ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
26/04/2016 14:17 EEST | Updated 26/04/2016 14:34 EEST

Γραφείο Προϋπολογισμού: Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το τρίτο Μνημόνιο

Farmers and other demonstrators gather during a protest in front of the Greek parliament in Athens, Friday, Feb. 12, 2016. Farmers from across Greece gather in Athens for a two-day protest against the government and its plans to impose new tax hikes and pension charges. Bailout lenders are demanding that Greece scrap tax breaks for farmers and impose pension reforms that will lead to higher monthly contributions from the self employed and salaried employees. (AP Photo/Thanassis Stavrakis)
ASSOCIATED PRESS
Farmers and other demonstrators gather during a protest in front of the Greek parliament in Athens, Friday, Feb. 12, 2016. Farmers from across Greece gather in Athens for a two-day protest against the government and its plans to impose new tax hikes and pension charges. Bailout lenders are demanding that Greece scrap tax breaks for farmers and impose pension reforms that will lead to higher monthly contributions from the self employed and salaried employees. (AP Photo/Thanassis Stavrakis)

Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το τρίτο Μνημόνιο, με τις κατάλληλες βελτιώσεις όπου αυτές είναι δυνατές, αναφέρεται στην τριμηνιαία έκθεση (Ιανουάριος – Μάρτιος 2016) του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.

«Παρά τις επιφυλάξεις για το τελικό “μείγμα πολιτικής”, η εξέλιξη θα είναι καλή για πολλούς λόγους: Θα εκπέμπει το μήνυμα ότι η κυβέρνηση έχει οριστικοποιήσει την απόφασή της για την επιλογή του δρόμου που θα ακολουθήσει η χώρα για να επιτύχει όσο γίνεται τους δημοσιονομικούς στόχους του προγράμματος προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων. Αυτό μπορεί να συμβάλει σε σταθεροποίηση ή/ και βελτίωση του πολιτικού και οικονομικού κλίματος την επόμενη περίοδο και, επομένως, στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας στην πολιτική (αν δεν εξουδετερωθεί από άλλες ενυπάρχουσες τάσεις και δομές)» αναφέρεται στην έκθεση.

Σχετικά με την αναμενόμενη ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», αναφέρεται πως θα συμπληρώσει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την εξομάλυνση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα. «Λογικά αναμένουμε ότι θα δοθεί επιπλέον ώθηση στις οικονομικές δραστηριότητες, αν, όπως διαφαίνεται αρχίσουν να υλοποιούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες η χώρα δεσμεύθηκε το καλοκαίρι, όπως για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις» συμπληρώνεται, ενώ τονίζεται πως η συμφωνία θα επιτρέψει την εκταμίευση των επόμενων δόσεων της δανειακής σύμβασης, αποτρέποντας μια καταστροφική νέα κρίση ρευστότητας στο Δημόσιο και την ιδιωτική οικονομία.

Υφεσιακά μέτρα

Όσον αφορά στα προβλεπόμενα μέτρα στη φορολογία και στο ασφαλιστικό, εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν υφεσιακά την οικονομία, «όμως δεν πρέπει να απομονώνεται η επίδραση αυτή για να ασκηθεί κριτική. Η υπό διαμόρφωση συμφωνία με τους θεσμούς πρέπει να κρίνεται συνολικά και να μην παραβλέπονται οι θετικές επιπτώσεις...Με τη συμφωνία δημιουργούνται προϋποθέσεις για να αποτραπεί η παγίωση μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενες επιβαρύνσεις του ιδιωτικού τομέα, μείωση των εισοδημάτων στο δημόσιο τομέα, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, έξοδο επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που φαίνεται ότι προσφέρουν καλύτερο πλαίσιο για τη δράση τους, έξοδο εκπαιδευμένων νέων σε αναζήτηση εργασίας και δυσλειτουργικές κρατικές δομές».

Όπως συμπληρώνεται, όλα αυτά είναι προβλέψιμα, «αρκεί να μην αναιρεθούν από αντίρροπες αποφάσεις ή αδράνεια στη συνέχεια», ενώ, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, η οικονομία δεν θα ανακάμψει αυτόματα μετά την πρώτη αξιολόγηση και τις επενδύσεις από το πακέτο Juncker «αν δεν εξαλειφθεί η αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της πολιτικής στο μέλλον και, ειδικότερα, αν δεν αλλάξουν οι κανόνες διακυβέρνησης της χώρας και δε γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις». Ακόμη, γίνεται αναφορά στο κόστος της καθυστέρησης, καθώς, όπως σημειώνεται, «η παράταση της διαπραγμάτευσης (που έπρεπε να είχε τελειώσει τον Οκτώβριο / Νοέμβριο 2015 σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα) είχε σημαντικό κόστος. Έτεινε επίσης να παγιώσει την απαισιοδοξία, δημιουργώντας συνθήκες που αποτρέπουν τη βελτίωση των πραγμάτων αμέσως μετά την αξιολόγηση».

Το κόστος της διαπραγμάτευσης

Ως προς το κόστος της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης, «που μάλλον έχει υποτιμηθεί έναντι του “πολιτικού οφέλους”», στην έκθεση αναφέρονται τα εξής: «Η ύφεση συνεχίζεται και το 2016, πράγμα που προκαλεί και δημοσιονομικά προβλήματα. Είναι κοινός τόπος ότι σε τροχιά ύφεσης του ΑΕΠ τα φορολογικά έσοδα μειώνονται και επομένως απειλούνται οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα. Η κατάληξη ήταν νέα φορολογικά μέτρα που όμως είναι αμφίβολο αν θα αποδώσουν. Η δρομολογημένη νέα συμφωνία με τους θεσμούς προβλέπει νέα φορολογικά μέτρα € 5,4 δισ. και € 3,6 δισ. μέτρα υπό αίρεση όπως συζητείται αυτήν τη στιγμή, τα οποία θα ασκήσουν πιέσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές. Ας προσθέσουμε ότι όσο παρατείνεται η ύφεση, τόσο μετατίθενται στο μέλλον κάποιες δυνατότητες για αντικυκλικά μέτρα από την πλευρά της ζήτησης με προσφυγή και στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοπιστωτικής στήριξης! Μετά την υφεσιακή υποτροπή 2015-2016, περιορίστηκαν περαιτέρω οι δυνατότητες για μέτρα από την πλευρά της ζήτησης. Παρά ταύτα, ο ήπιος χαρακτήρας της ύφεσης σε σύγκριση με απαισιόδοξες προβλέψεις ανέδειξε τις αντοχές αλλά και τις ιδιομορφίες (π.χ. παραοικονομία) της ελληνικής οικονομίας».

Μεταρρυθμίσεις

Όσο μετατίθενται οι αναγκαίες τομές, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός που θα πρέπει να πληρωθεί για να γίνει βιώσιμο το Ασφαλιστικό και περιορίζονται τα περιθώρια για δίκαιη κατανομή των βαρών της προσαρμογής του, παρά τις δημοσιοποιούμενες καλές προθέσεις, αναφέρεται σχετικά. «Ο κρατικός μηχανισμός δεν έδειξε σε κρίσιμα μεταρρυθμιστικά ζητήματα την απαραίτητη συνοχή. Ορισμένες αποφάσεις του κυβερνητικού πυρήνα για εφαρμογή του Μνημονίου δεν τις «ενστερνίζονται» ισχυρά τμήματα του ευρύτερου μηχανισμού της κυβέρνησης, αναδεικνύοντας διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, προσδοκίες της κοινωνικής βάσης και παραδόσεις. Αυτές οι διαφοροποιήσεις δεν βοηθούν την κυβέρνηση να εκπέμψει ένα μήνυμα σταθερότητας όσον αφορά στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και να άρει τη γενικευμένη δυσπιστία για τις προθέσεις της» συμπληρώνεται, ενώ εκτιμάται ότι το ζήτημα της ανάπτυξης δεν έχει ως τώρα την αναγκαία προτεραιότητα στην κυβερνητική πολιτική. Παράλληλα, εκτιμάται ότι η παράταση της ύφεσης έκανε επιτακτικότερη την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων, που έχουν γίνει «υπαρξιακό ζήτημα για τη χώρα».

Ανεργία

Αξιολογώντας την οικονομική πολιτική στην περίοδο της κρίσης και εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ότι «δεν ήταν προτεραιότητά της η σοβαρή μείωση της ανεργίας». «Το ΓΠΚΒ εκτιμά ότι, μέτρα όπως η προσωρινή επιχορηγούμενη απασχόληση μέσω προγραμμάτων του ΕΣΠΑ ανακουφίζουν μεν προσωρινά μερικές χιλιάδες ανέργους, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Η μείωση της ανεργίας μακροπρόθεσμα θα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής μεγέθυνσης σε σταθερή βάση και η μεγέθυνση αυτή, με δεδομένους τους δημοσιονομικούς περιορισμούς στην ΕΕ, θα προκύψει κυρίως από τη δημιουργία σταθερού πλαισίου για ιδιωτικές επενδύσεις σε ευρεία κλίμακα». Ωστόσο, κρίνεται αναγκαίο το «παράλληλο πρόγραμμα» για τη φτώχεια, καθώς «καλύπτει πραγματικές ανάγκες ευπαθών κοινωνικών ομάδων» ενώ χαρακτηρίζεται «μέρος μιας γενικότερης αναδιανεμητικού χαρακτήρα επιλογής της κυβέρνησης».

Προβλέψεις για το 2016

Το επόμενο τρίμηνο θα είναι κρίσιμο για την επιλογή του δρόμου που θα ακολουθήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια, εκτιμάται στην έκθεση. «Η επιστροφή στην αναπτυξιακή ομαλότητα προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα. Πολιτικές αναταράξεις με οποιαδήποτε μορφή δεν θα βοηθήσουν την οικονομία. Οι λογικά αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις μιας θετικής αξιολόγησης στην οικονομία μπορεί να αναιρεθούν με διάφορες ενέργειες που υποτάσσονται στη λογική της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ολική πολιτική αμφισβήτηση των προηγούμενων Μνημονίων θα συμπαρασύρει και το τρίτο».

Χρέος

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, ωστόσο σημειώνεται ότι ένα καινούριο πρόγραμμα κουρέματος ομολόγων δεν μπορεί στην ουσία να εφαρμοστεί. «Από την άλλη πλευρά, μικρή ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα μπορούσε να λάβει χώρα μέσω της αγοράς ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, (πχ. από την ελληνική πλευρά, ίσως μέσω δανείου από το μηχανισμό στήριξης), λόγω της χαμηλής τιμής (discount) με το οποίο διαπραγματεύονται. Και αυτή η λύση όμως δεν θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στη μείωση του χρέους, λόγω του πολύ μικρού όγκου ομολόγων που διαπραγματεύονται».

Η σύνθεση του ελληνικού χρέους καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε περίπτωση αναδιάρθρωσής του προϋποθέτει την εφαρμογή σκληρών πολιτικών λύσεων – από όλες τις πλευρές - με το κύριο ζητούμενο να είναι ποιος τελικά θα αναλάβει το κόστος του «κουρέματος», σημειώνεται. «Βάσει του καταστατικού του το ΔΝΤ, το οποίο υποστηρίζει σθεναρά την αναγκαιότητα ενός κουρέματος, έχει προτεραιότητα στην αποπληρωμή. Επομένως, το βάρος θα πρέπει να πέσει στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, δηλαδή κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις στους ευρωπαίους φορολογούμενους. Μια τέτοια λύση όμως προϋποθέτει ότι θα συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη, κάτι που δεν θα πρέπει να το θεωρούμε δεδομένο».

Επίσης, σημειώνεται, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να περάσει το μήνυμα ότι μια αναδιάρθρωση του χρέους προσφέρεται ως λύση, μιας και αυτό πιθανώς να λειτουργήσει ως «κίνητρο χαλάρωσης» της δημοσιονομικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ. «Μια ακόμα σημαντική πολιτική πτυχή του θέματος είναι ότι ένας μηχανισμός αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για την Ιταλία και όσους ακολουθούν, οδηγώντας σε αμοιβαιοποίηση του χρέους πολύ πιο σύντομα από το πολιτικά αποδεκτό, το οποίο προϋποθέτει τη συγκρότηση άλλων μηχανισμών οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο».