Πολιτική διέξοδος «από τα κάτω»

Πράγματι σήμερα βρισκόμαστε σε μια Ελλάδα δισυπόστατη. Από τη μία στοιβάζονται ορισμένοι αμετανόητοι που καλούν σε συστράτευση ανυπότακτων πολιτικών δυνάμεων. Ο λόγος τους είναι πολεμικός, οι αναλύσεις τους ασπρόμαυρες σε έναν κόσμο πολύχρωμο σαν λούνα παρκ. Στην ίδια μεριά στοιβάζονται και κάποιοι που μεταλλάχθηκαν από φωνακλάδες σε απελπισμένους μηδενιστές. Αυτοί αποσύρονται σταδιακά και δημιουργούν ένα κουβάρι συσσωρευμένων μοναξιών. Πώς όμως μπορεί να υπάρξει πολίτης δίχως σχέση;
|
JH Images.co.uk/Flickr

Η ατμόσφαιρα του ελληνικού κοινωνικού τοπίου σήμερα είναι βαριά· ανεξήγητα βαριά. Λες και ένα σύννεφο απελπισίας έχει καλύψει την ελληνική επικράτεια και ψιχαλίζει ασταμάτητα ματαίωση.

Μπορείς να το μυρίσεις, να το γευτείς, ακόμα και να το πιάσεις αυτό το σύννεφο· τόσο πυκνό είναι. Και κάποιοι προσπαθούν να προσανατολιστούν μα χάνονται δίχως πυξίδα, άλλοι προσπαθούν να μιλήσουν αλλά η φωνή τους γλιστρά ξεθωριασμένη, κάποιοι κοιτούν απορημένοι, παραλυμένοι.

Το κοινωνικό αδιέξοδο εντάθηκε κυρίως στην μετα-δημοψηφισματική περίοδο. Όταν ακόμα και ο ριζοσπαστικός λόγος συνθηκολόγησε, όταν η βουλησιαρχία συνάντησε έναν αμετακίνητο ρεαλισμό και συμβιβάστηκε, η ελπίδα μετριάστηκε αν δεν βουβάθηκε πλήρως. Η αλλαγή στον πολιτικό μας ψυχισμό από την μαζική συγκίνηση και περηφάνια στην ματαίωση υπήρξε απότομη. Κάποιοι άρχισαν να αναρωτιούνται αν η ίδια η πολιτική συμμετοχή έχει πράγματι νόημα, από την στιγμή που τα κόμματα δεν μπορούν να αρθρώσουν εναλλακτικά σχέδια. Πανό στους τοίχους και συνθήματα στους δρόμους γράφουν: «Έχουμε ψήφο, δεν έχουμε φωνή». Και το ερώτημα πλανιέται στο μυαλό μας! Γιατί; Πού οφείλεται αυτή η φωνητική αδυναμία;

Η απάντηση είναι σύνθετη στην απλότητά της: Όλα άλλαξαν τόσο αδιόρατα που δεν το αντιληφθήκαμε. Άλλαξε πρώτα και κύρια η δομή της οικονομίας, εξασθένησε ο ρόλος του κράτους στην παγκόσμια σκηνή, εξασθένησαν τα κόμματα ως χώροι πολιτικής εκπροσώπησης και μεσολάβησης και μειώθηκε δραματικά η ευελιξία του πολιτικού προσωπικού, που απλά διαχειρίζεται τον χώρο που του παραχωρείται. Άλλαξε ο ίδιος ο τόπος και το περιεχόμενο της δημοκρατίας. Τί λοιπόν είναι αυτό που κάνει κάποιους να πιστεύουν ότι ο ρόλος του πολίτη μπορεί να μείνει αμετάβλητος;

Ο πολίτης που επιβεβαιώνει την ιδιότητά του μονάχα μέσα από την εκλογική διαδικασία ή τη συμμετοχή σε ένα κόμμα αισθάνεται εύλογα αδύναμος, αγγίζει το σύννεφο του αδιεξόδου. Και αυτό γιατί οι διαμεσολαβητές μέσα από τους οποίους προσπαθεί να αρθρώσει φωνή και να εκφράσει τα αιτήματά του, αποδυναμώθηκαν. Για να αποφύγει το αδιέξοδο πρέπει να αναζητήσει νέους διαύλους φωνής και παρέμβασης.

Ο Albert Hirschman, ένας σπουδαίος οικονομολόγος, ανέπτυξε δυο έννοιες για να εξηγήσει πώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο. Χρησιμοποίησε τις έννοιες της εξόδου και της φωνής. Όποτε δεν υπάρχει η δυνατότητα της εξόδου, έλεγε, ο πολίτης διεκδικεί φωνή και λόγο πάνω στην συγκρότηση του χώρου από τον οποίο δεν μπορεί να φύγει. Όπου πάλι δεν του επιτρέπεται να αρθρώσει φωνή, αναζητά την έξοδο ως λύτρωση. Νομίζω ότι το μοντέλο του Hirschman μπορεί να μας βοηθήσει να εξηγήσουμε το πυκνό σύννεφο της ματαίωσης, που επισκιάζει τόσο τη φωνή όσο και την έξοδο. Αλλά κυρίως μπορεί να μας βοηθήσει να ξεγλιστρήσουμε από το αδιέξοδο και να γίνουμε επινοητικότεροι.

Πράγματι σήμερα βρισκόμαστε σε μια Ελλάδα δισυπόστατη. Από τη μία στοιβάζονται ορισμένοι αμετανόητοι που καλούν σε συστράτευση ανυπότακτων πολιτικών δυνάμεων. Ο λόγος τους είναι πολεμικός, οι αναλύσεις τους ασπρόμαυρες σε έναν κόσμο πολύχρωμο σαν λούνα παρκ. Στην ίδια μεριά στοιβάζονται και κάποιοι που μεταλλάχθηκαν από φωνακλάδες σε απελπισμένους μηδενιστές. Αυτοί αποσύρονται σταδιακά και δημιουργούν ένα κουβάρι συσσωρευμένων μοναξιών. Πώς όμως μπορεί να υπάρξει πολίτης δίχως σχέση;

Από την άλλη αναδύεται μια νέα πολιτική σχέση και ένας νέος ανθρωπότυπος. Πρόκειται για τον πολίτη που αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο δίχως να ενδίδει στην μοιρολατρία. Αντίθετα διεκδικεί φωνή και παρέμβαση μέσα από διαφορετικούς διαύλους. Κυρίως μέσα από συμμετοχικές πλατφόρμες και τοπικές ομάδες δράσης, άτυπες ή δομημένες. Αυτός ο πολίτης επινοεί καινοτόμες πολιτικές εφαρμογές, ζητά διαφάνεια και λογοδοσία, επιδρά στο τοπικό πολιτικό του περιβάλλον, καλύπτει τα απλήρωτα κενά που δημιουργούν οι κρατικές ανεπάρκειες, δικτυώνεται με αντίστοιχες τοπικές πρωτοβουλίες παγκοσμίως. Η δράση του μετατοπίζει το βάρος από τα παραδοσιακά πολιτικά κέντρα στις γειτονιές και τα κοινωνικά δίκτυα. Και ακριβώς γι' αυτό πολλοί τον αποκαλούν απολίτικο. Διότι δεν συμμετέχει με θέρμη στο αδύναμο, παραδοσιακό πολιτικό τερέν. Τον αδικούν, διότι δεν τον καταλαβαίνουν. Δεν είναι διόλου απολίτικος αυτός ο πολίτης. Είναι απλά κάποιος που αποφάσισε εν όψει του αδιεξόδου να επινοήσει νέες μεθόδους για να ενισχύσει την φωνή του.

Ο πολίτης που επιβεβαιώνει την ιδιότητά του μονάχα μέσα από την εκλογική διαδικασία ή τη συμμετοχή σε ένα κόμμα αισθάνεται εύλογα αδύναμος, αγγίζει το σύννεφο του αδιεξόδου.

Η συζήτηση που ανοίγει από αυτές τις διαπιστώσεις είναι δαιδαλώδης. Η αφορμή της, ωστόσο, είναι μια επικείμενη συνάντηση, στις 11 Νοεμβρίου, στην Αθήνα, στο πλαίσιο της πλατφόρμας πολιτικής καινοτομίας ΠΟΛΙΤΕΙΑ 2.0. Εκεί ομάδες, πρωτοβουλίες και τέτοιου είδους πολίτες θα συναντηθούν για να γνωριστούν, να ανταλλάξουν ιδέες και μεθόδους, να δυναμώσουν τη σχέση και το δίκτυό τους. Όλο αυτό γίνεται με την αφορμή ενός ντοκιμαντέρ της Eileen Jerret με τον τίτλο "Blueberry Soup". Το ντοκιμαντέρ καταγράφει τη διαδικασία με την οποία οι Ισλανδοί πολίτες, μετά την κατάρρευση του οικονομικο-πολιτικού τους συστήματος το 2008, εν όψει του αδιεξόδου αποφάσισαν να φτιάξουν μόνοι τους ένα νέο σύνταγμα· από τους πολίτες για τους πολίτες.

Οι Ισλανδοί έδειξαν πως το αδιέξοδο υπάρχει για όσους επιλέγουν να διασχίζουν τον ίδιο χαλύβδινο δρόμο με βαριά και αμετακίνητα οχήματα. Είναι καιρός να ξεκινήσουμε να ψηλαφούμε νέες προτάσεις, να κάνουμε μικρά αλματάκια και να δείτε που θα γλιστρήσουμε σε κάποιον αχαρτογράφητο δρόμο, που θα μας βοηθήσει να προχωρήσουμε.

Πληροφορίες εκδήλωσης:

«ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ: Συστατικά Δημοκρατίας από την Ισλανδία στην Ελλάδα», Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015 στις 19.30 στο Ρομάντσο (Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια)