Τραυματίζοντας το παρόν με το παρελθόν

Η ξεδιάντροπη επίκληση τραυματικών ιστορικών γεγονότων προς υπεράσπιση αναξιοκρατικών τακτικών από τον γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, μας δίνει και μια ευκαιρία να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το βαρύ φορτίο του ιστορικού παρελθόντος, και να αναλογιστούμε τι είμαστε προετοιμασμένοι να κάνουμε πέρα από την περιχαράκωση μας σε ιδεολογικά στρατόπεδα. Όσον αφορά την αυτό-συκοφάντηση της Αριστεράς, θα χρησίμευε ίσως να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας πως κάθε τέτοιο θλιβερό δείγμα «αριστεροσύνης» ανατρέπεται από ένα πλήθος πεφωτισμένων Αριστερών, με αντίστοιχες οικογενειακές καταβολές, αναφορές, εμπειρίες και αναμνήσεις από τον Εμφύλιο και τη Χούντα.
|
Open Image Modal
ioarvanit/Flickr

Η πρόσφατη επιστολή του Ιάσονα Σχοινά-Παπαδόπουλου, γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, μονοπώλησε την επικαιρότητα, με μοναδική ίσως εξαίρεση την συνέντευξη του Γιάνη Βαρουφάκη στον Αλέξη Παπαχελά. Η σημασία του εν λόγω περιστατικού όμως, δεν εξαντλείται στον μιντιακό θόρυβο που προκλήθηκε, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκαν χρόνιες αγκυλώσεις, παρερμηνείες, και επιπολαιότητες που αφορούν στην «ανάγνωση» και αφήγηση της μετεμφυλιακής ιστορίας, την ερμηνεία της Αριστεράς, και την συλλογική αντιμετώπιση ιστορικών τραυμάτων στην Ελλάδα.

Εστιάζοντας στην ίδια την είδηση περί ρουσφετολογικών διορισμών, όσο και στην περήφανη υπεράσπιση τους από τον γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, και σε δεύτερο κείμενό του, προέχει κατ' αρχάς να καταδικάσουμε τέτοιες ευνοιοκρατικές τακτικές, ιδίως όταν αυτές «δικαιολογούνται» ηθικό-ιδεολογικά. Είναι όμως εξ ίσου σημαντικό να επικρίνουμε και την υποβάθμιση ορισμένων εννοιών και ιστορικών γεγονότων από τον «ράπερ-γραμματέα», κριτικάροντας την ιδεοληπτική του προσέγγιση απέναντι στην Αριστερά, την οικειοποίηση του ιστορικού παρελθόντος, και την κεφαλαιοποίηση εμφυλιακών τραυμάτων προς ίδιον όφελος.

Ξεκινώντας με την πολύπαθη Αριστερά, που τόσο έχει υπονομευτεί πρόσφατα από τους ίδιους της τους υποστηρικτές, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από παρεξηγήσεις, παραλείψεις και μονοδιάστατες ερμηνείες σε ό,τι αφορά την ιστορία, τον προσανατολισμό, τις ιδέες και το «νόημα» της. Αν υιοθετήσουμε την ΣΥΡΙΖΑϊκή της εκδοχή, όπως εκφράζεται και από τον γραμματέα της Νεολαίας του κόμματος, ανακαλύπτουμε μια αυτοαναφορική, δογματική, και κλειστοφοβική αντίληψη της Αριστεράς, ως μια μονολιθική ορθοδοξία που επιδέχεται μια και μόνο ερμηνεία έτσι όπως αυτή υπαγορεύεται, κατόπιν κατήχησης, από καθοδηγητές σε κομματικές Νεολαίες που θυμίζουν την μύηση στο «Κόμμα», όπως την περιγράφουν ο Arthur Koestler, ο Ignazio Silone, και ο Richard Wright στο πρώτο μέρος του The God that Failed.

Το ηθικό δίδαγμα που μας επιφυλάσσουν τραυματικά γεγονότα όπως ο Εμφύλιος και η Δικτατορία, δεν είναι η ανοιχτή πρόσκληση σε διαρκή βία, αλλά η υπόσχεση, αν όχι και πολιτικός όρκος, να μην επιτρέπουμε διαφορές, συγκρούσεις, και τραυματικά γεγονότα να μετατρέπονται αυτόματα σε αφορμές για την ανακύκλωση της βίας.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας τέτοιας στάσης απέναντι στην Αριστερά αποτελεί και η αξιωματική παραδοχή του ρόλου της ως «αποκλειστικού δικαιούχου-εκφραστή της αλήθειας και της δικαιοσύνης» (Michel Foucault), που μας συστήθηκε ως «ηθική ανωτερότητα» στην μετα-ΣΥΡΙΖΑϊκή εποχή. Μια τέτοια μονοδιάστατη οριοθέτηση του «τι εστί Αριστερά» όμως, σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στο σύνολο των ιδεών που την συνθέτουν. Αντιθέτως μάλιστα, μια τέτοια ερμηνεία απηχεί τις απόψεις ενός μόνο κομματιού της αριστερής παράδοσης, σκέψης και ιδεολογίας.

Για πολλούς συνειδητοποιημένους εκφραστές της μάλιστα, η αριστερή κοσμοθεωρία συμβολίζει πρωταρχικά την άμεση αντιπαράθεση σε απολυτότητες, κλειστά σχήματα και μικρονοϊκούς σεχταρισμούς, τοποθετώντας τις ιστορικές ρίζες της στις προοδευτικές αξιώσεις του Διαφωτισμού, στη μετεπαναστατική ουτοπική σοσιαλιστική σκέψη του 18ου αιώνα και στην διανοητική κληρονομιά του διαλεκτικού κριτικού στοχασμού à la Friedrich Hegel, όπως την διέδωσαν οι νέο-εγελιανοί οπαδοί του που τόσο επηρέασαν τον «πρώιμο» Karl Marx. Αριστεροί αυτού του «καλουπιού» λοιπόν, δεν αντιμετωπίζουν την Αριστερά σαν μικρομάγαζο στο οποίο διορίζονται σύντροφοι, φίλοι και οικείοι, αλλά ως διανοητική πυξίδα, τρόπο σκέψης, και θησαυροφυλάκιο κοινωνικοπολιτικών αρχών και αξιών.

Όσον αφορά την ιστορική κληρονομία του Εμφυλίου, ο γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να την αντιλαμβάνεται ως δεξαμενή μίσους, από την οποία και αντλεί για να αποκτήσει ιδεολογική συνείδηση, ταυτότητα και πολιτικοκοινωνικά διαπιστευτήρια. Εκμεταλλευόμενος λοιπόν τον διωγμό και τις κακουχίες που υπέφερε η οικογένεια του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και της Χούντας των Συνταγματαρχών, μετατρέπει σοβαρά ιστορικά τραύματα σε θέσεις εργασίας για συγγενικά του πρόσωπα, ερμηνεύοντας αυτή την πράξη αλχημείας ως απονομή δικαιοσύνης στους κατατρεγμένους της Ιστορίας. Το πρόβλημα με αυτή την αντίληψη δεν είναι μόνο ο κυνικός αμοραλισμός της, αλλά και η απλοϊκή αντιμετώπιση περίπλοκων ιστορικών τραυμάτων ως αναμέτρηση μεταξύ «καλών» και «κακών», και την αντιμετώπιση της δικαιοσύνης ως εκδικητική κάθαρση και μόνο. Μια τέτοια εγγενώς διχαστική ανάγνωση του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος όμως, καταδικάζει το παρόν να ζει στο «αιώνιο χτες» (Max Weber) ως «εφιάλτης που βαραίνει το νου των επόμενων γενιών» (Karl Marx).

Η αναφορά στο παρελθόν ως αφορμή για τη διαιώνιση ιστορικών τραυμάτων που δίχασαν βαθύτατα ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, έστω και δυσανάλογα, δεν τιμά την ιστορική μνήμη, ούτε σέβεται όσους ανεξίτηλα στιγματίστηκαν από αυτά τα γεγονότα. Αντιθέτως μάλιστα, μια τέτοια στάση παρερμηνεύει την κοινωνική σύγκρουση ως διαδικασία αναβίωσης του διχασμού και της εμφύλιας βίας, παρά ως ζωτικό υλικό ενός κοινωνικού συμβολαίου με σκοπό την αποφυγή αντίστοιχων αιματηρών συγκρούσεων στο μέλλον. Το ηθικό δίδαγμα που μας επιφυλάσσουν τραυματικά γεγονότα όπως ο Εμφύλιος και η Δικτατορία, δεν είναι η ανοιχτή πρόσκληση σε διαρκή βία, αλλά η υπόσχεση, αν όχι και πολιτικός όρκος, να μην επιτρέπουμε διαφορές, συγκρούσεις, και τραυματικά γεγονότα να μετατρέπονται αυτόματα σε αφορμές για την ανακύκλωση της βίας. Μια τέτοια οπτική, μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τι συμβαίνει όταν παραδιδόμαστε, συχνά άκριτα και παρορμητικά, σε διχαστικές λογικές που οδηγούν ακόμα και στην αδελφοκτονία. Η κοινωνική σύγκρουση παίζει πολύ σημαντικό κοινωνικό και πολιτικό ρόλο, αλλά μόνο στο βαθμό που απαγορεύει στις διαφορές να μεταμορφώνονται σε μίσος, και μας υπαγορεύει να τις μετατρέπουμε σε έντονη αντιπαράθεση και διάλογο, με τρόπο που να μας επιτρέπει να αναλύουμε και να βλέπουμε ξεκάθαρα που εδράζονται οι διαφορές μας, και πως μπορούν να επιλυθούν ειρηνικά με «σεβασμό στον εχθρό» (Georg Simmel), κι όχι με διάθεση εξόντωσης του.

Μια τέτοια «ηθική για εχθρούς» (Donald Shriver), δεν υποστηρίζει την μετατροπή βαθιών, ιστορικών τραυμάτων σε προϊόντα λήθης, αλλά ως προϊόντα διαλόγου τα οποία και καλούμαστε να αξιοποιήσουμε, τόσο συναισθηματικά όσο και πολιτικά, με σκοπό την ανθρώπινη συμφιλίωση κι όχι την νομοτελειακή εχθρότητα. Αυτή η λογική προϋποθέτει βεβαίως και μια διαδικασία συγχώρεσης, όχι όμως ως άφεση αμαρτιών αλλά αναγνωρίζοντας πως ορισμένες πράξεις είναι, σχεδόν εξ 'ορισμού, ατιμώρητες, ακριβώς επειδή είναι ασυγχώρητες (Hannah Arendt).

Καμία ποινή δε μπορεί να επαναφέρει επαρκώς το αίσθημα της δικαιοσύνης, όπως και κανένα σοβαρό ιστορικό τραύμα δεν συγχωρείται, όπως προκλητικά επέμενε η Γερμανοεβραία φιλόσοφος, εισηγήτρια της έννοιας του «ριζικού κακού», που κάτι ήξερε από ιστορικά τραύματα. Πέρα από φιλοσοφικές αναζητήσεις όμως, η μεταστροφή από τη λογική της βίας και της εκδίκησης, στην υιοθέτηση της συναίνεσης και της επανασύστασης ως εργαλεία διαλόγου, δεν είναι κάτι ξένο ούτε στη σχετική βιβλιογραφία, ούτε και στην «ρεαλπολιτίκ». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης (Truth and Reconciliation Commission) μετά τη λήξη του apartheid (=διαχωρισμού) στη Νότια Αφρική, ως αντίποδας στις «εκστρατείες κάθαρσης» (épuration sauvage και épuration legale) κατά των δωσίλογων στη μεταπολεμική Γαλλία.

Η ξεδιάντροπη επίκληση τραυματικών ιστορικών γεγονότων προς υπεράσπιση αναξιοκρατικών τακτικών από τον γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, μας δίνει και μια ευκαιρία να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το βαρύ φορτίο του ιστορικού παρελθόντος, και να αναλογιστούμε τι είμαστε προετοιμασμένοι να κάνουμε πέρα από την περιχαράκωση μας σε ιδεολογικά στρατόπεδα.

Όσον αφορά την αυτό-συκοφάντηση της Αριστεράς, θα χρησίμευε ίσως να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας πως κάθε τέτοιο θλιβερό δείγμα «αριστεροσύνης» ανατρέπεται από ένα πλήθος πεφωτισμένων Αριστερών, με αντίστοιχες οικογενειακές καταβολές, αναφορές, εμπειρίες και αναμνήσεις από τον Εμφύλιο και τη Χούντα. Πολλοί μάλιστα τις βίωσαν κιόλας από πρώτο χέρι. Η ειδοποιός διαφορά όμως εντοπίζεται στο ότι οι τελευταίοι αξιοποίησαν αυτή την παρακαταθήκη, όχι ως κομματικό μπαϊράκι αλλά ως συνείδηση, όχι για να την απαξιώσουν «βολεύοντας» συγγενείς, αλλά για να «ξεβολέψουν» τη δική τους σκέψη, όπως και αυτή των συνομιλητών τους, με μοναδικό μέσο το ήθος, την συγκρότηση, και την κριτική τους σκέψη με το βλέμμα τους πάντα στραμμένο στο μέλλον, αποβλέποντας στο δίκαιο, και όχι στην εκδίκηση.