Με την κατάθεση της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας στη Βουλή ξεκινά επισήμως ένας από τους πιο κρίσιμους θεσμικούς κύκλους της επόμενης περιόδου: η συνταγματική αναθεώρηση. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει ένα ευρύ πεδίο αλλαγών, από την ποινική ευθύνη υπουργών και την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έως τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την αξιολόγηση στο Δημόσιο, την επιστολική ψήφο και τη δημοσιονομική ισορροπία. Όμως η πραγματική μάχη δεν θα δοθεί μόνο στο περιεχόμενο των προτάσεων. Θα δοθεί κυρίως στις πλειοψηφίες: στην Επιτροπή, στην Ολομέλεια, στις δύο ψηφοφορίες της σημερινής Βουλής και, τελικά, στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή.
Η συνταγματική αναθεώρηση μπαίνει ξανά στο πολιτικό προσκήνιο με υψηλές προσδοκίες από την κυβέρνηση, αλλά και με εμφανή όρια ως προς τη δυνατότητα συναίνεσης. Η Νέα Δημοκρατία καταθέτει στη Βουλή ένα εκτεταμένο πακέτο περίπου 30 προτεινόμενων αλλαγών, επιχειρώντας να το παρουσιάσει ως θεσμική απάντηση στις ανάγκες ενός σύγχρονου κράτους, αλλά η αντιπολίτευση βλέπει πίσω από την πρωτοβουλία είτε πολιτικό τακτικισμό είτε προσπάθεια συνταγματικής θωράκισης κυβερνητικών επιλογών.
Στο επίκεντρο της πρότασης βρίσκεται το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών. Η ΝΔ προτείνει την κατάργηση της υποχρέωσης της Βουλής να διενεργεί προκαταρκτική εξέταση, με μεταφορά αυτού του σταδίου σε ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς. Η τελική άσκηση δίωξης θα εξακολουθεί να περνά από τη Βουλή, αλλά με ονομαστική ψηφοφορία και αυξημένες εγγυήσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έτσι περιορίζεται η εικόνα της Βουλής ως «δικαστηρίου» και ενισχύεται η λογοδοσία.
Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, είναι ήδη ένα από τα πιο φορτισμένα πολιτικά πεδία. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει ότι ο έλεγχος των υπουργών δεν πρέπει να εξαρτάται από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εμφανίζεται τώρα ως υπερασπιστής της αλλαγής ενώ, κατά την Κουμουνδούρου, έχει εργαλειοποιήσει το ισχύον πλαίσιο. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, προτείνει ακόμη πιο καθαρή αποπολιτικοποίηση της διαδικασίας, με απομάκρυνση της Βουλής από το στάδιο της δίωξης και ανάθεση της κρίσιμης αρμοδιότητας σε ειδικό συμβούλιο, με τελική εκδίκαση ενώπιον Ειδικού Δικαστηρίου.
Δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι το άρθρο 16. Η ΝΔ ζητά να ανοίξει συνταγματικά ο δρόμος για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, πλήρως αυτοδιοικούμενα και υπό την εποπτεία ανεξάρτητης αρχής. Παράλληλα προτείνει αύξηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από τα εννέα στα έντεκα έτη, καθώς και συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας της ελληνικής γλώσσας και της σημαίας.
Το ΠΑΣΟΚ δεν απορρίπτει την αναθεώρηση του άρθρου 16, αλλά θέτει ως κεντρικό όρο τη ρητή κατοχύρωση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των μη κρατικών πανεπιστημίων και την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιτίθεται στην κατεύθυνση που δίνει η κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι η αναθεώρηση δεν πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος κολεγίων ή ιδιωτικών σχημάτων, αλλά υπέρ της δημόσιας παιδείας. Το ΚΚΕ μιλά για περαιτέρω εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να δώσει συναίνεση.
Μεγάλη σύγκρουση αναμένεται και στο άρθρο 103 για το Δημόσιο. Η ΝΔ προτείνει επανακαθορισμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με αξιολόγηση που θα συνδέεται με επιβραβεύσεις αλλά και κυρώσεις, ακόμη και με δυνατότητα οριστικής παύσης μετά από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Η αξιολόγηση θα μπορεί να γίνεται όχι μόνο από προϊσταμένους, αλλά και από υφισταμένους και πολίτες, ενώ προβλέπεται συμμετοχή και του ΑΣΕΠ.
Για την αντιπολίτευση, το πεδίο αυτό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση πρέπει να αφορά τη βελτίωση των υπηρεσιών και όχι να ανοίγει την πόρτα σε απολύσεις ή ιδιωτικοποιήσεις. Το ΚΚΕ κάνει λόγο για χτύπημα δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και ένταξη της αναθεώρησης σε συνολικότερη αντιλαϊκή στρατηγική. Η Νέα Αριστερά, επίσης, βλέπει απόπειρα αποδυνάμωσης της συνταγματικής προστασίας των εργαζομένων στο Δημόσιο.
Στο πεδίο της Δικαιοσύνης, η ΝΔ εισηγείται αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Η πρόταση προβλέπει περιορισμό του άμεσου κυβερνητικού ρόλου και επιλογή από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών και βάσει καταλόγων που θα προτείνουν οι ίδιες οι ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων. Παράλληλα, προτείνεται ενίσχυση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου με δυνατότητα προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας νομοσχεδίων πριν αυτά γίνουν νόμοι.
Το ΠΑΣΟΚ απαντά με δική του πρόταση για «Δικαιοσύνη χωρίς κυβερνητική κηδεμονία», εισηγούμενο ειδική μεικτή επιτροπή με συμμετοχή βουλευτών, δικαστών και μελών της νομικής κοινότητας. Προτείνει επίσης συνταγματική κατοχύρωση τετραετούς απαγόρευσης ανάληψης δημόσιων θέσεων ευθύνης από αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, ζητά αλλαγές που να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και όχι τον έλεγχό της από την εκτελεστική εξουσία.
Στις προτάσεις της ΝΔ περιλαμβάνονται ακόμη η δυνατότητα επιστολικής ψήφου και για εκλογείς εντός της Επικράτειας, αλλαγές στο εκλογικό σύστημα ώστε να συνδυάζονται «εύλογη αναλογικότητα» και «κυβερνησιμότητα», καθώς και κατάργηση της διάλυσης της Βουλής για «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Αντί αυτής, προτείνεται διαδικασία αυτοδιάλυσης της Βουλής μέσω κοινοβουλευτικής απόφασης.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η πρόταση για μία και μόνη εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, αντί της σημερινής δυνατότητας επανεκλογής. Πρόκειται για αλλαγή που, εφόσον προχωρήσει, θα μεταβάλει τη θεσμική λογική της προεδρικής θητείας και θα αποσυνδέσει ακόμη περισσότερο τον θεσμό από διαδοχικές πολιτικές ισορροπίες.
Στο οικονομικό πεδίο, η κυβέρνηση προτείνει συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής ισορροπίας, με πρόβλεψη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός πρέπει να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία. Προβλέπεται επίσης απαγόρευση αναδρομικής επιβολής φόρων και δυνατότητα παροχής κινήτρων για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές επενδύσεις. Το ΚΚΕ μιλά για «συνταγματοποίηση» δημοσιονομικών περιορισμών που, όπως υποστηρίζει, θα πιέζουν κοινωνικές δαπάνες και λαϊκές ανάγκες.
Η ΝΔ εντάσσει επίσης στο αναθεωρητικό πακέτο νέες θεματικές: τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση, προστασία υδάτινων πόρων, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, περιβαλλοντικό ισοζύγιο και προστασία των ζώων. Προτείνει ακόμη κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη, αναφορά στη διαγενεακή δικαιοσύνη και κανόνες καλής νομοθέτησης.
Το ΠΑΣΟΚ, στη δική του συνολική πρόταση, δίνει έμφαση σε τρεις πυλώνες: δικαιώματα που ανταποκρίνονται στη σημερινή εποχή, θεσμούς με διαφάνεια και λογοδοσία, και αλλαγές στην ίδια τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Προτείνει, μεταξύ άλλων, συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, μέριμνα για κοινωνική κατοικία, ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.
ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ κινούνται σε γραμμή σκληρής αντιπαράθεσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για ανάγκη προοδευτικής αναθεώρησης που θα κατοχυρώνει δημόσια αγαθά, Ανεξάρτητες Αρχές, κράτος δικαίου, δημόσια υγεία και παιδεία, περιβάλλον, αξιοπρεπή διαβίωση, εργασιακά δικαιώματα και συλλογικές συμβάσεις. Το ΚΚΕ δηλώνει ότι δεν θα δώσει συναίνεση ούτε στην παρούσα «προτείνουσα» Βουλή ούτε στην επόμενη αναθεωρητική, ενώ προβάλλει δικές του θέσεις για πλήρη κατάργηση του άρθρου 86, δημόσια και δωρεάν παιδεία και υγεία και προστασία εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων.
Η Νέα Αριστερά απορρίπτει συνολικά την κυβερνητική κατεύθυνση, κάνοντας λόγο για «συνταγματοποίηση» συντηρητικών επιλογών. Η Ελληνική Λύση, από την πλευρά της, επιτίθεται στην κυβέρνηση, με τον Κυριάκο Βελόπουλο να υποστηρίζει ότι πραγματική συνταγματική αναθεώρηση σημαίνει κατάργηση του άρθρου 86 και όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι μπορεί πραγματικά να περάσει. Η διαδικασία είναι αυστηρή. Η αναθεώρηση μπορεί να ξεκινήσει με πρόταση τουλάχιστον 50 βουλευτών. Στη συνέχεια, η Βουλή συγκροτεί Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία επεξεργάζεται τις προτάσεις και υποβάλλει έκθεση στην Ολομέλεια. Η Ολομέλεια συζητά και ψηφίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις δύο φορές, με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα ανάμεσα στις δύο ψηφοφορίες.
Για να χαρακτηριστεί ένα άρθρο αναθεωρητέο στην παρούσα Βουλή χρειάζεται τουλάχιστον απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 151 ψήφους. Όμως η πλειοψηφία που θα συγκεντρώσει κάθε διάταξη στην παρούσα Βουλή καθορίζει και το ύψος της πλειοψηφίας που θα απαιτηθεί στην επόμενη.
Αν μια διάταξη λάβει σήμερα 180 ψήφους, δηλαδή τα τρία πέμπτα των 300 βουλευτών, τότε στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή θα αρκούν 151 ψήφοι για να ολοκληρωθεί η αναθεώρησή της. Αν, αντίθετα, μια διάταξη περάσει τώρα μόνο με 151 έως 179 ψήφους, τότε στην επόμενη Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών. Αν δεν συγκεντρώσει ούτε 151 ψήφους, δεν προχωρά καθόλου.
Αυτό σημαίνει ότι η μάχη της συναίνεσης δεν είναι τυπική. Είναι ουσιαστική και αριθμητική. Η ΝΔ μπορεί να ανοίγει τη διαδικασία, αλλά χωρίς ευρύτερες συγκλίσεις σε κρίσιμα άρθρα δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι οι αλλαγές θα ολοκληρωθούν στην επόμενη Βουλή με ευκολότερη πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να επιλέξουν να μη δώσουν τώρα τις 180 ψήφους, ώστε να μεταφέρουν το βάρος της αυξημένης συναίνεσης στην επόμενη σύνθεση του Κοινοβουλίου.
Έτσι, η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μόνο συζήτηση για το μέλλον του Συντάγματος. Είναι και πρόβα πολιτικών συμμαχιών, θεσμικών ισορροπιών και εκλογικών υπολογισμών. Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εμφανίσει την πρότασή της ως μεταρρυθμιστικό άλμα προς το 2030. Η αντιπολίτευση θα προσπαθήσει να αποτρέψει αλλαγές που θεωρεί ιδεολογικά ή θεσμικά επικίνδυνες, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις δικές της προτάσεις.
Το αποτέλεσμα θα κριθεί λιγότερο από τις διακηρύξεις και περισσότερο από την ψήφο. Στην Επιτροπή θα φανεί το εύρος των συγκλίσεων. Στην Ολομέλεια θα μετρηθούν οι πραγματικές δυνάμεις. Και στις δύο ψηφοφορίες θα αποτυπωθεί ποια άρθρα έχουν πιθανότητα να φτάσουν στην επόμενη Βουλή με προοπτική ολοκλήρωσης και ποια θα μείνουν, για ακόμη μία φορά, στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης.