ΔΙΕΘΝΕΣ
17/12/2014 03:28 EET

Από το Μπεσλάν στην Πεσαβάρ: Όταν ο φανατισμός σκοτώνει τα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο

Η απίστευτης αγριότητας, τόσο σε «σύλληψη» όσο και σε εκτέλεση, έφοδος ένοπλων Ταλιμπάν σε σχολείο στην Πεσαβάρ του Πακιστάν η οποία άφησε πίσω της περισσότερα από 130 παιδιά νεκρά, δυστυχώς δεν είναι είναι η πρώτη. Ανάλογο σκηνικό τρόμου είχαν στήσει Τσετσένοι αυτονομιστές στο Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας, σε μια ανάλογη υπόθεση ομηρίας παιδιών του δημοτικού ενώ και σε αυτή την περίπτωση η υπόθεση έληξε μέσα σε ένα λουτρό αίματος αυτών που ήταν οι πιο αθώοι...

"Ένα μικρό κοριτσάκι που κατάφερε να ξεφύγει από το σχολείο έτρεξε κατ' ευθείαν προς το συντριβάνι. Δεν μπορούσε να μείνει μακριά. Ήθελε να πιεί νερό. Ένας ένοπλος τη σκότωσε".Ήταν πριν από περίπου 10 χρόνια, την 1η Σεπτεμβρίου του 2004. Εκατοντάδες παιδιά στη Βόρεια Οσετία, όπως και απ' άκρη σε άκρη στη Ρωσία, συνοδευόμενα από τους γονείς τους πήγαιναν στις καθιερωμένες εκδηλώσεις που σηματοδοτούν την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Είναι η «Ημέρα της Γνώσης»...

Μέσα σε μια στιγμή όμως, οι ανέμελες παιδικές φωνές μετατρέπονται σε ουρλιαχτά φόβου και θρήνου. Για παιδιά, δασκάλους, καθηγητές, γονείς και εν τέλει για ολόκληρο το Μπεσλάν.

Ομάδα τρομοκρατών από την Ινγκουσετία και την Τσετσενία, πιστοί του οπλαρχηγού Σαμήλ Μπασάγεφ εισβάλουν πάνοπλοι σε ένα από τα επτά σχολεία της επαρχίας, των μόλις 35.000 κατοίκων και «παίρνουν« ομήρους περί τα 1.200 άτομα.

Οι δράστες τους συγκεντρώνουν στο γυμναστήριο του δημοτικού σχολείου, διαστάσεων μόλις 10x25 τ.μ. το οποίο μετατρέπεται σε κολαστήριο. Τους παίρνουν τα κινητά και τους διατάσσουν να μιλούν μόνο στα ρωσικά. Τα όπλα τους σημαδεύουν διαρκώς παιδιά και ενήλικες.

Οι πρώτες δολοφονίες δεν αργούν. Πυροβολισμοί ακούγονται από το εσωτερικό του κτιρίου και όπως ανέφεραν μετέπειτα οι επιζώντες, ο πρώτος νεκρός ήταν ένας άνδρας ο οποίος αρνήθηκε να γονατίσει μπροστά στους τρομοκράτες. Λίγη ώρα αργότερα ακούγεται και η πρώτη έκρηξη όταν, όπως εικάζεται, μια από τις Μαύρες Χήρες- γυναίκες που επιδίδονται σε επιθέσεις αυτοκτονίας ζωσμένες με εκρηκτικά και καρφιά- ανατινάσσεται.

Τα πτώματα πετάγονται από τους τρομοκράτες εκτός κτηρίου...

Το τέλος της ομηρίας και η αρχή του ατελείωτου θρήνου

Το ίδιο σκηνικό, με πυροβολισμούς και εκρήξεις να ακούγονται από το σχολείο επαναλαμβάνεται κάθε λίγες ώρες επί τρεις μέρες. Το κτήριο είναι πλέον ναρκοθετημένο από τους τρομοκράτες οι οποίοι απειλούν πως για κάθε κίνηση των ειδικών δυνάμεων θα δολοφονούνται 20, 30 ή 50 όμηροι.

Μέσα στο γυμναστήριο η κατάσταση, όπως την περιέγραψαν στη συνέχεια οι επιζήσαντες, είναι δύσκολο να αποδοθεί σε λέξεις. Η ζέστη είναι αφόρητη, ο χώρος όπου κρατούνται είναι απελπιστικά μικρός. Δεν λαμβάνουν τροφή και νερό - τρομοκράτες έχουν καταστρέψει ψύκτες και βρύσες- ενώ ο φόβος τους έχει καθηλώσει. Στη συνέχεια όμως η απελπισία, τα σπασμένα νεύρα, η απόγνωση, ακόμη και η δίψα, τους εξωθεί σε κινήσεις που τελικά τους οδηγούν πιο γρήγορα στο θάνατο.

"Κάποιοι αφιέρωσαν τη ζωή τους προσπαθώντας να μάθουν τι πραγματικά συνέβη. Άλλοι προσπάθησαν να βοηθήσουν, με τη δημιουργία του μουσείου στη μνήμη των θυμάτων. Κάποιοι ακόμη “ζουν” στο νεκροταφείο".

Η υφήλιος παρακολουθεί με τρόμο, καθηλωμένη μπροστά στους δέκτες των τηλεοράσεων αυτό που μόνο ως «δράμα» μπορεί να περιγραφεί, επί τρία 24ωρα. Από τη μία τις ανατριχιαστικές εκρήξεις και τους ήχους των όπλων, από την άλλη τον απερίγραπτο πόνο γονιών, παππούδων, γιαγιάδων, αδελφών, φίλων και εν τέλει 35.000 κατοίκων, μιας μικρής επαρχία που αδυνατεί να δεχθεί πως χάνει τον πρώτο της «ανθό».

Οι εικόνες απελπισμένων μητέρων στοιχειώνει τις οθόνες ενώ οι πατεράδες απελπισμένοι παίρνουν τα όπλα.

Τελικά στις 3 Σεπτεμβρίου οι ρωσικές ειδικές δυνάμεις εισβάλουν στο σχολείο με βαρύ οπλισμό. Ακολουθούν αλλεπάλληλες εκρήξεις. Φλόγες βγαίνουν από το κτήριο του σχολείου, οι άνδρες των ειδικών δυνάμεων μάχονται τους τρομοκράτες. Πανικόβλητοι, αλλόφρονες όμηροι τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση προσπαθώντας να γλυτώσουν από τις σφαίρες και των δύο πλευρών πρωτίστως όμως να δραπετεύσουν από την κόλαση του γυμναστηρίου.

Απολογισμός: 186 παιδιά νεκρά. Συνολικός αριθμός νεκρών ομήρων 334. Μια ολόκληρη επαρχία 35.000 κατοίκων σε πένθος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν εκείνη την περίοδο κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι, για μια τόση μικρή επαρχία η απώλεια 186 παιδιών κυριολεκτικά βυθίζει στο πένθος κάθε οικογένειας.

Μιλώντας στον Guardian η Ναντέζντα Γκιρίγιεβα, η οποία εκείνες τις μέρες έχασε και τα δύο από τα τρία παιδιά της εξηγεί πως ήταν για εκείνή η ζωή μετά από την 3η Σεπτεμβρίου. «Είχα τη μικρή μου κόρη. Πάντα με κοιτούσε για να δει εάν έκλαιγα. Εγώ όμως δεν μπορούσα ούτε να κλάψω» και συνεχίζει εξηγώντας πως οι συμπατριώτες αντιμετωπίζουν το βαρύ πένθος που φώλιασε σε τόσα σπίτια στο Μπεσλάν. «Κάποιοι αφιέρωσαν τη ζωή τους προσπαθώντας να μάθουν τι πραγματικά συνέβη. Άλλοι προσπάθησαν να βοηθήσουν, όπως για παράδειγμα με τη δημιουργία του μουσείου στη μνήμη των θυμάτων. Κάποιοι ακόμη κλαίνε και “ζουν” στο νεκροταφείο». Από τις πιο δυνατές εικόνες που η ίδια θυμάται είναι αυτή ενός κοριτισιού που διψασμένο έτρεξε προς ένα συντριβάνι.

«Ένα μικρό κοριτσάκι που κατάφερε να ξεφύγει από το σχολείο έτρεξε κατ' ευθείαν προς το συντριβάνι. Δεν μπορούσε να μείνει μακριά. Ήθελε να πιεί νερό. Ένας ένοπλος τη σκότωσε».

Πριν από τρεις μήνες, το Μπεσλάν «θυμήθηκε» τα γεγονότα αυτού του τριημέρου και όπως φαίνεται ακόμη η θλίψη δεν απαλύνεται.