Η Μακεδονία στο απόγειο της δόξας της: Ο Μέγας Αλέξανδρος γίνεται κυρίαρχος της Ασίας στη Μάχη των Γαυγαμήλων, 331 π.Χ

Η Μακεδονία στο απόγειο της δόξας της: Ο Μέγας Αλέξανδρος γίνεται κυρίαρχος της Ασίας στη Μάχη των Γαυγαμήλων, 331 π.Χ

«Αισχρόν είναι κλέψαι την νίκην»- Μέγας Αλέξανδρος, όταν του προτάθηκε νυκτερινή επίθεση το βράδυ πριν τη μάχη

Η έννοια της «αποφασιστικής μάχης» αποτελεί βασικό πυλώνα του δυτικού τρόπου πολέμου: Η επιδίωξη για μία αναμέτρηση από την οποία θα αναδειχθεί μόνο ένας και αδιαμφισβήτητος νικητής,κρίνοντας – πολύ συχνά- την έκβαση του πολέμου και φέρνοντας το τέλος του, ήταν βασικός προσανατολισμός αμέτρητων στρατιωτικών διοικητών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, τη στιγμή που κατά κανόνα ήταν αυτό το οποίο απέφευγαν οι επικεφαλής κατώτερων, σε μάχη εκ παρατάξεως, στρατευμάτων, ώστε να αποφύγουν την ολοκληρωτική καταστροφή.

Στην παγκόσμια ιστορία δεν είναι λίγες οι αποφασιστικές αυτές μάχες οι οποίες έκριναν πολέμους, οδηγώντας τη μία πλευρά σε θρίαμβο και την άλλη στην καταστροφή. Ωστόσο, ελάχιστες είναι αυτές που παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της μάχης που αποτέλεσε το αποκορύφωμα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, καθιστώντας τον νεαρό Μακεδόνα βασιλιά κύριο της άλλοτε πανίσχυρης Περσικής Αυτοκρατορίας και εδραιώνοντας την παρουσία του Ελληνισμού στην Ανατολή για αιώνες: Της μάχης των Γαυγαμήλων (γνωστή και ως μάχη στα Άρβηλα).

Ο Αλέξανδρος στην Ασία

Βρισκόμαστε στο 331 π.Χ. Τρία χρόνια μετά το πέρασμα του Αλέξανδρου στη Μικρά Ασία, ο νεαρός βασιλιάς - και ηγεμόνας όλων των Ελλήνων, «πλην Λακεδαιμονίων», έχοντας διαδεχθεί τον πατέρα του και αρχιτέκτονα της εκστρατείας, Φίλιππο τον Β'- έχει ήδη συντρίψει τον περσικό στρατό σε δύο μεγάλες μάχες, στον Γρανικό και στην Ισσό.

Η δεύτερη ήττα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή για τους Πέρσες, καθώς επικεφαλής του στρατεύματος ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς, Δαρείος Γ' ο Κοδομανός, που κατάφερε να ξεφύγει κυριολεκτικά παρά τρίχα από τον Αλέξανδρο. Ο Μακεδόνας βασιλιάς έχει απελευθερώσει όλες τις ελληνικές πόλεις των παραλίων της Μικράς Ασίας και την ενδοχώρα, κυριαρχήσει στο Αιγαίο, κατακτήσει Λίβανο, Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο, αλώσει θεωρούμενες απόρθητες πόλεις όπως η Τύρος και η Γάζα - αποκτώντας τον πλήρη έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου- και ετοιμάζεται να γίνει άρχοντας της Ασίας, όπως υπαγόρευε η προφητεία του Γόρδιου Δεσμού. Έχοντας μόλις καταστείλει μια εξέγερση στη Σαμάρεια και ιδρύσει μια σειρά ελληνικών πόλεων- μεταξύ των οποίων η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το φως της οποίας θα έλαμπε ανά τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι τη σημερινή εποχή- ετοιμάζεται για την τελική αναμέτρηση με τον αντίπαλό του για την κυριαρχία στην Ασία.

Ο Δαρείος μπορεί να είχε χάσει ένα τεράστιο μέρος του βασιλείου του από τον ασταμάτητο αντίπαλό του, ωστόσο η Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών ήταν ένα πανίσχυρο, αχανές κράτος αιώνων, και ο «Μεγάλος Βασιλιάς» πλέον αγωνιζόταν για την επιβίωσή του. Ως εκ τούτου, είχε ετοιμαστεί εξαντλητικά για τη μάχη στην οποία ευελπιστούσε να πάρει τη μεγάλη «ρεβάνς» από τον νεαρό βασιλιά, που, επικεφαλής των ενωμένων ελληνικών δυνάμεων, είχε αναδειχθεί στη μεγαλύτερη απειλή που είχε αντιμετωπίσει ποτέ η αυτοκρατορία. Αυτή τη φορά, ο Δαρείος γνωρίζει πολύ καλά πως δεν έχει περιθώριο να ηττηθεί, και για αυτό έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο στράτευμα που μπορούσε να παρατάξει, με πολεμιστές από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας του, και έχει επιλέξει προσεκτικά το πεδίο της μάχης, στα Γαυγάμηλα (στο σημερινό Ιράκ, κοντά στη Μοσούλη- στα εδάφη που αποτελούσαν την παραδοσιακή «καρδιά» της αυτοκρατορίας, πλησίον του Τίγρη και του Ευφράτη), έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τα πλεονεκτήματά του, στερώντας το ελληνικό στράτευμα από τα δικά του.

Η πορεία προς τα Γαυγάμηλα

Τέσσερις ημέρες μετά τη διάβαση του Τίγρη, οι ανιχνευτές του Αλέξανδρου εντόπισαν περσικό ιππικό, με τον Μακεδόνα βασιλιά να δίνει εντολή για παράταξη μάχης. Νεότερες πληροφορίες ανέφεραν ότι επρόκειτο για μια δύναμη μόλις 1.000 ιππέων, οπότε παίρνοντας τη δική του, βασιλική ίλη του επίλεκτου ιππικού των εταίρων και ελαφρά οπλισμένους Παίονες ιππείς, κινήθηκε εναντίον τους. Οι Πέρσες ιππείς τράπηκαν σε φυγή, ωστόσο ο Αλέξανδρος κατάφερε να πιάσει μερικούς αιχμαλώτους, από τους οποίους έλαβε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ισχύ και τις κινήσεις του στρατεύματος του Δαρείου. Ο Πέρσης βασιλιάς, όπως έμαθε ο Αλέξανδρος, είχε στρατοπεδεύσει στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, κοντά στον ποταμό Βούμηλο, στα δυτικά των Αρβήλων. Όπως προαναφέρθηκε, ο Δαρείος αυτή τη φορά είχε προετοιμαστεί όσο καλύτερα μπορούσε: Το έδαφος της πεδιάδας είχε ισοπεδωθεί και αποψιλωθεί, έτσι ώστε να είναι κατάλληλο για τη χρήση του πολυάριθμου περσικού ιππικού και των δρεπανηφόρων αρμάτων.

Ο Αλέξανδρος, έχοντας αυτές τις πληροφορίες απέχοντας 12 χιλιόμετρα από τα Γαυγάμηλα, αποφάσισε να σταματήσει την προέλαση για να ξεκουράσει τον στρατό του, στήνοντας στρατόπεδο και παίρνοντας όλα τα μέτρα ασφαλείας, με τάφρους και οχυρωματικά έργα. Αφού έμεινε εκεί μεταξύ για τέσσερις ημέρες (ή για δύο, σύμφωνα με κάποιες πηγές) άφησε στο στρατόπεδο τους αμάχους, τους αιχμαλώτους και τα σκευοφόρα και προχώρησε τη νύχτα, επιδιώκοντας να προσεγγίσει τον περσικό στρατό με νυχτερινή πορεία και να επιδιώξει μάχη την αυγή. Σε εκείνη τη φάση, τα δύο στρατόπεδα απείχαν, όπως προαναφέρθηκε, 11 με 12 χιλιόμετρα, αλλά χωρίζονταν από λοφοσειρά, οπότε δεν υπήρχε οπτική επαφή.

Φτάνοντας αργά τη νύχτα/ νωρίς τα ξημερώματα στις κορυφές των λόφων, το ελληνικό στράτευμα αντίκρισε το περσικό στρατόπεδο, με τον στρατό του Δαρείου να είναι έτοιμος για μάχη: Ο Πέρσης βασιλιάς είχε πληροφορηθεί την προσέγγιση του Αλέξανδρου, και είχε παρατάξει τις δυνάμεις του. Ο Μακεδόνας βασιλιάς συγκάλεσε άμεσα πολεμικό συμβούλιο, με τους περισσότερους ανώτατους αξιωματικούς του να εισηγούνται άμεση επίθεση, ή νυκτερινή έφοδο μια προσέγγιση που σε γενικές γραμμές έδειχνε να προτιμά και ο Αλέξανδρος- ωστόσο, αυτή τη φορά είχε διαφορετική άποψη, ακολουθώντας τη συμβουλή του Παρμενίωνα, ο οποίος ζήτησε προσεκτική αναγνώριση του πεδίου της μάχης και των δυνάμεων του εχθρού. Οπότε, το ελληνικό στράτευμα παρέμεινε σε παράταξη μάχης, και την αναγνώριση πραγματοποίησε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, με το ιππικό των εταίρων και ελαφρύ πεζικό.

Επιστρέφοντας στις ελληνικές θέσεις, και έχοντας αποκτήσει μια αρκετά καλή εικόνα της δύναμης του εχθρού, κάλεσε ξανά πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο ανακοίνωσε την απόφασή του να γίνει η μάχη με το φως της ημέρας. Αξίζει να σημειωθεί, πως, μετά από αυτό, ο κανονικά προσεκτικός Παρμενίων «υπέκυψε» και αυτός, και πρότεινε, μαζί με άλλους αξιωματικούς, νυκτερινή επίθεση- ανησυχώντας για το μεγάλο μέγεθος του εχθρικού στρατεύματος, όπως γινόταν πλήρως αντιληπτό από την εικόνα του περσικού στρατοπέδου.

Ο Αλέξανδρος αγρυπνούσε ο ίδιος, κάνοντας θυσίες εν όψει της μάχης με τον μάντη Αρίστανδρο. Η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική για τον νεαρό Μακεδόνα βασιλιά, που είπε στους αξιωματικούς του ότι δεν ήταν σωστό να «κλέψει» τη νίκη με αυτόν τον τρόπο: «Ου κλέπτω την νίκην», κατά τον Πλούταρχο, «Αισχρόν είναι κλέψαι την νίκην», κατά τον Αρριανό.

Βεβαίως, πέρα από την προσωπική φιλοδοξία του, ο Αλέξανδρος φαίνεται πως λάμβανε υπόψιν και άλλους παράγοντες. Ένας ήταν ο «πολιτικός»: Ο Δαρείος έπρεπε να ηττηθεί κατά κράτος και εμφανώς, χωρίς καμία αμφιβολία ή αμφισβήτηση, προκειμένου να φανεί ποιος ήταν ο κυρίαρχος της Ασίας. Ο δεύτερος ήταν εμφανώς τακτικός: Μια νυχτερινή επιχείρηση αποτελεί παράτολμο και πολύπλοκο εγχείρημα, ειδικά όταν εμπλέκονται μεγάλοι όγκοι στρατευμάτων. Επίσης, προϋποθέτει καλή γνώση του πεδίου, κάτι που δεν ίσχυε για την ελληνική πλευρά.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Αλέξανδρου να δοθεί η μάχη με το φως της ημέρας είχε και ένα άλλο όφελος: Οι Πέρσες, φοβούμενοι νυκτερινή επίθεση, παρέμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα, με αποτέλεσμα να είναι κουρασμένοι την ημέρα, τη στιγμή που οι στρατιώτες του στρατοπέδου του Αλέξανδρου μπόρεσαν να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν, επωφελούμενοι του γεγονότος ότι οι θέσεις τους, ψηλά στους λόφους, είχαν φυσική άμυνα λόγω μορφολογίας. Μάλιστα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, κοιμήθηκε μέχρι αργά το πρωί της μάχης, και οι αξιωματικοί του δυσκολεύτηκαν να τον ξυπνήσουν.

Ξημέρωνε η ημέρα που θα έκρινε το μέλλον μιας αυτοκρατορίας: Σύμφωνα με εκτιμήσεις ιστορικών, ήταν 1η Οκτωβρίου 331 π.Χ.

Τα αντίπαλα στρατεύματα και η παράταξή τους

Όπως προαναφέρθηκε επανειλημμένα, ο Δαρείος είχε προετοιμαστεί εκτενώς. Οι αναφορές περί της αριθμητικής ισχύος του στρατεύματός του ποικίλλουν, και κάποιες εξ αυτών είναι εμφανέστατα υπερβολικές: Κατά τον Αρριανό, το περσικό στράτευμα απαρτιζόταν από 40.000 ιππείς και 1.000.000 πεζούς (!). Κατά τον Διόδωρο, επρόκειτο για 200.000 ιππείς και 800.000 πεζούς, κατά τον Πλούταρχο συνολικά 1.000.000, κατά τον Ιουστίνο 500.000 και κατά τον Κούρτιο 45.0000 ιππείς και 200.000 πεζοί. Ο Αρριανός, ο Διόδωρος και ο Κούρτιος αναφέρουν και τα 200 δρεπανηφόρα άρματα, ενώ μόνο ο πρώτος και 15 πολεμικούς ελέφαντες.

Η περσική παράταξη είναι γνωστή με λεπτομέρειες, καθώς, κατά τον Αριστόβουλο, βρέθηκαν γραπτές διαταγές. Όπως αναφέρει ο Αρριανός, από τα αριστερά προς το κέντρο είχαν παραταχθεί Βάκτριοι, Δάες και Αραχωτοί ιππείς, και στη συνέχεια Πέρσες ιππείς, ανάμεικτοι με πεζούς, Σούσιοι και Καδούσιοι ιππείς. Από τα δεξιά προς το κέντρο βρίσκονταν ιππείς από την Κοίλη Συρία και τη Μεσοποταμία, Μήδοι, Παρθυαίοι και Σάκες, Τόπειροι, Υρκανοί και Σακεσίνες- σε όλες τις περιπτώσεις ιππικό. Στο κέντρο, όπου βρισκόταν ο Δαρείος, βρίσκονταν οι «συγγενείς του βασιλιά», δηλαδή το περσικό ιππικό της φρουράς του, Ινδοί ιππείς και Ανάσπαστοι Κάρες, Μάρδοι τοξότες και Έλληνες μισθοφόροι οπλίτες σε δύο τμήματα, αριστερά και δεξιά από τον Δαρείο. Πίσω από αυτή την κύρια παράταξη βρίσκονταν σε βάθος παραταγμένοι Ούξιοι, Βαβυλώνιοι και Σιττακηνοί- στο μεγαλύτερο μέρος τους πεζοί. Μπροστά από την κύρια παράταξη βρίσκονταν στο αριστερό κέρας Σκύθες ιππείς, 1.000 Βακτριανοί ιππείς και 100 δρεπανηφόρα άρματα, στο δεξιό κέρας Αρμένιοι και Καππαδόκες ιππείς και 50 δρεπανηφόρα άρματα, στο κέντρο 15 ελέφαντες και τα άλλα 50 δρεπανηφόρα άρματα. Αρχηγός της αριστερής πτέρυγας ήταν ο σατράπης της Βακτριανής, Βήσσος, της δεξιάς ο σατράπης της Συρίας, Μαζαίος, και του κέντρου ο ίδιος ο Δαρείος.

Ακόμα και θεωρώντας ότι στην πραγματικότητα οι αριθμοί ήταν αισθητά μικρότεροι από αυτούς που αναφέρονται, βάσει συγχρόνων εκτιμήσεων (υπολογίζονται κάπου ανάμεσα σε 100.000-250.000 άνδρες) σε κάθε περίπτωση επρόκειτο προφανώς για μια πολύ μεγάλη στρατιά, την οποία μάλιστα ο Δαρείος είχε επιδιώξει, στο σημείο του δυνατού, να εξοπλίσει σε πιο μακεδονικά πρότυπα, με μακρύτερα δόρατα και ξίφη στο ιππικό.

Όσον αφορά στο ελληνικό στράτευμα, σύμφωνα με τον Αρριανό, η δύναμή του ανερχόταν σε 7.000 ιππείς και 40.000 πεζούς. Ωστόσο, αν και υστερούσε σημαντικά αριθμητικά σε σχέση με τον αντίπαλο, η ποιοτική υπεροχή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, λόγω της εμπειρίας, της οργάνωσης και σίγουρα της διοίκησης, καθώς επικεφαλής του ήταν ο Αλέξανδρος και οι ικανότατοι Μακεδόνες στρατηγοί.

Από τα δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με τον Αρριανό και τον Διόδωρο, βρίσκονταν η βασιλική ίλη των εταίρων- το πλέον επίλεκτο βαρύ ιππικό του Αλέξανδρου- και στη συνέχεια οι υπόλοιπες ίλες ιππικού. Μετά τους εταίρους βρισκόταν το άγημα και οι άλλοι υπασπιστές (πεζικό), και στη συνέχεια οι τάξεις της μακεδονικής φάλαγγας. Στο δεξιό βρίσκονταν επίσης Αγριάνες (σκληροτράχηλο ελαφρύ πεζικό), Μακεδόνες τοξότες, πελταστές κ.α. Από εκεί και πέρα άρχιζε το αριστερό κέρας, με πεζικό, συμμάχους ιππείς από Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλούς, Θράκες και άλλους συμμάχους ιππείς. Πίσω βρίσκονταν άλλα τμήματα, κυρίως πεζών από τη Συμμαχία της Κορίνθου και μισθοφόροι, με σκοπό την αποτροπή προσπάθειας κύκλωσης. Μπροστά από την κύρια παράταξη βρίσκονταν τμήματα ελαφρού πεζικού (πελταστές, Αγριάνες, τοξότες κ.α), επιφορτισμένοι με την αντιμετώπιση των δρεπανηφόρων αρμάτων. Ως φρουρά των σκευοφόρων ορίστηκαν οι Θράκες πεζοί. Την ηγεσία του δεξιού κέρατος στο σύνολό του είχε ο Αλέξανδρος και του αριστερού ο Παρμενίων.

Στόχος του Αλέξανδρου, κλασικά, ήταν η ηγεσία του εχθρού- ο ίδιος ο Δαρείος. Ο Μακεδόνας βασιλιάς ήξερε πως αν ο Δαρείος σκοτωνόταν ή τρεπόταν σε φυγή, η περσική παράταξη θα κατέρρεε. Εναλλακτικά, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα για το ελληνικό στράτευμα, λόγω της μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των Περσών- ειδικά από τη στιγμή που ο εχθρός ήταν ισχυρός σε όλο του το μέτωπο.

Αναμέτρηση στα Γαυγάμηλα: Η μάχη αρχίζει

Αργά το πρωί της 1ης Οκτωβριου 331 π.Χ, ο Αλέξανδρος εμφανιζόταν εξαιρετικά αισιόδοξος για τη νίκη, όπως αναφέρουν ο Διόδωρος και ο Πλούταρχος. Με τους στρατούς να απέχουν 4-5 χιλιόμετρα, ο Αλέξανδρος έκανε την πρώτη κίνηση, κινούμενος «λοξήν ποιούμενος την τάξιν» προς τον εχθρό, με το ιππικό των εταίρων να προπορεύεται στο άκρο δεξιό και τα άλλα τμήματα να ακολουθούν, με το σύνολο της παράταξης να ακολουθεί /ανταποκρίνεται στην κίνηση του Μακεδόνα βασιλιά. Όταν πλησίασε στις περσικές θέσεις, τη δεξιά του πτέρυγα κινήθηκε ακόμα περισσότερο προς τα δεξιά, επιδιώκοντας να προσπεράσει την αντίστοιχη αριστερή πτέρυγα των Περσών. Οι Βάκτριοι και Σκύθες ιππείς του Δαρείου τον ακολούθησαν, με αποτέλεσμα να αρχίσει να «ανοίγει» η περσική παράταξη, καθώς η αριστερή πτέρυγα των Περσών ακολουθούσε την δεξιά του Αλέξανδρου.

Σε εκείνο το σημείο, ο Δαρείος αντιλήφθηκε πως η ελληνική παράταξη απομακρυνόταν από τη ζώνη που είχε καθαριστεί για την επέλαση των δρεπανηφόρων αρμάτων, στο κέντρο, κάτι που σήμαινε ότι, εάν αυτή δεν γινόταν σύντομα, τα άρματα δεν θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Οπότε, επιδιώκοντας να σταματήσει την κίνηση του Αλέξανδρου προς τα δεξιά, έδωσε εντολή στην αριστερή του πτέρυγα να ανακόψει την πλευρική κίνηση του Μακεδόνα βασιλιά, κάτι το οποίο εκτελέστηκε: Η δύναμη του Βήσσου κινήθηκε κατά του δεξιού κέρατος. Όταν ο Αλέξανδρος είδε την κίνηση, επιτέθηκε κατά της περσικής δύναμης, τρέποντας προσωρινά τους Σκύθες και Βακτρίους σε φυγή- μέχρι που ανασυντάχθηκαν, ενισχυόμενοι από άλλους Βακτρίους. Η σύγκρουση ξεκίνησε ξανά, με τις δυνάμεις του Αλέξανδρου να αντιμετωπίζουν το βαρύ εχθρικό ιππικό και να υφίστανται απώλειες, ωστόσο στο τέλος κατάφεραν να διασπάσουν τους περσικούς σχηματισμούς.

Το «στοίχημα» του Δαρείου στο κέντρο

Όσο γίνονταν αυτά στα δεξιά της παράταξης, στο κέντρο ο Δαρείος επέλεξε να εξαπολύσει τα δρεπανηφόρα άρματα, στα οποία υπολόγιζε πολύ – ωστόσο απέτυχαν παταγωδώς στην αποστολή τους εναντίον του πίσω σημείου του δεξιού ελληνικού κέρατος, καθώς το ελαφρύ πεζικό (τοξότες και ακοντιστές) που βρισκόταν μπροστά από την κύρια παράταξη απλά άνοιγε τις γραμμές του και «έβρεχε» βλήματα πάνω τους, σκοτώνοντας τους αναβάτες, και σε κάποιες περιπτώσεις αποκτώντας τον έλεγχο των αρμάτων, σύμφωνα με τον Αρριανό. Παράλληλα, το πεζικό έκανε επίτηδες πολύ θόρυβο, τρομάζοντας τα άλογα και κάνοντας τους αναβάτες των αρμάτων να χάσουν τον έλεγχό τους. Σημειώνεται πως κάποιοι άλλοι ιστορικοί παρουσιάζουν πιο δύσκολη την κατάσταση για τους Μακεδόνες, αλλά όπως και να έχει, η κύρια επίθεση των αρμάτων δεν προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα στο συγκεκριμένο σημείο της παράταξης.

Βλέποντας την αποτυχημένη επίθεση των αρμάτων και την συνεχιζόμενη κίνηση του Αλέξανδρου (ο οποίος είχε διασπάσει τους σκυθικούς και βακτριανούς σχηματισμούς) προς τα δεξιά- που απειλούσε με υπερφαλάγγιση την περσική παράταξη- ο Δαρείος έστειλε και άλλο ιππικό εναντίον του Μακεδόνα βασιλιά, αυτή τη φορά από το κέντρο, δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό στην παράταξή του. Ήταν αυτό ακριβώς που ο Αλέξανδρος είχε επιδιώξει.

Η έφοδος που γκρέμισε μια αυτοκρατορία

Ο Μακεδόνας βασιλιάς γνώριζε πολύ καλά πως, με κάποιον τρόπο, έπρεπε να «ανοίξει» το κέντρο, όπου βρισκόταν ο Δαρείος, σε επίθεσή του- αλλά για να γίνει αυτό, έπρεπε να απομακρυνθούν οι δυνάμεις που τον κάλυπταν. Και για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να κάνει τον εχθρό να ανοιχτεί μόνος του, κινούμενος προς τα δεξιά και παρασύροντάς τον. Μόλις είδε ότι οι Πέρσες «τσίμπησαν το δόλωμα», σταμάτησε την κίνηση προς τα δεξιά, κάνοντας απότομη στροφή προς τα αριστερά και κατευθυνόμενος «καρφί» προς το κέντρο, ακολουθούμενος από τις υπόλοιπες μονάδες της δεξιάς πλευράς, ενώ η περσική δύναμη που είχε σταλεί να τον αναχαιτίσει συνέχιζε, εν μέσω της αντάρας και της σκόνης της μάχης, να κινείται προς άλλη κατεύθυνση, για να εμπλακεί με έναν αντίπαλο που πλέον...πήγαινε αλλού.

Ο Αλέξανδρος, χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατός του το βαρύ ιππικό των εταίρων, που είχε κρατήσει για αυτήν ακριβώς την κίνηση, εφόρμησε εναντίον του σημείου όπου βρισκόταν ο Δαρείος στο κέντρο, με την υποστήριξη των τοξοτών και ακοντιστών που ακολουθούσαν το ιππικό, και ακολουθούσε το βαρύτερο πεζικό (υπασπιστές και σαρισσοφόροι).Το αποτέλεσμα ήταν να επιτύχει τοπική υπεροχή, η οποία και θα έκρινε τη μάχη. Παράλληλα, εναντίον του «παραπλανημένου» περσικού ιππικού (που είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται τι είχε συμβεί) έστελνε τον ικανότατο αξιωματικό Αρέτη με το υπόλοιπο ιππικό της πλαγιοφυλακής, ο οποίος και- ενώ ο Αλέξανδρος χτυπούσε το κέντρο- ενεπλάκη με την αριστερή πτέρυγα των Περσών, κρατώντας την «μαγκωμένη» και αφήνοντας τον Μακεδόνα βασιλιά να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα από όλους: Να δώσει το αποφασιστικό χτύπημα στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή.

Στο κέντρο της περσικής παράταξης, όπου βρισκόταν ο Δαρείος, η επίθεση του μακεδονικού ιππικού και της φάλαγγας ήταν σαρωτική. Ο Δαρείος, ερχόμενος ξαφνικά αντιμέτωπος με τον Μακεδόνα βασιλιά, επικεφαλής υπέρτερης δύναμης (για τον οποίο νόμιζε ότι βρισκόταν μακριά), τράπηκε σε φυγή, όπως στην Ισσό. Όσο το περσικό κέντρο, βλέποντας τη φυγή του βασιλιά, «έσπαγε» και υποχωρούσε άτακτα, αυτοί που κάλυψαν τον Δαρείο ήταν οι Έλληνες μισθοφόροι των Περσών. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί πως, για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στον Δαρείο, αυτή είναι η εκδοχή που παρουσιάζει ο (ιδιαίτερα θετικός απέναντι στον Αλέξανδρο) Αρριανός. Ο Διόδωρος αφηγείται ότι, όταν έγινε η επίθεση του Αλέξανδρου, ο Δαρείος έμεινε να πολεμήσει, μαχόμενος από το άρμα του, και οι δύο βασιλιάδες βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Σε εκείνο το σημείο (λέει ο Διόδωρος) ο Αλέξανδρος πέταξε το δόρυ του προς τον Δαρείο, αλλά αντί για αυτόν πέτυχε τον ηνίοχό του, που έπεσε από το άρμα. Όταν η φρουρά του Δαρείου το είδε αυτό, νόμισε πως ο βασιλιάς είχε σκοτωθεί, και τράπηκε σε φυγή- οπότε ο Πέρσης βασιλιάς «καταπλαγείς προς φυγήν ώρμησεν», μη έχοντας άλλη επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, ο Δαρείος εγκατέλειπε το πεδίο της μάχης, και ο στρατός του τον ακολουθούσε, με τον πανικό, όπως συνέβαινε σε αυτές τις περιπτώσεις στις αρχαίες μάχες, να εξαπλώνεται στο κέντρο και το αριστερό κέρας της περσικής παράταξης (που αντιμετώπιζε τον τρομερό Αρέτη), καθώς ο ένας σχηματισμός έβλεπε τον άλλον να «σπάει».

Πίεση στα αριστερά

Ωστόσο, όσο ο Αλέξανδρος διέλυε το περσικό κέντρο, προκαλώντας την κατάρρευση της αριστερής περσικής πτέρυγας, στο αριστερό κέρας της ελληνικής παράταξης, τα πράγματα ήταν δύσκολα, υπό την πίεση του Μαζαίου. Κατά την έναρξη της μάχης, ακολουθώντας την κίνηση του Αλέξανδρου, ο Παρμενίων βρέθηκε τόσο απέναντι στο περσικό δεξί, υπό τον Μαζαίο, όσο και στο δεξιό τμήμα του περσικού κέντρου, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει με υπερφαλάγγιση/ κύκλωση από υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις. Πολύ γρήγορα – ενώ ο Αλέξανδρος στη δεξιά πλευρά της ελληνικής παράταξης εμπλεκόταν με το περσικό αριστερό- ο Μαζαίος (περσικό δεξί) εφορμούσε κατά του Παρμενίωνα (ελληνική αριστερή πτέρυγα). Ο σατράπης της Συρίας, εν αντιθέσει με τους άλλους Πέρσες διοικητές και τον βασιλιά του, ήταν ικανός στρατιώτης, και χρησιμοποίησε σωστά τα δρεπανηφόρα άρματα που είχε, τα οποία εφόρμησαν μαζί με το ιππικό- ώστε και η αντιμετώπισή τους δεν ήταν τόσο αποτελεσματική όσο στην άλλη πλευρά του μετώπου.

Με τα τμήματα του Παρμενίωνα να δέχονται ισχυρή πίεση και να υφίστανται απώλειες, o Μαζαίος πήγε παραπέρα: Με μια δύναμη 3.000 επίλεκτων παρέκαμψε εντελώς το ελληνικό αριστερό κέρας και κατευθύνθηκε προς τα μετόπισθεν- προς το ελληνικό στρατόπεδο, με σκοπό να απελευθερώσει αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η οικογένεια του Δαρείου. Ο Παρμενίων ζήτησε από τον Αλέξανδρο βοήθεια σε εκείνη τη φάση, αλλά ο βασιλιάς εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν για την κρίσιμη επίθεση, οπότε απάντησε πως δεν μπορούσε να στείλει κάτι- άλλωστε, όπως είπε, αν χανόταν η μάχη, δεν θα χρειάζονταν τα εφόδια, ενώ αν κερδιζόταν, θα είχαν και των αντιπάλων. Οι ιππείς του Μαζαίου έφτασαν στο ελληνικό στρατόπεδο και άρχισαν τις λεηλασίες, βρίσκοντας μάλιστα και τη μάνα του Δαρείου, Σισύγαμβι- η οποία όμως αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Όπως γράφει ο Διόδωρος, αφ'ενός δεν πίστευε το παράδοξο της τύχης, αφ'ετέρου δεν ήθελε να φανεί αχάριστη απέναντι στον Αλέξανδρο, που την είχε μεταχειριστεί με τιμές.

Όσο γίνονταν αυτά, τα τμήματα του Παρμενίωνα βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, με τους Θεσσαλούς ιππείς να διακρίνονται στη μάχη, προσπαθώντας με πολλές θυσίες να αντιμετωπίσουν το πολυάριθμο περσικό ιππικό. Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ όταν ο Αλέξανδρος εφόρμησε κατά του κέντρου, καθώς προέκυψε ένα κενό στην παράταξη, στο οποίο έσπευσαν Πέρσες και Ινδοί ιππείς, που χτύπησαν τα σκευοφόρα, προσπερνώντας τη δεύτερη φάλαγγα. Για την αντιμετώπιση της δύναμης αυτής έσπευσαν τμήματα της δεύτερης μακεδονικής γραμμής, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον Παρμενίωνα. Στο μεταξύ όμως, ο Παρμενίων πιεζόταν όλο και περισσότερο από τις δυνάμεις του Μαζαίου (που δεν είχαν αντιληφθεί τη φυγή του Δαρείου), και ξαναζήτησε βοήθεια από τον Αλέξανδρο, ο οποίος και άφησε την καταδίωξη του Δαρείου και έσπευσε με το ιππικό του να σώσει το αριστερό κέρας. Κατευθυνόμενος προς τα εκεί, συγκρούστηκε με ιππείς (Ινδούς και Πέρσες) που υποχωρούσαν από την επιδρομή στα σκευοφόρα, σε μια σκληρή ιππομαχία, με σοβαρές απώλειες για τους Μακεδόνες, οι οποίοι ωστόσο έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό. Ο Αλέξανδρος δεν καταδίωξε, αλλά συνέχισε προς τον Παρμενίωνα, ο οποίος είχε αρχίσει να «γυρίζει» την κατάσταση, καθώς στα περσικά τμήματα του Μαζαίου είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή η φυγή του Δαρείου. Το θεσσαλικό ιππικό αντεπιτέθηκε επιτυχώς, ενώ η άφιξη του βασιλιά έκρινε την εξέλιξη, καθώς ο Μαζαίος κατάλαβε ότι η μάχη ήταν «τελειωμένη υπόθεση», ειδικά από τη στιγμή που οι Μακεδόνες αποκτούσαν υπεροχή, απειλώντας τον με κύκλωση. Ο Μαζαίος υποχώρησε και ο Αλέξανδρος άρχισε την καταδίωξη του Δαρείου, με τον Παρμενίωνα να καταλαμβάνει το περσικό στρατόπεδο.

Η μάχη είχε τελειώσει. Και μαζί της, η περσική αυτοκρατορία. Οι απώλειες των Περσών ήταν τεράστιες: Ο Αρριανός κάνει λόγο για 300.000 νεκρούς και πολύ περισσότερους αιχμαλώτους, ο Διόδωρος μιλά για 90.000 νεκρούς και ο Κούρτιος για 40.000, ενώ στον πάπυρο 1798 της Οξυρύγχου αναφέρονται 53.000. Όσον αφορά στις απώλειες του στρατού του Αλέξανδρου, κατά τον Αρριανό ήταν 100 νεκροί, κατά τον Διόδωρο 500, κατά τον Κούρτιο 300, ενώ κατά τον πάπυρο της Οξυρύγχου ανέρχονταν σε 1.000 πεζούς και 200 ιππείς. Ωστόσο, πολλοί ήταν οι τραυματίες, ενώ, σύμφωνα με τον Αρριανό, πάνω από 1.000 άλογα πέθαναν από τα τραύματα και την ταλαιπωρία κατά την ξέφρενη καταδίωξη του Δαρείου.

Βασιλιάς της Ασίας

Μετά τη μάχη, ο Αλέξανδρος έθαψε τους νεκρούς του, έκανε θυσίες, έδωσε δώρα στους φίλους του και ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ασίας και διάδοχος των Αχαιμενιδών. Ήλπιζε να συλλάβει τον Δαρείο στα Άρβηλα, 120 χλμ δυτικά του πεδίου της μάχης, αλλά ο Πέρσης βασιλιάς είχε εξαφανιστεί- θα τον έβρισκε πολύ αργότερα νεκρό, σκοτωμένο από τον Βήσσο, ο οποίος επεδίωκε έτσι να γίνει κυρίαρχος όσων απέμεναν από την άλλοτε πανίσχυρη Περσική Αυτοκρατορία. Παρόλα αυτά, στα Άρβηλα βρήκε τον θησαυρό (3.000 τάλαντα) και τα υπάρχοντα του Δαρείου (το άρμα, την ασπίδα και τα τόξα του, καθώς και άλλες αποσκευές).

Η τελική μάχη είχε δοθεί και κερδηθεί. Ο Αλέξανδρος δεν θα ξαναέδινε άλλη μεγάλη μάχη εκ παρατάξεως για τα άλλα πέντε χρόνια, ασχολούμενος με ορεινές πολεμικές επιχειρήσεις και καταστολές εξεγέρσεων και στρεφόμενος προς τις μεγαλύτερες πόλεις της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, τα Σούσα, την Περσέπολη και τη Βαβυλώνα.

Η Περσική Αυτοκρατορία είχε πρακτικά λάβει τέλος, αλλά θα χρειάζονταν ακόμα κάποια χρόνια για την εδραίωση της εξουσίας του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Και μετά, σειρά θα είχε η Ινδία.

Βιβλιογραφία

-Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: Τόμος Δ', Μέγας Αλέξανδρος- Ελληνιστικοί Χρόνοι- Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Εταιρία Ιστορικών Εκδόσεων

-Αρχαία Πολεμική Ιστορία- Μέγας Αλέξανδρος, Η κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας- John Warry, Osprey Publishing- Σελένα Εκδοτική Α.Ε.

-Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων- Έκδοσις Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων

-Το Μακεδονικό Κράτος: Γένεση, Θεσμοί και Ιστορία- N.G.L Hammond, Εκδόσεις Παπαζήση

|

Δημοφιλή