Μπορεί τα γενέθλια να δείχνουν πόσα χρόνια έχουμε ζήσει, όμως δεν αποτυπώνουν απαραίτητα το πόσο γρήγορα γερνά ο οργανισμός μας. Η λεγόμενη βιολογική ηλικία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και επηρεάζεται από γενετικούς, περιβαλλοντικούς παράγοντες και τον τρόπο ζωής.
Τώρα, ερευνητές από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σεούλ υποστηρίζουν ότι ένα απλό «παράθυρο» στη βιολογική γήρανση μπορεί να βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό GeroScience, οι ερευνητές παρουσίασαν ένα βελτιωμένο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που αναλύει εικόνες του αμφιβληστροειδούς και εκτιμά την ηλικία ενός ανθρώπου. Η συγκεκριμένη προσέγγιση βασίζεται στην τεχνολογία του «χάσματος ηλικίας του αμφιβληστροειδούς» (Retinal Age Gap – RAG), η οποία αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια.
Το RAG ουσιαστικά συγκρίνει την ηλικία που εκτιμά το μοντέλο από την εικόνα του αμφιβληστροειδούς με την πραγματική χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου. Η διαφορά μεταξύ των δύο μπορεί να προσφέρει ενδείξεις για τον ρυθμό με τον οποίο γερνά ο οργανισμός.
Για να εκπαιδεύσουν το μοντέλο, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν 29.530 σαρώσεις αμφιβληστροειδούς από 7.535 ανθρώπους. Στη συνέχεια το δοκίμασαν σε 14.832 διαφορετικές σαρώσεις από άλλους 7.416 συμμετέχοντες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το μοντέλο μπορούσε να εκτιμήσει τη χρονολογική ηλικία με μέσο σφάλμα μόλις 2,5 έως 2,7 ετών, επίδοση που συγκρίνεται ευνοϊκά με προηγούμενα μοντέλα RAG.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ερευνητές δεν χρησιμοποίησαν μόνο εικόνες από υγιή μάτια. Στη βάση δεδομένων συμπεριέλαβαν και σαρώσεις ανθρώπων με παθήσεις του αμφιβληστροειδούς ή του οπτικού νεύρου, διευρύνοντας έτσι σημαντικά τα δεδομένα πάνω στα οποία εκπαιδεύτηκε το σύστημα.
Οι ασθένειες που συνδέθηκαν με μεγαλύτερη «ηλικία» του αμφιβληστροειδούς
Οι υψηλότερες τιμές RAG συνδέθηκαν με διάφορους παράγοντες υγείας και τρόπου ζωής. Στα άτομα με διαβήτη, το χάσμα αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο σε 2,52 επιπλέον χρόνια. Στους ενεργούς καπνιστές ήταν 0,5 χρόνια και στους πρώην καπνιστές 0,46 χρόνια.
Παράλληλα, καταγράφηκε συσχέτιση με την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, κατά 0,6 χρόνια, ενώ στα άτομα με καταρράκτη η αντίστοιχη διαφορά έφτασε τα 1,86 χρόνια.
Οι ερευνητές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι το εύρημα για τον καταρράκτη χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Η θολότητα που προκαλεί η συγκεκριμένη πάθηση μπορεί να επηρεάζει την ποιότητα των εικόνων και επομένως το αποτέλεσμα του μοντέλου, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι ο αμφιβληστροειδής γερνά ταχύτερα.
Όχι ακόμη εργαλείο ατομικής πρόβλεψης
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο. Η μελέτη δεν συνέκρινε το RAG με άλλες καθιερωμένες μεθόδους μέτρησης της βιολογικής ηλικίας, ενώ απαιτούνται μακροχρόνιες μελέτες για να διαπιστωθεί εάν οι αλλαγές στην «ηλικία» του αμφιβληστροειδούς αντανακλούν πράγματι αλλαγές στη συνολική βιολογική γήρανση.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές θεωρούν ότι το σύστημα είναι προς το παρόν καταλληλότερο για την παρακολούθηση τάσεων σε επίπεδο πληθυσμού και όχι για την πρόβλεψη του κινδύνου σε ένα συγκεκριμένο άτομο.
Η προοπτική, πάντως, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Εφόσον η μέθοδος επικυρωθεί σε μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες, μια εξέταση που ήδη πραγματοποιείται ευρέως στις οφθαλμολογικές κλινικές θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει επιπλέον πληροφορίες και για τη γενικότερη κατάσταση της υγείας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το RAG θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό ανθρώπων που χρειάζονται περαιτέρω έλεγχο για συστηματικές παθήσεις. Παράλληλα, επαναλαμβανόμενες μετρήσεις σε βάθος χρόνου θα μπορούσαν να δείξουν πώς μεταβάλλεται η βιολογική ηλικία του αμφιβληστροειδούς και εάν επηρεάζεται από θεραπείες ή αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι εάν το «βιολογικό ρολόι» που αποτυπώνεται στα μάτια μπορεί πράγματι να αποτελέσει έναν αξιόπιστο δείκτη για το πώς γερνά ολόκληρος ο οργανισμός. Για να δοθεί απάντηση, θα χρειαστούν περισσότερα δεδομένα και παρακολούθηση των ίδιων ανθρώπων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο GeroScience.
Με πληροφορίες από το Sciencealert / Sciencedaily