Δημοκρατία ή Αποτελεσματικότητα στη νέα Ευρώπη;

Η εκχώρηση της δημοσιονομικής πολιτικής στην Τρόικα απονομιμοποιεί τις κυβερνήσεις και αποδιοργανώνει τα πολιτειακά όργανα (Κοινοβούλιο, Δικαιοσύνη, Διοίκηση), ενώ υποβαθμίζει την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως καταγράφουν διεθνείς οργανισμοί.
|
Open Image Modal
openDemocracy/Flickr

«Από την κρίση και τα προγράμματα διάσωσης του ευρώ ξεπροβάλλει η μορφή μιας άλλης Ευρώπης, μιας ηπείρου διαιρεμένης, που τέμνεται από νέες τάφρους και νέα σύνορα» γράφει στο πρόσφατο βιβλίο του, ο Γερμανός φιλόσοφος Ulrich Beck. Ένα από αυτά τα χάσματα, αφορά στην αποδοχή των μέτρων λιτότητας από τους κυβερνώντες και την απόρριψή τους από τους πολίτες των υπερ-χρεωμένων χωρών.

Η απόρριψη αυτή, όπως καταγράφεται σε εκλογικές αναμετρήσεις (Ελλάδα, Ιταλία) ή έρευνες κοινής γνώμης (Ισπανία), έχει διαρκώς απέναντι της την επίκληση του 'μονόδρομου'. Οι εκλογές λειτουργούν αποσυμπιεστικά, αλλά για λίγο.

Η εναλλακτική κερδίζει την πλειοψηφία των πολιτών, σύντομα όμως οι χθεσινοί κήρυκες της αναδιανομής μετατρέπονται σε τροχονόμους της λιτότητας. Η εκχώρηση της δημοσιονομικής πολιτικής στην Τρόικα απονομιμοποιεί τις κυβερνήσεις και αποδιοργανώνει τα πολιτειακά όργανα (Κοινοβούλιο, Δικαιοσύνη, Διοίκηση), ενώ υποβαθμίζει την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως καταγράφουν διεθνείς οργανισμοί. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί επιστρέφονται συστημένοι από τις Βρυξέλλες.

Ο διαιρετικός, συνωμοσιολογικός λόγος κερδίζει έδαφος και πολιτική εκπροσώπηση στα εθνικά Κοινοβούλια και στην Ευρωβουλή, καθώς η διαφοροποίηση είναι σχεδόν αδύνατη. Οι μεταρρυθμίσεις μετατρέπονται σε μια αποϊδεολογικοποιημένη, αφηρημένη επίκληση που δεν υποστηρίζεται από οργανωμένα κοινωνικά αιτήματα και ευρύτερο διάλογο, ενώ ταυτόχρονα το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία αντανακλά την απόσταση κοινωνικών ομάδων από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, εθνικά και περιφερειακά.

Έχει επισημανθεί σωστά, ότι η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προσδιορίζεται από τη διάδραση ή τον ανταγωνισμό δύο 'μεγεθών': της δημοκρατίας και της αποτελεσματικότητας. Κατά καιρούς, το μίγμα μεταβάλλεται για να ανταποκριθεί στις συνθήκες της εποχής, πότε με την ενδυνάμωση του Συμβουλίου, πότε του Κοινοβουλίου, πότε με πρωταγωνιστή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Όμως η ισορροπία του «διπόλου» δεν αφορά μόνο την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση. Πλέον παράγει διλήμματα και νοηματοδοτεί εθνικές και τοπικές πολιτικές. Τα προγράμματα διάσωσης ουσιαστικά κατήργησαν την εθνική επιλογή. Παρέδωσαν το σύνολο σχεδόν των δημοσίων πολιτικών σε όργανα που δεν λογοδοτούν και δεν εκλέγονται, όπως η Τρόικα (επιμέρους και συνολικά). Η πλάστιγγα έγειρε υπερ της αποτελεσματικότητας με κύριο στόχο τη διάσωση των τραπεζών, επιβαρύνοντας τα εθνικά ταμεία, άρα τους φορολογούμενους. Ο δημοκρατικός πυλώνας, που απαιτεί χρόνο, διάλογο και ενημέρωση, υποχώρησε χάριν της «αποτελεσματικής» διαχείρισης της κρίσης, της νέας «διπλής» κυριαρχίας που υπαγορεύει η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και η βασανιστική αναμονή της πολυπόθητης ανάπτυξης, της οποίας οι ρυθμοί αναθεωρούνται διαρκώς προς τα κάτω την τελευταία πενταετία.

Η νέα Ευρώπη που γεννιέται από την πενταετή λιτότητα έχει διαφορετική κοινωνική και πολιτική ταυτότητα. Έχει διαφορετικά αιτήματα, αντικρουόμενες παραστάσεις, διαφορετικά βιώματα. Στην πλειοψηφία τους είναι αρνητικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η «κάθετη ευρωποίηση» που αποστρέφονται οι προοδευτικοί διανοητές, αλλά επιμένει να υπερασπίζεται η γερμανική ηγεσία, ανταποκρίνεται σε μια άλλη εποχή. Δεν λαμβάνει υπόψιν ότι η ομοιόμορφη λιτότητα παράγει κοινωνικές ανισότητες, ατροφικούς θεσμούς, αδύναμες δημοκρατίες, ανίσχυρα εθνικά κράτη εκτεθειμένα στις ροές του αντι-παραγωγικού χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η ίδια αντίληψη παραβλέπει ότι η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να επιβιώσει με ασταθείς κυβερνήσεις, χωρίς δημόσιες επενδύσεις, χωρίς λογοδοσία και διαφάνεια των συζητήσεων και των αποφάσεων που λαμβάνονται. Παραβλέπει ότι η γενιά που βρίσκεται στον προθάλαμο της συνταξιοδότησης δεν θα μπορεί να συντηρηθεί απο το σημερινό πρεκαριάτο, που μπαίνει στην 4η δεκαετία της ζωής του παραιτημένο απο προγραμματισμό ζωής και χωρίς την ασφάλεια του κοινωνικού κράτους.

Διπλα λοιπον στις αναγκαίες προσαρμογές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην αυξημένη ζήτηση για έλεγχο και διαφάνεια, χρειάζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση σε εθνικό επίπεδο από τη βιωμένη πραγματικότητα των Ευρωπαίων. Οι εκλογικές τάσεις σε Ελλάδα και Ισπανία επιβεβαιώνουν ότι οι 'παραπλευρες απώλειες' των προγραμμάτων διάσωσης, μπορούν να μετατραπούν σε πλειοψηφίες.

Η εθνική κινητοποίηση είναι απαραίτητη για να προκαλέσει πρωτοβουλίες ισχυρών κρατών-μελών που έρχονται ήδη αντιμέτωπες με την υφεσιακη πραγματικότητα, όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία. Μαζί τους μπορούν να συσπειρωθουν και άλλες αδύναμες περιφερειακές χώρες για να διεκδικήσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο ταυτόχρονα με την οικονομική και κοινωνική Ένωση. Με περισσότερη Ευρώπη εκεί που χρειάζεται (Ενιαία Αγορά, Εκπαίδευση, Έρευνα, Κοινωνικό Κράτος) και περισσότερη λογοδοσία και κοινωνικό έλεγχο, εκεί που η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας αφήνει πίσω της δυσαναπλήρωτα κενά, όπως η λειτουργία της Ευρωζώνης.

Δημοκρατία και αποτελεσματικότητα μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά, όταν το όραμα για την Ευρώπη δεν είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ενός ή των λίγων. Πλέον, η διάσωση και διεύρυνση της δημοκρατίας ανταποκρίνεται σε ένα ευρύ αίτημα που συσπειρώνει κοινωνικές ομάδες, πολιτικά κόμματα, διαννοούμενους και την Κοινωνία των Πολιτών στην Ευρώπη. Είναι αποστολή και των εθνικών πολιτικών συστημάτων, των ευρωπαϊκών θεσμών και των κυρίαρχων μελών τους, που σταδιακά αφυπνίζονται.

Η δυνατότητα μιας χώρας να αποφασίζει για τα του «οίκου» της ενταγμένη σε ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι προϋπόθεση, όχι εμποδιο της ουσιαστικής ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης. Η διάσωση και της δημοκρατίας αντανακλά έναν αυθεντικό προοδευτικό πατριωτισμό και ένα γενεακό στοίχημα, που έχουν ανάγκη τα πολιτικά συστήματα του Ευρωπαϊκού Νότου, και ιδιαίτερα της Ελλάδας, απέναντι στον επικίνδυνο εθνολαϊκισμό, με ή χωρίς μονόδρομους.