ΔΙΕΘΝΕΣ
26/09/2017 16:20 EEST | Updated 26/09/2017 16:22 EEST

Τι καινούργιο ξημερώνει για την Ευρώπη έπειτα από τις γερμανικές εκλογές

Berlin Skyline in the dusk
querbeet via Getty Images
Berlin Skyline in the dusk

Ειδικοί από την Ευρώπη και όχι μόνο αναλύουν μια σειρά ζητημάτων και προτεραιοτήτων που θα απασχολήσουν τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ και το νέο κυβερνητικό συνασπισμό, αναφορικά με τη διαμόρφωση της πολιτικής στη χώρα της, την εξωτερική πολιτική και την Ευρώπη. Τις απαντήσεις τους τις φιλοξενεί το Carnegie Europe και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ο Cornelius Adebahr - Nonresident fellow at Carnegie Europe, μιλά για την εξωτερική πολιτική και το Ιράν

Ο συγκεκριμένος ακαδημαϊκός σχολιάζει την γερμανική εξωτερική πολιτική σε σχέση με το Ιράν. Σύμφωνα με όσα λέει η πολιτική για την Τεχεράνη σχεδιαζόταν από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών, με μικρή συμμετοχή της κ. Μέρκελ. Αντίθετα με τους ηγέτες της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, η κ. Άνγκελα Μέρκελ απείχε από μια σθεναρή τοποθέτηση τόσο για τον κίνδυνο που φερόταν να παρουσιάζει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, όσο και για τις οικονομικές ευκαιρίες που προέκυψαν με τη συμφωνία του 2015. Ωστόσο η συγκεκριμένη στάση που τήρησε δεν οφειλόταν στην έλλειψη ενδιαφέροντος. Αντίθετα, η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν ικανοποιημένη από τον τρόπο που λειτουργούσε η ευρωπαϊκή διπλωματία. Όμως τώρα η Γερμανίδα ηγέτης δεν πρόκειται να αφήσεις τους μελλοντικούς πολιτικούς συνεργάτες, αυτούς δηλαδή που θα προκύψουν από στη συγκρότηση συνασπισμού, να αλλάξουν τη μέχρι σήμερα πορεία που έχει χαραχθεί. Η συμφωνία με το Ιράν είναι πολλή σημαντική για να γίνει μπαλάκι με το οποίο θα παίξουν οι κυβερνητικοί εταίροι τόσο μεταξύ τους όσο και με την ΕΕ.

Ο αναλυτής από το Carnegie, επισημαίνει ότι η ώρα της αλήθειας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν ελλοχεύει, ενώ την ίδια στιγμή σημαντικές αποφάσεις πρέπει να ληφθούν πριν από το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στο Βερολίνο. Το FDP τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν εκτός «παιχνιδιού» και η εμπειρία του όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική είναι περιορισμένη με την εξαίρεση του Alexander Lambsdorff , αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο οποίος έχει εκλεγεί στη Bundestag . Επιπλέον στο κόμμα των Πρασίνων, είναι εκτός πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή εκτός κυβέρνησης, εδώ και 12 χρόνια και είναι υπέρ μιας εξωτερικής πολιτικής που θα βασίζεται στη διπλωματία και πιο κριτικό σχετικά με την πολιτική του Τραμπ σε σχέση με την κ. Μέρκελ. Τελικά θα είναι ο εν ενεργεία υπουργός Εξωτερικών, ο κ. Γκάμπριελ, αυτός που πρέπει να ασχοληθεί και να διαχειριστεί την επερχόμενη κρίση με το Ιράν.

Έπειτα από αυτό είναι αβέβαιο σε ποιον θα περάσει η σκυτάλη του υπουργού Εξωτερικών. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: Η Γερμανία θα συνεχίσει, μαζί με του Ευρωπαίους εταίρους της, να υπεραμύνεται της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί με το Ιράν.

Erik Brattberg Director of the Europe Program and fellow at the Carnegie Endowment for International Peace, μιλά για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ

Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών σε γενικές γραμμές είναι θετικά για τη διατλαντική συμμαχία. Ένθερμη υποστηριχτής της η κ. Μέρκελ θα συνεχίζει να συμπεριλαμβάνει ενεργά τον Αμερικανό πρόεδρο, τον κ. Ντόναλντ Τραμπ, παρά τις πολυσχιδείς προσωπικότητες τους και πολιτικές τους. Επιπλέον, το γεγονός της απουσίας του SPD από τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό ίσως να καταστήσει πιο εύκολο για την κ. Μέρκελ να εμπλέξει την Ουάσιγκτον, αν και ο κ. Τραμπ είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στη Γερμανία και αυτό αναμένεται να το εκμεταλλευθεί η αντιπολίτευση.

Όσον αφορά στο ενδεχόμενο δημιουργίας του συνασπισμού «Τζαμάικα», δηλαδή η σύμπλευση των κομμάτων CDU/SCU, Πρασίνων και FDP, αυτός δεν πρόκειται να αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τη προσέγγιση που έχει για τη διατλαντική συμμαχία η Γερμανίδα καγκελάριος. Τόσο το Κόμμα των Πράσινων το οποίο περιέχει στους κόλπους του μια μεγάλη μερίδα πραγματιστών, τους επονομαζόμενους «realos», όσο και το FDP είναι υπέρ της διατλαντικής συμμαχίας. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες αντιδράσεις από τους Πράσινους αναφορικά με τον στόχο του 2% για τις αμυντικές δαπάνες , όπως και για την ανάληψη αντιτρομοκρατικών δράσεων από το ΝΑΤΟ, δύο ζητήματα που ετέθησαν από τον Τραμπ. Ακόμη οι Πράσινοι αντιτίθενται στη συμφωνία TTIP ή αλλιώς, Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων, ( η οποία ούτως ή άλλως έχει τελματώσει). Από την άλλη το FDP επιθυμεί ένα δυνατό προϋπολογισμό για την άμυνα όπως επίσης ζητεί ισχυρότερο ρόλο σε θέματα άμυνας από την ΕΕ προκειμένου να εξισορροπήσει αυτόν του ΝΑΤΟ.

Με το που θα συγκροτηθεί η νέα κυβερνητική συμμαχία, θα πρέπει να αναμένουμε τη συνέχιση της πολιτικής προσέγγισης της Γερμανίας με την Ουάσιγκτον με προσπάθειες να διαχειριστεί τα επίμαχα σημεία τριβής στην αμερικανογερμανική ατζέντα, όπως για παράδειγμα το ζήτημα του Ιράν, τις κυρώσεις για ζητήματα ενέργειας, το κλίμα και το εμπόριο.

Peter Kellner, δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής και τέως πρόεδρος του YouGov αναλύει το αποτέλεσμα σε σχέση με το Brexit

Κανείς Βρετανός υπουργός δεν θα το παραδεχθεί, αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά τους το γνωρίζουν, ότι οι γερμανικές εκλογές αποτελούν ένα πλήγμα στις ελπίδες τους για μια διαπραγμάτευση για ένα συντεταγμένο Brexit. Ο λόγος προκύπτει από το γεγονός ότι ο Michel Barnier έχει περιορισμένο περιθώριο ελιγμών. Δεν μπορεί να αποκλίνει από τις κατευθυντήριες γραμμές που έχουν ορίσει τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ και εκ μέρους αυτών ηγείται της διαπραγμάτευσης με τη Βρετανία. Για την όποια απόκλιση θα χρειαστεί πολιτική απόφαση από το Συμβούλιο των Υπουργών της ΕΕ.

Γι' αυτό το λόγο η κ. Τερέζα Μέι έχει εναποθέσει τις ελπίδες της με τους υπόλοιπους επικεφαλής των κυβερνήσεων και το κλειδί για να ξεκλειδώσει η πόρτα που θα οδηγήσει σε συμβιβασμό ήταν και παραμένει η κ. Άνγκελα Μέρκελ. Κατάφερε όμως η κ. Μέρκελ να επιτύχει μια καθοριστική νίκη στις εκλογές που θα της παρείχε την εξουσία να οδηγήσει την ΕΕ προς μια τέτοια κατεύθυνση; Όχι, αντίθετα η κ. Μέρκελ βγήκε από αυτή την εκλογική διαδικασία αποδυναμωμένη. Η Γερμανίδα καγκελάριος θα είναι εγκλωβισμένη από την όποια συμφωνία επιτύχει για το σχηματισμό ενός συνασπισμού, αλλά και από τις επιθυμίες των υπόλοιπων 26 κρατών μελών της ΕΕ.

Stefan Lehne - Visiting scholar at Carnegie Europe - Ο Γαλλο- Γερμανικός άξονας

Μεταξύ των ηττημένων στις γερμανικές εκλογές είναι και ο Γάλλος πρόεδρος, ο Εμανουέλ Μακρόν. Ο κ. Μακρόν ήλπιζε πως ένας ανανεωμένος «μεγάλος συνασπισμός» θα επέτρεπε μια γρήγορη πρόοδο προς τη δημιουργία ενός Γαλλό – Γερμανικού οδικού χάρτη για την ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση. Όμως τώρα η όποια σοβαρή κίνηση θα πρέπει να τεθεί σε αναμονή για αρκετούς μήνες μέχρι να σχηματιστεί μια νέα γερμανική κυβέρνηση. Οι διαπραγματεύσεις για τη επίτευξη της επονομαζόμενης συμμαχίας «Τζαμάικα» θα είναι σκληρή και πριν την όποια συμφωνία η κ. Μέρκελ δεν θα μπορεί να προσφέρει κανενός είδους δέσμευση αναφορικά με την ιδέα της αναμόρφωσης της ΕΕ.

Για δύο από τους εταίρους της, η Ευρώπη είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα. Το βαυαρικό CDU, το οποίο αποδεκατίστηκε στις ομοσπονδιακές εκλογές, θα κινηθεί προς τα δεξιά στις εκλογές που θα διεξαχθούν το 2018 στο κρατίδιο της Βαυαρίας και ο ηγέτης του FDP, Christian Lindner , έχει ορίσει το κόμμα του μέσα στο πλαίσιο της παράδοσης του γερμανικού ορντοφιλελευθερισμού. Και τα δύο κόμματα θα αντιταχθούν μεταξύ άλλων στα σχέδια για επιμερισμό ευθυνών και στη σύσταση ενός ειδικού προϋπολογισμού στην Ευρωζώνη, προτάσεις που έχει κάνει ο Μακρόν.

Βέβαια όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η ιδέα της επανενεργοποίηση του Γαλλο – Γερμανικού άξονα είναι νεκρή. Όλοι οι «Τζαμαϊκανοί» είναι υπέρ της Ευρώπης. Σε ορισμένα σημεία της ατζέντας, όπως η εσωτερική ασφάλεια και η άμυνα, δεν θα είναι τόσο δύσκολο για το Παρίσι και το Βερολίνο να επιτύχουν συμφωνία. Η κ. Άνγκελα Μέρκελ έχει σφοδρή επιθυμία να αφήσει μια θετική παρακαταθήκη για την Ευρώπη, όμως ο δρόμος για να φτάσει σε αυτό το σημείο μόλις έγινε πιο μακρύς και πιο πολύπλοκος.

Marc Pierini - Visiting scholar at Carnegie Europe - Η τιμωρία της Τουρκίας

Ανεξάρτητα από τη μορφή που θα πάρει η νέα γερμανική κυβέρνηση, εάν δηλαδή καταλήξει στον συνδυασμό «Τζαμάικα» ή σε μια μεγάλη συμμαχία, η Άγκυρα το πιο πιθανό είναι δει δύο κόμματα στην κυβέρνηση που πρόσφατα έχουν δηλώσει «εχθροί της Τουρκίας».

Παράλληλα ο κ. Pierini επισημαίνει ένας εκ των επικεφαλής του κόμματος των Πρασίνων, ο κ. Cem Ozdemir, τούρκικης καταγωγής και επικριτής του Ερντογάν, θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ο νέος υπουργός των Εξωτερικών της Γερμανίας.

Για τους Γερμανούς πολιτικούς και πολίτες, καθώς και για άλλους Ευρωπαίους, η οργή που προκάλεσαν οι επανειλημμένες δηλώσεις του Ερντογάν για το καθεστώς των ναζί και τους θαλάμους αερίων στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν έχει παρέλθει. Αυτές οι δηλώσεις έχουν αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα στις σχέσεις των δύο μερών. Έχουν προκαλέσει μια ανεπανόρθωτη ζημιά και η Τουρκία δεν θα πρέπει να υπολογίζει σε ιδιαίτερη επιείκεια από την επόμενη γερμανική κυβέρνηση. Η εναπομείνασα ελπίδα είναι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και θεσμοί να βρουν ένα τρόπο που θα επαναπροσδιορίσουν τις ευρωτουρκικές σχέσεις, αρχικά σε χαμηλό, αλλά ουσιαστικό, επίπεδο. Δεδομένης της οξύτητας που υπάρχει και στις δύο πλευρές θα απαιτηθεί μεγάλη μετριοπάθεια και σοφία τόσο στο Βερολίνο όσο και στις Βρυξέλλες, εφαρμόζοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ αυστηρότητας και ανοιγμάτων υπό προϋποθέσεις.

Gwendolyn Sassenonresident senior fellow at Carnegie Europe and director of the Centre for East European and International Studies (ZoiS) - Τι θα γίνει με τη Μόσχα;

Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών πρόκειται να αλλάξουν τον τόνο της πολιτικής, σε σχέση με τη Ρωσία και κατ΄επέκταση με την Ανατολική Ευρώπη, όχι όμως και την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής.

Το AfD το οποίο θα κάνει την είσοδό του στη γερμανική βουλή θα ζητήσει τη χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας που επιβλήθηκαν σε αντίδραση της προσάρτησης της Κριμαίας και την επέμβαση στο Ντονμπάς, στην Ανατολική Ουκρανία το 2014. Για το συγκεκριμένο θέμα τόσο η νέα ακροδεξιά όσο και το ακροαριστερό, το Die Linke, έχουν την ίδια θέση.

Αντίθετα με το CDU (και κατά ένα μεγάλο ποσοστό το SPD) το φιλελεύθερο FDP και οι Πράσινοι είχαν αποκλίνουσες απόψεις για τη Ρωσία, στην προσπάθειά τους να πείσουν το εκλογικό σώμα. Ο ηγέτης του FDP, ο Christian Lindner, δέχθηκε δριμεία κριτική από τους Πράσινους επειδή άφησε να εννοηθεί ότι θα αποσυνδέσει τη διαδικασία για τη συμφωνία του Μινσκ και το θέμα της Κριμαίας από την πολιτική προς τη Ρωσία.

Ωστόσο εάν προκύψει η συμμαχία «Τζαμάικα» (CDU/CSU, FDP, Πράσινοι), τα δύο μικρότερα κόμματα θα ακυρώνουν το ένα το άλλο με αποτέλεσμα να δημιουργούν εμπλοκή στην πολιτική της κ. Μέρκελ. Το πιο πιθανό σενάριο είναι η νέα γερμανική κυβέρνηση, και το SPD ως η επίσημη αντιπολίτευση, να αντιδράσουν στην επιρροή του FDP με το να κρατήσουν αποστάσεις από τη ρητορική του και με αυτόν τον τρόπο να καταφέρουν μια ενωμένη στάση όσον αφορά στην πολιτική έναντι της Ρωσίας.

Dmitri Trenin - Director of the Carnegie Moscow Center- Ρωσία και Ανατολική Ευρώπη

Το αποτέλεσμα των εκλογών μάλλον είναι απίθανο να αλλάξει την πολιτική προς τη Ρωσία. Εάν επιτευχθεί τελικά η συμμαχία «Τζαμάικα» θα συμπεριλαμβάνει και το FDP, του οποίου ο ηγέτης έχει μια φιλική προσέγγιση προς τη Μόσχα. Όμως, το ρωσοσκεπτικό Πράσινο κόμμα θα είναι και αυτό μέρος της εξίσωσης και θα επιβλέπει για κάθε απόκλιση προς την κατεύθυνση του Κρεμλίνου.

Οι σοσιαλδημοκράτες με την κληρονομιά τους, την Οστπολιτίκ, θα βρίσκονται στην αντιπολίτευση, όπως επίσης και το Die Linke, αλλά και το AfD, που ζητεί για βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Όπως φαίνεται οι συζητήσεις περί εξωτερικής πολιτικής στη βουλή θα αποκτήσουν ζωντάνια, όμως η κ. Άνγκελα Μέρκελ το πιο πιθανό είναι να συνεχίσει την ίδια πορεία στην πολιτική της απέναντι στον Βλάντιμιρ Πούτιν σε ζητήματα αρχής, ενώ παράλληλα θα είναι προσεκτική και θα παραμένει σε επαφή μαζί του.

Αυτό είναι μια κάποια διαβεβαίωση για μια καλή, ωστόσο εάν και όχι απροκάλυπτα ανταγωνιστική, σχέση της νέας γερμανικής κυβέρνησης με τη Ρωσία. Επίσης εκτός από την αντιστάθμιση των διάφορων τάσεων μέσα στην κυβέρνησή της, η κ. Μέρκελ θα πρέπει να συνυπολογίσει την αρνητική κλιμάκωση των σχέσεων Ρωσίας και ΗΠΑ, όπου το Βερολίνο, ως πρότυπο συμμάχου, θα πρέπει να υποστηρίξει την Ουάσιγκτον. Ακόμη, εντός της ΕΕ, όπου η Γερμανία έχει ξεκάθαρη ηγετική θέση, η κ. Μέρκελ θα πρέπει να διαχειριστεί τους Πολωνούς και τις χώρες της Βαλτικής, που τρέφουν παθιασμένα αντιρωσικά συναισθήματα.

Όλα αυτά πιθανότατα λειτουργούν αποτρεπτικά για κάποια θερμή σχέση Μόσχας και Βερολίνου. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα ίσως να «κληρώσει» στον Μακρόν να αναλάβει την πρωτοβουλία για τη σχέση (που εξακολουθεί να είναι σημαντική) μεταξύ της Ευρώπης και του Ανατολικού γείτονα.

Pierre Vimont - Senior fellow at Carnegie Europe - Η Γαλλία μόνη της στο πεδίο της μάχης

Για να το θέσουμε απαλά, η γλυκόπικρη νίκη της κ. Άνγκελα Μέρκελ στις γερμανικές εκλογές δεν ήταν το καλύτερο αποτέλεσμα που θα ήλπιζε ο Εμανουέλ Μακρόν. Τώρα ο Γάλλος πρόεδρος αντιμετωπίζει μια κατάσταση κατάφορτη με διάφορους ανασταλτικούς παράγοντες όσον αφορά στο όραμά του για το μέλλον της Ευρώπης. Εξασθενημένη, από το απογοητευμένο εκλογικό σώμα, η κ. Μέρκελ θα πρέπει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο για να αντιμετωπίσει την πίεση από την άκρα δεξιά και να βάλει νερό σε ορισμένες από τις Ευρωπαϊκές της φιλοδοξίες, ιδιαίτερα όσον αφορά στο μεταναστευτικό. Μεγάλες καθυστερήσεις στο να συγκροτήσει μια ασταθή συμμαχία, θα αποτρέψει την καγκελάριο από το να προχωρήσει ομαλά την όποια ατζέντα συμφωνήσει με τους νέους κυβερνητικούς εταίρους της για την Ευρώπη.

Επιπρόσθετα, η αναπόφευκτη συμμετοχή στην όποια συμμαχία του φιλελεύθερου FDP, γνωστού για τη διστακτικότητα να αποδεχθεί πολλές από τις γαλλικές ιδέες για το μέλλον της Ευρώπης, θα λειτουργήσει ως φρένο σε κάθε απόπειρα ενσωμάτωσης, ειδικότερα στην Ευρωζώνη. Και ενώ η Γαλλία θα πρέπει να επιμείνει στο φιλόδοξο Ευρωπαϊκό της σχέδιο, ίσως τώρα θα πρέπει να παίξει το ρυθμό της σε υψηλότερους τόνους, έστω και εάν το κάνει προκειμένου να αποφύγει να προσβάλλει την καγκελάριο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ελιγμών που θα κάνει στο εσωτερικό της μέτωπο. Παρόλα αυτά κάτι τέτοιο θα καθυστερήσει τη γρήγορη μετάβαση στην κατεύθυνση για περισσότερη ενσωμάτωση, είτε πρόκειται για νομισματική, εμπορική, μεταναστευτική, είτα ενσωμάτωση με θέματα ασφαλείας.

Τη στιγμή, που η Ευρώπη θα έπρεπε να είναι δραστήρια ενεργή στο να σχεδιάζει το μέλλον της το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, δείχνει σαν να αφήνουν τους Γάλλους μόνους τους στο πεδίο της μάχης. Οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δείχνουν ήδη έτοιμοι στο να περιμένουν ένα σήμα του Βερολίνου, αλλά κάτι τέτοιο μπορεί να αργήσει.