήματα. Η συγκεκριμένη νοοτροπία αγνοεί ωστόσο ότι ακόμα και όσοι δεν είναι μέλη σε συνδικάτα αντλούν πλεονεκτήματα από τις συλλογικές συνδικαλιστικές κατακτήσεις.

Η εξασθένιση των συνδικάτων και της σοσιαλδημοκρατίας παρασέρνει τους αντίστοιχους συλλογικούς και κομματικούς φορείς σε φοβικά αντανακλαστικά. Οι υποχωρήσεις της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό μέσω του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» των Τόνι Μπλερ και Γκέρχαρτ Σρέντερ ή του εκσυγχρονισμού του Κώστα Σημίτη αποτέλεσαν προσπάθειες αναπροσαρμογής, που στην πραγματικότητα υποκινήθηκαν από τα φοβικά αντανακλαστικά της εξαφάνισης ή της υποχώρησης. Το ίδιο ισχύει και με την προσχώρηση σε δεξιές και εν μέρει ακροδεξιές θέσεις όσον αφορά το μεταναστευτικό μπροστά στο φόβο της απώλειας ψήφων απέναντι σε ρατσιστικά- εθνικιστικά κόμματα. Οι φοβικές προσχωρήσεις τόσο στον νεοφιλελευθερισμό όσο και σε αντιλήψεις κλειστής κοινωνίας αποδυναμώνουν αντί να δυναμώνουν τη σοσιαλδημοκρατία.

Αντίθετα η επιμονή σε κοινωνικές κατακτήσεις αποτελεί στρατηγική επιλογή της σοσιαλδημοκρατίας που την ενισχύει και τη δυναμώνει όπως φαίνεται εν μέρει στο παράδειγμα της Γερμανίας και περισσότερο ακόμα στο παράδειγμα της Αυστρίας. Στην Αυστρία οι σοσιαλδημοκράτες του Βέρνερ Φάινμαν κατόρθωσαν να κατοχυρώσουν σημαντικά κοινωνικά δικαιώματα όπως η συνταγματική ενσωμάτωση των δικαιωμάτων των παιδιών και να πετύχουν αισθητή μείωση της ανεργίας και της απόλυτης φτώχειας χωρίς να υποπέσουν στην επέκταση του δημόσιου ελλείμματος. Εντούτοις τα διεθνή ΜΜΕ αναφέρονται ελάχιστα στις επίκαιρες κοινωνικές επιτυχίες της σοσιαλδημοκρατίας μεταφέροντας την έμφαση ολοσχερώς στο δημοσιονομικό ζήτημα το οποίο κυριαρχεί την ατζέντα.

Εν κατακλείδι η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας συνδυάζεται με απώλεια δικαιωμάτων για τους εργαζομένους και υπαλλήλους. Η πίστη ότι όλα θα φτιάξουν από μόνα τους οδηγεί αφενός στην μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων προς την αποχή και αφετέρου στη μετακίνηση προς τα δεξιά ή προς τα άκρα του πολιτικού φάσματος. Ωστόσο ο δικαιολογημένος φόβος μπροστά στην ανεργία και τη φτώχεια, που εκφράζεται και ξενοφοβικά, δεν πρέπει να οδηγεί τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην εγκατάλειψη της κοινωνικής τους ταυτότητας για χάρη του επαναπατρισμού χαμένων ψηφοφόρων. Με άλλα λόγια, οι διαχρονικές σοσιαλδημοκρατικές αξίες δεν πρέπει να χάνονται στην πυρά του φόβου.