CULTURE
15/05/2015 05:14 EEST | Updated 15/05/2015 06:55 EEST

Πέθανε ο βασιλιάς του μπλουζ Μπι Μπι Κινγκ

Σε ηλικία 89 ετών πέθανε στον ύπνο του σήμερα Παρασκευή στο Λας Βέγκας ο θρύλος του μπλουζ, ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Μπι Μπι Κινγκ (ΒΒ King).

Ο μεγάλος καλλιτέχνης τραγούδησε μερικά από τα πιο γνωστά κομμάτια στην ιστορία του μπλουζ και του Rock and Roll όπως το Lucille, Sweet Black Angel and Rock Me Baby.

Ο Β Β King ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα τη δεκαετία του 1940 και μπήκε στο Hall of Fame  του Blues Foundation και του Rock and Roll Hall of Fame.

Ήταν ακούραστος, δέσμιος του ταλέντου του, δεδομένου ότι έως πρόσφατα έδινε τουλάχιστον 100 συναυλίες το χρόνο.

Kάτοχος πολλών διακρίσεων και 15 Grammy κατέρρευσε κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας του τον περασμένο Οκτώβριο στο Σικάγο. Το τελευταίο διάστημα ο διαβήτης από τον οποίο έπασχε του είχε προκαλέσει διάφορες επιπλοκές και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο.

Στην 70χρονη καριέρα του δεν ήταν μόνο ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του Μπλουζ αλλά και μέντορας πολλών μουσικών όπως των Eric Clapton, Otis Rush, Buddy Guy, Jimi Hendrix, John Mayall and Keith Richards.

Το παίξιμο της κιθάρας προκαλούσε ανατριχίλα στο κοινό και το τραγούδι «The Thrill is gone» τον καθιέρωσε.

Ο Riley B. King, γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1925 σε μια φυτεία βαμβακιού στο φτωχό δέλτα του Μισισίπι, τη γενέτειρα του Μπλουζ και σε ηλικία μόλις 4 ετών η μητέρα του εγκατέλειψε αυτόν και τον πατέρα του για χάρη ενός άλλου άνδρα.

«Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν προβλήματα και όσο υπάρχουν προβλήματα το Μπλουζ δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνει» είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή του.

Ο νεαρός Κινγκ μεγάλωσε με τη γιαγιά του και στα δώδεκα του χρόνια αγόρασε την πρώτη του κιθάρα. Τα χρόνια περνούν η ζωή είναι δύσκολη, ως έφηβος μαζεύει βαμβάκι με τα χέρια και το πουλά για 39 σεντς τα 45 κιλά.

«Ήμουν επτά ετών και δούλευα στις φυτείες. Μετά οδηγούσα φορτηγά. Έτσι μεγαλώναμε τότε, όλα τα παιδιά πιστεύαμε πως αυτό έπρεπε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τις οικογένειές μας» είχε πει κάποτε.

Όταν ο καιρός ήταν κακός και δεν μπορούσε να πάει στις φυτείες περπατούσε 16 χιλιόμετρα για να πάει στο σχολείο το οποίο όμως εγκατέλειψε νωρίς.

Το 1946 παίζει με τον μεγάλο δάσκαλο του Μπλουζ τον Booker T. Washington ή αλλιώς "Bukka" White, πρώτο ξάδελφο της μητέρας του.

Ο King το 1948 τραγουδά και εργάζεται ως disc jockey στο ραδιοφωνικό σταθμό WDIA στο Μέμφις, όπου και του δόθηκε το παρατσούκλι Beale Street Blues Boy, το οποίο αργότερα το έκανε πιο σύντομο Blues Boy και τελικά έμεινε το γνωστό B.B. .

Την ίδια εποχή γνωρίζεται με τον  T-Bone Walker. «Όταν τον άκουσα για πρώτη φορά ήξερα πως έπρεπε να πάρω μια ηλεκτρική κιθάρα» είχε δηλώσει ο βασιλιάς του Μπλουζ

Το 1951 ηχογραφεί την πρώτη του R&B επιτυχία «Three O' Clock Blues».

Το κοινό του είναι αφροαμερικανοί, όμως τη δεκαετία του 1960 τον ανακαλύπτουν οι νεαροί λευκοί Αμερικανοί που τους έχει συνεπάρει το Rock and Roll.

Εκείνη τη δεκαετία γράφει καταπληκτικές μουσικές που συμπεριλαμβάνονται στο δίσκο «Live at the Regal» το οποίο αργότερα χαρακτηρίστηκε άξιο διατήρησης από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

Έκτοτε η ανοδική του πορεία δεν έχει όριο και ο ίδιος δεν έχει περιορισμούς στα μουσικά του ακούσματα. Λατρεύει τον Σινάτρα και τον εκτιμά καθώς όπως έλεγε άνοιγε τις πόρτες για τους μαύρους μουσικούς.

Οι διακρίσεις διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ η αναγνώριση είναι καθολική. Παρασημοφορείται με το Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον πρόεδρο George W. Bush, συναντάται με το Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ και του χαρίζει μια κιθάρα, ενώ κάποια στιγμή τραγουδά μαζί με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα το «Sweet Home Chigago».

Ωστόσο παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ταπεινός και επέμενε πως το μόνο που έκανε ήταν να διατηρεί ζωντανή την παράδοση.

Ο ΒΒ King ποτέ του δεν αποχωρίστηκε τη Lucille, μια ειδικής κατασκευής κιθάρα, το μοντέλο της οποίας αναπροσάρμοζε ανάλογα με τις ανάγκες του στο υπόλοιπο της ζωής του.

Το περιοδικό Rolling Stone τον κατέτασσε αμέσως μετά τον Jimi Hendrix και τον Duane Allman στη λίστα με τους σπουδαιότερους κιθαρίστες όλων των εποχών.

Ο BB King είχε 15 παιδιά μεταξύ των οποίων και πολλά υιοθετημένα.