ΔΙΕΘΝΕΣ
16/12/2016 18:38 EET | Updated 17/12/2016 06:22 EET

Ομπάμα: Είπα στον Πούτιν να κόψει τις κυβερνοεπιθέσεις. Μετά δεν υπήρξαν ενδείξεις παρεμβάσεων

President Barack Obama speaks during a news conference in the briefing room of the White House in Washington, Friday, Dec. 16, 2016. (AP Photo/Pablo Martinez Monsivais)
ASSOCIATED PRESS
President Barack Obama speaks during a news conference in the briefing room of the White House in Washington, Friday, Dec. 16, 2016. (AP Photo/Pablo Martinez Monsivais)

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα κατέστησε προσωπικά υπεύθυνο τον ομόλογό του της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν για τις κυβερνοεπιθέσεις οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και των εκλογών της 8ης Νοεμβρίου που κέρδισε ο Ντόναλντ Τραμπ.

«Τίποτα σημαντικό δεν συμβαίνει στη Ρωσία χωρίς την έγκριση του Βλαντίμιρ Πούτιν», υποστήριξε ο Ομπάμα κατά τη διάρκεια της εφ’ όλης της ύλης συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε στον Λευκό Οίκο, ερωτηθείς σχετικά με τις ευθύνες του επικεφαλής του Κρεμλίνου για τις επιθέσεις εναντίον του Δημοκρατικού Κόμματος και συνεργατών της ατυχήσασας υποψήφιας στις προεδρικές εκλογές Χίλαρι Κλίντον.

«Έχουμε πει και επιβεβαιώνω ότι (η απόφαση πάρθηκε) στο ανώτατο επίπεδο της ρωσικής κυβέρνησης», επέμεινε ο απερχόμενος Δημοκρατικός πρόεδρος στην τελευταία του μεγάλη συνέντευξη Τύπου για το 2016, πριν αφήσει στη θέση του στον Λευκό Οίκο τον Ρεπουμπλικάνο Ντόναλντ Τραμπ μετά την 20ή Ιανουαρίου.

Εξάλλου κάλεσε τον διάδοχό του, ο οποίος έχει δηλώσει πως θέλει μια επαναπροσέγγιση με τον Πούτιν, να δεχθεί να διεξαχθεί μια έρευνα «διακομματική» και «ανεξάρτητη» για τις κυβερνοεπιθέσεις αυτές.

Ο Ομπάμα αποκάλυψε ακόμη ότι απαιτήσει χωρίς περιστροφές από τον Πούτιν—τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της συνόδου της Ομάδας των Είκοσι (G20) πιο ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών του πλανήτη στην Κίνα—να «σταματήσει» τις κυβερνοεπιθέσεις, απειλώντας με «σοβαρές συνέπειες εάν δεν το έκανε».

Τότε ο επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης εξέφραζε ανησυχία για τις ενδεχόμενες συνέπειες της ηλεκτρονικής πειρατείας στα συστήματα των Δημοκρατικών και συνεργατών της Κλίντον στις εκλογές της 8ης Νοεμβρίου, παρότι οι δημοσκοπήσεις υποδείκνυαν άνετη νίκη της υποψήφιας των Δημοκρατικών.

«Είπα έτσι στη Ρωσία να σταματήσει και επισήμανα ότι αλλιώς θα αντιμετώπιζε συνέπειες», είπε ο Ομπάμα.

«Ο στόχος μας παραμένει να στείλουμε ένα σαφές μήνυμα στη Ρωσία και σε άλλους, να μην το κάνουν αυτό διότι κι εμείς μπορούμε επίσης να κάνουμε πράγματα», απείλησε ο απερχόμενος αμερικανός πρόεδρος.

Ερωτηθείς από έναν δημοσιογράφο εάν πιστεύει ότι η Κλίντον έχασε τις εκλογές λόγω των κυβερνοεπιθέσεων αυτών, ο Ομπάμα απάντησε: «βρίσκω ότι η μεταχείρισή της δεν ήταν δίκαιη κατά τη διάρκεια αυτών των εκλογών», και πρόσθεσε πως «ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η ίδια και τα ζητήματα αυτά είναι ανησυχητικός».

Ακόμη, αναφερόμενος σε μια δημοσκόπηση κατά την οποία το 37% των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ—που παραδοσιακά έχουν εχθρική στάση έναντι της Ρωσίας—εγκρίνουν την πολιτική του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε, αναφερόμενος σε έναν Ρεπουμπλικάνο προκάτοχό του που παραμένει ακόμη δημοφιλής στην αμερικάνικη δεξιά, «ο Ρόναλντ Ρίγκαν πρέπει να στριφογυρίζει στον τάφο του. Πώς φθάσαμε εδώ;».

Ακόμη, κατήγγειλε την έκταση που έδωσαν τα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις «αποκαλύψεις» με βάση υποκλαπέντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του διευθυντή της εκστρατείας της Κλίντον, του Τζον Ποντέστα, και του Δημοκρατικού Κόμματος.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Έρευνας (FBI) συμφωνεί με τα συμπεράσματα της CIA για την «επέμβαση» της Ρωσίας στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία, έγραψε χθες η εφημερίδα Washington Post.

Εξάλλου και η Χίλαρι Κλίντον κατηγόρησε τη Ρωσία και προσωπικά τον πρόεδρο Πούτιν ότι εν μέρει ευθύνονται για την ήττα της, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με δωρητές στην προεκλογική της εκστρατεία, όπως έγραψε χθες η εφημερίδα The New York Times.

Ο Μπαράκ Ομπάμα εξάλλου δεν δίστασε να επιτεθεί φραστικά στη Ρωσία, μια χώρα «μικρότερη και πιο αδύναμη» από τις ΗΠΑ. «Ο κ. Πούτιν μπορεί να μας εξασθενίσει μόνο εάν αρχίσουμε να ξεχνάμε τις αξίες μας, να λέμε πως είναι αποδεκτό να εκφοβίζεις τον Τύπο, να φυλακίζεις τους διαφωνούντες, ή να κάνεις διακρίσεις σε βάρος ανθρώπων λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ή της εμφάνισής τους», υποστήριξε.