Για τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία αν τα Στενά του Ορμούζ δεν ανοίξουν σύντομα. μίλησε σε συνένευξή του στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC ο υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης.
Όπως ανέφερε, «ο αντίκτυπος του πολέμου στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά σημαντικός. Ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, τον έχει χαρακτηρίσει ως ενδεχομένως τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία. Μεγαλύτερη ακόμη και από τις τρεις προηγούμενες μαζί: τα δύο πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση».
«Αν κοιτάξουμε τη δεκαετία του 1970, για παράδειγμα, η συνολική απώλεια βαρελιών πετρελαίου ημερησίως ήταν περίπου 10 εκατομμύρια. Σήμερα, η απώλεια ανέρχεται στα 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Και αν εξετάσουμε και το φυσικό αέριο, η καμπύλη που καταγράφεται είναι πιο απότομη από το 2022. Τότε, σε όρους δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων (BCM), πέσαμε από τα 155 στα 80, δηλαδή μια σωρευτική απώλεια 75 BCM – αν θέσουμε σε ετήσια βάση τα στοιχεία αυτά τώρα, μιλάμε για μια απώλεια της τάξεως των 110 BCM» υπογραμμίζει ο κ Πιερρακάκης.
Επιπλέον αναφέρει ότι «το ένα τρίτο των λιπασμάτων διέρχεται από τα Στενά: θείο, ήλιο, πετροχημικά, γεγονός που αποτελεί δυνητικά έναν τεράστιο κίνδυνο. Επιπλέον, ο Απρίλιος μπορεί να αποδειχθεί πιο προβληματικός από τον Μάρτιο, διότι τα τελευταία φορτία πλοίων που αναχώρησαν στις 28 Φεβρουαρίου αναμένεται να φτάσουν έως τις 20 Απριλίου. Συνεπώς, οι επιπτώσεις θα γίνουν πιο έντονα αισθητές στις αγορές το επόμενο διάστημα, εφόσον δεν υπάρξει γρήγορη λύση».
Ερωτηθείς για το εάν υπάρξει σύντομα μια γρήγορη επίλυση, θα κάνει διαφορά στην αποκατάσταση της προσφοράς ο Κ. Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι θα κάνει σημαντική διαφορά.
«Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο. Ωστόσο, δεν θα είναι αρκετό για να επιστρέψουμε πλήρως στην προηγούμενη ισορροπία, ακριβώς στο σημείο όπου βρισκόμασταν πριν. Ακόμη και υπό μια σειρά από πολύ ευνοϊκές προϋποθέσεις, θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο μήνες για να αποκατασταθεί η λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, και μάλιστα σε χαμηλότερα επίπεδα από πριν. Διότι αν κοιτάξουμε τις ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή, 80 εγκαταστάσεις έχουν επηρεαστεί μέχρι τώρα, 80 ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία. Το ένα τρίτο αυτών έχει πληγεί σημαντικά. Συνολικά, θα υπάρξει και ένα ασφάλιστρο κινδύνου που θα αποτυπωθεί στις τιμές στο μέλλον. Άρα, συνολικά, πρόκειται για μια διαφορετική κατάσταση».
Και συμπληρώνει λέγοντας ότι «με αυτά τα δεδομένα, η βασική παράμετρος είναι η αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια της κρίσης. Είναι διαφορετικό αν πρόκειται για δύο εβδομάδες και διαφορετικό αν πρόκειται για τρεις μήνες.»
Σε ερώτηση της δημοσιογράφου Κάρεν Τσό για το πόσο ευάλωτη είναι η Ευρώπη στον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, καθώς αυξάνεται ο πληθωρισμός ο κ Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι «η Ευρώπη είναι λιγότερο ευάλωτη σε σχέση με το 2022 συνολικά, δεδομένου ότι μιλάμε για μια ενεργειακή κρίση. Είναι λιγότερο ευάλωτη όσον αφορά τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και τις επενδύσεις σε υποδομές. Ωστόσο, εξακολουθούμε να εισάγουμε το 57% της ενέργειάς μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που παραμένει ένα αρνητικό δεδομένο.
Από την άλλη, το 43% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Άρα, από αυτή την οπτική, ενισχύουμε ήδη τη δυναμικότητά μας, ωστόσο οφείλουμε να την ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο. Πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο σε βασικές παραμέτρους ενεργειακής πολιτικής: δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση. Αυτό είναι το ένα σκέλος.
Το άλλο είναι ο μακροοικονομικός αντίκτυπος. Αυτή τη στιγμή βλέπουμε χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό. Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού – αυτό θα ήταν το χειρότερο σενάριο που θα μπορούσε να εκδηλωθεί. Αν συγκρίνουμε την κατάσταση με τη δεκαετία του 1970, γίνεται σαφές γιατί η διάρκεια της κρίσης είναι ο πιο κρίσιμος παράγοντας.
Τέλος σε ερώτησή της η Κάρεν Τσο διερωτάται εάν η ΕΚΤ εξετάζει ήδη τη νομισματική της «απάντηση», παρακολουθώντας στενά τα δεδομένα. Ποια θα πρέπει να είναι η δημοσιονομική αντίδραση της Ευρώπης;
«Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι θα πρέπει να είναι συγχρονισμένη με τη νομισματική πολιτική. Η νομισματική πολιτική είναι, προφανώς, ανεξάρτητη. Η ΕΚΤ είναι ανεξάρτητη και οι κυβερνήσεις δεν σχολιάζουν τις αποφάσεις της. Ωστόσο, διαθέτουμε μια εργαλειοθήκη που αναπτύξαμε το 2022. Έχουμε μάθει από την εμπειρία εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε τι λειτούργησε και τι όχι. Και αυτό που έχει θέσει ως πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ότι τα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα. Πρέπει να στηρίξουμε τους πιο ευάλωτους και όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ταυτόχρονα, αυτή η πολιτική πρέπει να συμβαδίζει με τη νομισματική πολιτική που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ, ώστε να μην υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στο τέλος» καταλήγει ο πρόεδρος του Eurogroup.