ΤΟ BLOG
23/06/2016 03:23 EEST | Updated 24/06/2017 08:12 EEST

Το αίνιγμα Ανδρέας Π.

Keystone-France via Getty Images

Πώς θυμόμαστε, πώς θα ήταν σωστό να θυμόμαστε τον Ανδρέα Παπανδρέου, είκοσι χρόνια από τον θάνατό του;


Δύσκολο ερώτημα. Γιατί, αν ο Ανδρέας είναι - όπως κάποιος έγραψε- η άλλη όψη ενός νομίσματος που έχει στη μία όψη τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μια από τις πολλές διαφορές που χωρίζουν αυτές τις δύο προσωπικότητες είναι ότι ενώ ο Καραμανλής άφησε πίσω του πολλές, άμεσες και έμμεσες καταθέσεις στην Ιστορία, με έγνοια για την υστεροφημία του, ο Παπανδρέου άφησε ελάχιστα, σαν η υστεροφημία να του ήταν αδιάφορη. Μπορεί κι αυτό να είναι ένας λόγος που η μνήμη του Ανδρέα εξακολουθεί να ανάβει πολιτικά πάθη και η πολιτική του κληρονομιά να εμπνέει αντιφατικές, αντικρουόμενες αποτιμήσεις. Μα είναι προπάντων επειδή, 20 χρόνια από τον θάνατό του και 52 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση στην πολιτική σκηνή, ο Ανδρέας παραμένει, ως προσωπικότητα και ως πολιτική διαδρομή, ένα αίνιγμα στο οποίο ο καθένας προτείνει τη λύση που προτιμά.

Όταν επέστρεψε από τις ΗΠΑ, με την αύρα του επιτυχημένου στο πιο ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον του κόσμου, είχε το στίγμα ενός μετριοπαθούς φιλελεύθερου, με δεσμούς με τον κύκλο των Κένεντι. Στην Ελλάδα του '60 προσγειώθηκε ως μεταρρυθμιστής, με εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα. «Έχει έρθει η ώρα για σημαντικές αλλαγές στην Ελλάδα», έγραφε στο περίφημο υπόμνημα του 1960. «Εάν οι αλλαγές αυτές δεν υλοποιηθούν από δυνάμεις που διάκεινται ευνοϊκά προς τη Δύση, σίγουρα θα υλοποιηθούν από τις φιλοσοβιετικές δυνάμεις, η αριθμητική δύναμη των οποίων ενισχύεται λόγω της αποτυχίας της σημερινής πολιτικής ηγεσίας». Στο πρώτο προγραμματικό κείμενο πριν από την πρώτη του εκλογική δοκιμασία, το 1964, έγραφε πως η ένταξη στην ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι μια «κρίσιμη καμπή» για μια χώρα που πρέπει «να εκσυγχρονίσει όχι μόνο την οικονομία της, αλλά επίσης το κράτος της και την κοινωνική της διάρθρωση». Και πως δεν χρειαζόταν «αύξηση των κρατικών παρεμβάσεων», αλλά «αξιοποίηση του ιδιώτη», αφού «έργο του κράτους είναι η δημιουργία οικονομικής υποδομής, θεσμών και ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη επιτυχούς ιδιωτικής πρωτοβουλίας».

Ο ευρωπαϊστής μεταρρυθμιστής μεταμορφώθηκε πρώτα σε ανένδοτο ηγέτη μιας υπό διαμόρφωση αντι-μοναρχικής «κεντροαριστεράς» (ο όρος είναι της εποχής), στη μοιραία διετία 1965-67. Έπειτα, στα χρόνια της δικτατορίας, μεταμορφώθηκε σε ριζοσπάστη ηγέτη μιας ελληνικής εκδοχής «νέας αριστεράς». «Αριστερά της Αριστεράς», τον είχε κατατάξει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε μια κοινοβουλευτική τους αντιπαράθεση τη δεκαετία του '70. Κι ύστερα ήρθε ο θρίαμβος, στις εκλογές του 1981. Και η πρώτη, καταιγιστική τετραετία της «Αλλαγής».

Για τους περισσότερους- είτε τον λατρεύουν είτε τον μισούν- αυτή την τετραετία ανακαλεί στη μνήμη το όνομα Ανδρέας.

Είναι η τετραετία των μεγάλων μεταρρυθμίσεων (έστω και αν οι περισσότερες, όπως το ΕΣΥ, έμειναν μισές), των συμβολικών και πραγματικών τομών, της απότομης, μέσα σε μια νύχτα, αύξησης του κατώτερου μισθού κατά 40%! Είναι, επίσης η τετραετία στη διάρκεια της οποίας ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε κατά 32%, οι δημόσιες δαπάνες από 31% του ΑΕΠ αυξήθηκαν στο 43% και το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε από 7% σε 24% του ΑΕΠ.

Αλλά αυτόν τον Ανδρέα θα πρέπει να θυμόμαστε; Θα ήταν νομίζω άδικο να παραβλέψουμε ότι ο ίδιος, εκ των υστέρων διατύπωσε μια κριτική αποτίμηση αυτής της περιόδου. Και όχι από θέση αμέτοχου ακαδημαϊκού. Αλλά, ως πρωθυπουργός, ξανά. Το 1993.

Είχε μεσολαβήσει μια δεύτερη τετραετία, που σημαδεύτηκε από ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που το σκάνδαλο Κοσκωτά άφησε μισοτελειωμένο, η κρίση του '89, η περιπέτεια του ειδικού δικαστηρίου. Και όταν επανήλθε, με την υγεία του κλονισμένη και την προσωπική του ζωή κρεμασμένη στα μανταλάκια των περιπτέρων, ο Παπανδρέου είχε για άλλη μια φορά μεταμορφωθεί. Το τεκμήριο αυτής της αλλαγής και ταυτόχρονα το τελευταίο μεγάλο πολιτικό του κείμενο είναι η ομιλία του στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μετά τις εκλογές. Εκείνη που έμεινε στη μνήμη μας για το προφητικό σύνθημα «ή το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, ή το χρέος θα αφανίσει το έθνος».

Ξαναδιαβάζοντάς την έχει κανείς την εντύπωση ότι μετά 30 έτη ο Ανδρέας συναντούσε ξανά τον εκσυγχρονιστή των πρώτων πολιτικών του ημερών.

Στην ομιλία του εκείνη, μιλούσε για τις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους που «πέρα από το να απορροφούν παθητικά ένα μέρος των εργαζομένων που διαφορετικά θα έμεναν άνεργοι, δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες αναπτυξιακές ανάγκες της κοινωνίας μας». Ή για το φορολογικό σύστημα που «στάθηκε ανίκανο να εντάξει στο σώμα των φορολογουμένων κατά τρόπο ανάλογο με το εισόδημά τους» τους αγρότες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που η οικονομική ανάπτυξη των προηγούμενων δεκαετιών είχε ανεβάσει στο προσκήνιο.

Στο ερώτημα πώς να θυμόμαστε τον Ανδρέα, λοιπόν, εγώ απαντώ: Δεν ξέρω αν είναι πιο δίκαιο, ιστορικά. Αλλά είναι σίγουρα πιο ωφέλιμο, να θυμόμαστε τον Ανδρέα του 1993. Επειδή, προφανώς, ό,τι περιέγραφε ως πρόβλημα για το έθνος τότε, παραμένει σήμερα πολύ επιτακτικότερα επίκαιρο.