Στις 8 Νοεμβρίου έτρεξα 42 χλμ και 195 μέτρα -και τίποτα δεν ήταν όπως το περίμενα

Και προσπάθησα να σταματήσω τα δάκρυα, έμοιαζα ήδη αρκετά γελοία και χωρίς αυτά, αλλά δεν μπορούσα. Γιατί είχα τρέξει 42.195χλμ απέναντι στο δρόμο και τον εαυτό μου. Και τους είχα νικήσει και τους δύο.
|

Τα τελευταία τρία 24ωρα βίωσα τρεις πρωτιές στην μέχρι τώρα 28χρονη καριέρα μου ως ανθρώπινο ον. Την Τρίτη είδα για πρώτη φορά το φινάλε του How I Met Your Mother και ήταν, όπως το περίμενα, αισχρό. Τη Δευτέρα είδα για πρώτη φορά το Psycho του Hitchcock (ξέρω, ναι, ντρέπομαι) και ήταν, όπως το περίμενα, αριστούργημα. Και την Κυριακή έτρεξα τον πρώτο μου Κλασικό Μαραθώνιο. Και ήταν όλα όσα περίμενα και ταυτόχρονα τίποτα από αυτά.

Περίμενα πως θα παραλύσω από το άγχος.

Από τις 4 το πρωί της Κυριακής, όταν και σηκώθηκα για να πάρω το πρωινό μου και να ετοιμαστώ, μέχρι και τις 9.15, δευτερόλεπτα πριν δοθεί το σήμα εκκίνησης του μπλοκ μου, ήμουν σε πλήρη αταραξία. Στο πούλμαν για τον Μαραθώνα έκανα πλάκα με τα παιδιά που θα τρέχαμε μαζί χωρίς να δίνω σημασία στις ανηφόρες που περνούσαμε-και τις οποίες μετά θα έβρισκα μπροστά μου. Στον Μαραθώνα χάζευα τους χιλιάδες δρομείς που βρίσκονταν γύρω μου να κάνουν ζέσταμα, διατάσεις, να τραβούν φωτογραφίες, να αλείφονται με βαζελίνη και να αλλάζουν ρούχα φορώντας από πάνω τις μεγάλες πλαστικές σακούλες που μας είχαν δώσει για το κρύο, και τους εθελοντές να φυσούν τις σφυρίχτρες τους τρελαμένοι για να οργανώσουν το χάος, χωρίς να νιώθω ούτε μισό κόμπο στο στομάχι. Όταν το μπαλόνι του μπλοκ μας αφέθηκε στον αέρα και ξεκινήσαμε να τρέχουμε, αργά αλλά σταθερά, το μόνο που σκέφτηκα ήταν «Κράτα ρυθμό, θα περπατήσεις ξανά σε 4.30 ώρες. Εντάξει; Πάμε».

Δεν περίμενα πως θα χαλούσε το iPod και θα έβγαζα όλο τον αγώνα χωρίς μουσική -και θα μου άρεσε.

Ο Νάσος έτρεχε μαραθώνιο για τέταρτη φορά μέσα σε ένα χρόνο, έτσι, «για την παρέα», και είχε αναλάβει να είναι ο «λαγός» μου -να μου δίνει δηλαδή ρυθμό και να με κρατά στους χρόνους που μου είχε δώσει ο προπονητής μου. «Εγώ θα λέω ό,τι θέλω, εσύ δεν θα βγάζεις άχνα, θα κρατάς τις δυνάμεις σου», μου είχε πει πριν ξεκινήσουμε. Όταν λοιπόν λίγο μετά το 8οχλμ αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να βάλω μουσική, το iPod αποφάσισε με τη σειρά του να βραχυκυκλώσει. Και ίσως τελικά αυτό να έγινε για καλό γιατί, όπως διαπίστωσα στην πορεία, κανένα τραγούδι και καμιά μελωδία δεν συγκρίνεται με τις ανάσες των δρομέων γύρω σου, με τις ιστορίες που ακούς να αφηγούνται ή τον χαβαλέ που κάνουν μεταξύ τους οι «παλιοί», με τα αμέτρητα «πατ πατ πατ πατ πατ» στην άσφαλτο και, φυσικά, με τις φωνές του κόσμου, τα ενθαρρυντικά λόγια, τα συνθήματα που φώναζαν τα παιδάκια, την κυρία με την ντουντούκα που μας έδινε (παράφωνα, αλλά δεν πειράζει) ρυθμό λίγο μετά το Πικέρμι και τον φανταστικό μεταλλά στην Παλλήνη που είχε βγάλει ολόκληρο ηχοσύστημα στο πεζοδρόμιο και έπαιζε στη διαπασών το «Thunderstruck» των AC/DC, ενώ αυτός είχε σταυρώσει τα χέρια μπροστά από το στήθος του και κουνούσε με επιδοκιμασία το κεφάλι του χαμογελώντας, με την ξανθιά του χαίτη να ανεμίζει.

Όπως και κανενός είδους μουσική δε θα σου δώσει το κουράγιο και το νευρικό γέλιο που χρειάζεσαι εκείνη τη στιγμή, όσο η ταμπέλα που παρήγγειλε να γράψουν και να κολλήσουν σε μια κολόνα στο 10οχλμ η κολλητή σου για να την δεις, μιας και η ίδια δεν προλάβαινε να είναι εκεί.

Περίμενα πως οι ανηφόρες θα είναι το τέλος μου.

Υπήρχαν δύο πράγματα που με άγχωναν. Το ένα από αυτά ήταν οι διαβόητες ανηφόρες ανάμεσα στο 23ο και 30ο χλμ. Ο στόχος μου ήταν να φτάσω στην Αγία Παρασκευή σε καλή φυσική κατάσταση και, φυσικά, να μην περπατήσω στο ενδιάμεσο. Είχα σκύψει λοιπόν το κεφάλι κάτω και μέτραγα τα πετραδάκια στην άσφαλτο ενώ σκεφτόμουν τι θα κάνω στις ανηφόρες, τι ρυθμό πρέπει κρατήσω, πότε θα είναι καλύτερα να πάρω τα τζελάκια μου κλπ. Κι εκεί που τα σκεφτόμουν όλα αυτά, ακούω τον Νάσο δίπλα μου να μου λέει «Τέλος, τις φάγαμε, αυτό ήταν».

Όταν ετοιμαζόμουν για το 25άρι του Spetses Mini Marathon, τόσο ο προπονητής μου όσο και άλλοι φίλοι δρομείς, μου έλεγαν πως, μετά τις ανηφόρες στις Σπέτσες, οι ανηφόρες της κλασικής διαδρομής θα μου φανούν παιχνιδάκι. Δεν τους είχα πιστέψει. Μέχρι που σήκωσα το κεφάλι μου και είδα μπροστά μου την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και τον κόσμο να μας υποδέχεται ουρλιάζοντας. Είχα περάσει τις ανηφόρες χωρίς, σχεδόν, να το καταλάβω.

Δεν ήξερα τι να περιμένω μετά τα 32χλμ.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο φόβο μου: Τα 32χλμ, δηλαδή η διαδρομή Μαραθώνας - Αγία Παρασκευή ήταν το προσωπικό μου όριο. Από το 32 και μετά έμπαινα σε άγνωστα νερά. Δεξιά και αριστερά μου έμπειροι δρομείς σταματούσαν στους σταθμούς πρώτων βοηθειών, άλλοι περπατούσαν και άλλοι κάθονταν στο πεζοδρόμιο για να πάρουν μια ανάσα κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί συνεχίζω να τρέχω -ένιωθα πως έκανα κάτι λάθος, πως τους έκλεβα. Ήμουν σίγουρη πως «η στραβή» με περίμενε στη γωνία -μια κράμπα, ένα τράβηγμα, Ο Τοίχος, κάτι.

Πέρασα το Χολαργό, πέρασα το Χαλάνδρι, το αριστερό που πόδι είχε αρχίσει να «χτυπάει» εσωτερικά του μηρού αλλά δεν έδωσα σημασία, πέρασα το Νομισματοκοπείο, πέρασα την Εθνική Άμυνα και κάποια στιγμή έφτασα στη γέφυρα της Κατεχάκη. Και ήταν εκεί που, ακούγοντας τα ταμπούρλα και τα τύμπανα των μουσικών για τα οποία όλοι μου είχαν πει, συνειδητοποίησα πως ήμουν στην Αθήνα, πως είχα φτάσει μέχρι εκεί τρέχοντας από τον Μαραθώνα, πως σε μισή ώρα θα ήμουν στο Καλλιμάρμαρο και, παρεμπιπτόντως, δεν ένιωθα ιδιαίτερα κουρασμένη. Και ο πρώτος πνιχτός λυγμός έκανε την εμφάνισή του.

Περίμενα την «τελευταία ανηφόρα στη Φειδιππίδου» να με εξαντλήσει.

Η διαδρομή από την Κατεχάκη μέχρι το Καλλιμάρμαρο είναι το αντίστοιχο του να μπαίνεις με το πλοίο στον Πειραιά μετά από διακοπές. Έχεις περάσει ωραία, το έχεις ζήσει και τώρα το μόνο που θες είναι να τελειώσει το ταξίδι και να φτάσεις σπίτι. Κι ενώ ξέρεις πως έχεις φτάσει, το πλοίο μπαίνει και μπαίνει και μπαίνει και το λιμάνι πουθενά. Έτρεχα και έτρεχα και έτρεχα και ενώ μέχρι εκείνη την ώρα οι ταμπέλες με τα χιλιόμετρα έμοιαζαν να εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη, τώρα κάθε χιλιόμετρο μου φαινόταν ατελείωτο. Και τότε σκέφτηκα την «τελευταία ανηφόρα της Φειδιππίδου» που, σύμφωνα με τους έμπειρους, είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν τον τερματισμό.

Το πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσα να θυμηθώ ποια είναι η Φειδιππίδου. Έπαθα μπλακ άουτ. Οπότε έκανα το αμέσως πιο λογικό βήμα, το οποίο ήταν να φαντάζομαι τη Φειδιππίδου ως το Έβερεστ. Άρχισα λοιπόν πάλι να σκέφτομαι τεχνικές και ανάσες και ρυθμό με το κεφάλι σκυμμένο να μετρά πετραδάκια. Κάποια στιγμή σήκωσα τα μάτια μου για να αντικρίσω τον εχθρό. Και αυτό που είδα δεν ήταν το Έβερεστ. Ήταν μια ευθεία με ελαφρά ανηφορική κλίση. «Έχω ζήσει σε σπίτι με χειρότερη δομή δαπέδου», σκέφτηκα. Και άνοιξα το βήμα μου.

Δεν περίμενα την Ιοκάστη στην στροφή για την Ηρώδου Αττικού.

Είχα τελειώσει τη Βασιλίσσης Σοφίας και έμπαινα στη στροφή για την τελική ευθεία, την Ηρώδου Αττικού. Και τότε άκουσα την Ιοκάστη. Την ίδια Ιοκάστη που με έβαλε στο τριπάκι του αγωνιστικού τρεξίματος πριν ένα χρόνο, τον πρώτο δικό μου άνθρωπο μετά από 41χλμ, να έχει βουρκώσει, να τρέχει δίπλα μου και να ουρλιάζει «Νάγια! Δε φτάνει η αγάπη ρε Νάγια! Τρέχα, τρέχαααα!». Και κάπου εκεί ήρθε ο δεύτερος λυγμός, μόνο που τώρα δεν ήταν πνιχτός, ήταν χειμαρρώδης και ισοπεδωτικός.

Και άνοιξα ακόμα περισσότερο το βήμα μου.

Λίγο πιο κάτω η Αλεξάνδρα και η Δήμητρα κρέμονταν από τα κάγκελα του πεζοδρομίου φωνάζοντάς το όνομά μου. Και όσο γέμιζαν τα μάτια μου, άνοιγε όλο και περισσότερο το βήμα μου.

Όταν πάτησα το μαύρο κάρβουνο του Καλλιμάρμαρου άκουσα πάλι το όνομά μου, αυτή τη φορά από την μαμά μου που με περίμενε πέντε μέτρα πριν το τέλος. Σήκωσα τα χέρια μου στον αέρα, έκαψα όση ενέργεια είχε μείνει μέσα μου, πέρασα τη γραμμή του τερματισμού και έπεσα με φόρα στην αγκαλιά του Χρήστου, του προπονητή μου, που έτρεχε προς το μέρος μου για να με μαζέψει.

Και τότε έκανα τη χάρη στον λυγμό και τον άφησα ελεύθερο. Και έγιναν πολλοί και με πλημμύρισαν. Και λίγο πιο κάτω βρήκα την Νάνσυ, που άρχισε να κλαίει και αυτή πίσω από το συρματόπλεγμα που μας χώριζε με αποτέλεσμα οι λυγμοί να γίνουν αναφιλητά. Και λίγο πιο κάτω, η Δέσποινα και η Κατερίνα έτρεξαν κατά πάνω μου και άρχισαν να χοροπηδούν φωνάζοντας. Και λίγο πιο κάτω ο μπαμπάς μου και ο Φροίξος ήρθαν και με πήραν αγκαλιά. Και προσπάθησα να σταματήσω τα δάκρυα, έμοιαζα ήδη αρκετά γελοία και χωρίς αυτά, αλλά δεν μπορούσα. Γιατί είχα τρέξει 42,195χλμ απέναντι στο δρόμο και τον εαυτό μου. Και τους είχα νικήσει και τους δύο.

Πάμε τώρα να το ρίξουμε κάτω από 4 ώρες.

Υ.Γ. Ένα μεγάλο, τεράστιο ευχαριστώ στον Χρήστο Τούλα που μου έμαθε να τρέχω σαν δρομέας και όχι σαν τη Φοίβη από τα Φιλαράκια.