ΤΟ BLOG
28/12/2015 07:50 EET | Updated 28/12/2016 07:12 EET

Ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών...η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Ένα άλλο αριθμητικό στοιχείο που έχει ενδιαφέρον και βοηθά στο να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της κεφαλαιακής ενίσχυσης που έχει συντελεστεί, είναι ότι το συνολικό ποσό των €14,4 δισ. ανέρχεται στο ήμισυ των υφιστάμενων κεφαλαίων πριν την αύξηση κεφαλαίων των τραπεζών. Στη βάση αυτή, μπορεί κανείς να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι πλέον οι ελληνικές τράπεζες κρίνονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Αλλά ακόμα και αν κοιτάξουμε μπροστά, στο άμεσο μέλλον, με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) όπως αυτοί καταγράφονται στα σχέδια αναδιάρθρωση των Τραπεζών και προβλέπονται στα επίπεδα του 20% για το 2018, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η τρέχουσα ανακεφαλαιοποίηση<, συνδυαστικά πάντα με όλες τις ενέργειες κεφαλαιακής ενίσχυσης που έχουν προηγηθεί, είναι επαρκής.

MarianVejcik via Getty Images

H ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των Ελληνικών Συστημικών Τραπεζών ήταν ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Ένα εγχείρημα που ξεκίνησε με τις αρχικές εκτιμήσεις να κάνουν λόγο ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα διαμορφωθούν προς το άνω όριο των €25 δισ., με κεφάλαια που υπήρχαν διαθέσιμα στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των δανειστών. Μια εκτίμηση που έθετε εξαρχής ένα πολύ δύσκολο στόχο και μια ιδιαίτερη πρόκληση, να συνδυάσει τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τη μέγιστη δυνατή προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και παράλληλα τον περιορισμό της επιβάρυνσης του Ελληνικού Δημόσιου χρέους και επακόλουθα του βάρους για τον Έλληνα φορολογούμενο.

Δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων αυτής της ανακεφαλαιοποίησης και συνεκτιμώντας πάντα τις συνθήκες που επικράτησαν και συνεχίζουν να επικρατούν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ήταν ένα επιτυχημένο εγχείρημα. Κατ' αρχάς επετεύχθη η προστασία των καταθέσεων, ενώ διατηρήθηκε η δυνατότητα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) να διαδραματίζει ένα ισχυρό και ταυτόχρονα ουσιαστικό ρόλο, σε όλες τις συστημικές τράπεζες μέσω των Πλαισίων Συνεργασίας (RFA's) που έχει συνάψει μαζί τους. Παράλληλα είναι ρεαλιστική πλέον η προοπτική το ΤΧΣ να ανακτήσει μέρος ή και το σύνολο των κεφαλαίων που έχει καταβάλει μειώνοντας αντίστοιχα το χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας (λόγω των μετατρέψιμων ομολογιών που διαθέτει σε CoCos). Τέλος ο περιορισμός της πιθανότητας (του ρίσκου δηλαδή) νέων πιθανών απωλειών για το ΤΧΣ στο μέλλον, στη περίπτωση που ένα αντίξοο χρηματιστηριακό περιβάλλον επαναληφθεί, με την τοποθέτηση των κεφαλαίων του ΤΧΣ όχι αποκλειστικά σε κοινές μετοχές (down side risk), αλλά και σε μετατρέψιμους ομολογιακούς τίτλους υψηλής απόδοσης σε αναλογία 25/75 αντίστοιχα.

Κατανοώ ότι έχοντας ολοκληρώσει τη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών τα εύλογα ερωτήματα που τίθενται είναι πρώτον εάν η υφιστάμενη κεφαλαιακή ενίσχυση είναι επαρκής και δεύτερον εάν μπορούμε να υποστηρίξουμε -με μια σχετική βεβαιότητα- ότι στο άμεσο διάστημα δεν θα κληθούμε ως επενδυτές, ως κράτος και ως πολίτες, να συνεισφέρουμε νέα κεφάλαια στο Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα.

Κατ' αρχήν αξίζει να σημειωθεί ότι, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) είναι ο πλέον κατάλληλος φορέας να διαχειριστεί αυτό τον προβληματισμό. Είναι ο φορέας που εποπτεύει και αξιολογεί τη θέση (με την ευρεία έννοια του όρου) των συστημικών τραπεζών και διαπιστώνει αν επαρκούν τα υφιστάμενα κεφάλαια προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και το ύψος των πιθανών νέων κεφαλαιακών αναγκών.

Είναι γνωστό ότι η πρόσφατη αξιολόγηση έγινε με αυστηρά κριτήρια, προσδιορίζοντας τόσο τις απώλειες που οι τράπεζες οφείλουν να καταγράψουν στους ισολογισμούς τους το 2015, όσο και τις δυνητικές απώλειες -σε ακραία ομολογουμένως σενάρια- ανεβάζοντας τις κεφαλαιακές ανάγκες στο ύψος των €14,4 δισ..

Επιχειρώντας τώρα να απαντηθεί το ερώτημα αν επαρκούν τα υφιστάμενα κεφάλαια, το θετικό στοιχείο είναι ότι από το σύνολο των κεφαλαιακών αναγκών, €10 δισ. περίπου, δηλαδή πάνω από τα 2/3 των κεφαλαιακών αναγκών αντιστοιχούν στο ακραίο/δυσμενές σενάριο αξιολόγησης, στο σενάριο με άλλα λόγια με τις μικρότερες πιθανότητες πραγματοποίησης.

Ένα άλλο αριθμητικό στοιχείο που έχει ενδιαφέρον και βοηθά στο να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της κεφαλαιακής ενίσχυσης που έχει συντελεστεί, είναι ότι το συνολικό ποσό των €14,4 δισ. ανέρχεται στο ήμισυ των υφιστάμενων κεφαλαίων πριν την αύξηση κεφαλαίων των τραπεζών. Στη βάση αυτή, μπορεί κανείς να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι πλέον οι ελληνικές τράπεζες κρίνονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Αλλά ακόμα και αν κοιτάξουμε μπροστά, στο άμεσο μέλλον, με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) όπως αυτοί καταγράφονται στα σχέδια αναδιάρθρωση των Τραπεζών και προβλέπονται στα επίπεδα του 20% για το 2018, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η τρέχουσα ανακεφαλαιοποίηση, συνδυαστικά πάντα με όλες τις ενέργειες κεφαλαιακής ενίσχυσης που έχουν προηγηθεί, είναι επαρκής.

Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει ωστόσο να τεθεί δεν έχει τόσο να κάνει με την πιθανότητα ή όχι της επανάληψης του εγχειρήματος της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, όσο με την ικανότητα του τραπεζικού κλάδου να ανακάμψει και να ανακτήσει τον ουσιαστικό και ακρογωνιαίο ρόλο του, τον ρόλο του παρόχου πίστωσης στην ελληνική οικονομία, σε επιχειρήσεις και σε ιδιώτες.

Μια ικανότητα άμεσα συναρτώμενη με τη δυνατότητα που θα επιδείξουν οι Τράπεζες να προσελκύσουν τα €40 δισ. περίπου που εκτιμάται ότι παραμένουν εντός της χώρας μας, αλλά σε άλλους (εκτός τραπεζών) «χώρους φύλαξης», και βέβαια με τη ικανότητα που θα επιδείξουν οι Τράπεζες στη διαχείριση, με αποτελεσματικότητα, αποφασιστικότητα αλλά και κοινωνική ευαισθησία όπου απαιτείται, του μεγάλου θέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που ανέρχονται σήμερα σε περίπου €100 δισ..

Είμαι αισιόδοξος ότι στο πλαίσιο των νομοθετικών πρωτοβουλιών που έχουν ήδη αναληφθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση, των αλλαγών που θα ακολουθήσουν, των παρεμβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, των υποδομών που έχουν ήδη διαμορφωθεί από τις Τράπεζες, της εμπειρίας που έχει αποκτηθεί την περίοδο της οικονομικής κρίσης και του συντονιστικού και δημιουργικού ρόλου που καλείται το ΤΧΣ να παίξει στην διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα δημιουργηθεί μια εσωτερική υπεραξία που δύναται να μετατραπεί σε ρευστότητα και σε απτό οικονομικό αποτέλεσμα, που θα βελτιώσει τα περιθώρια ανάταξης της Ελληνικής οικονομίας, θα ισχυροποιήσει περαιτέρω τη θέση των ελληνικών τραπεζών με απώτερο σκοπό τη στήριξη των πολιτών και της υγιούς επιχειρηματικότητας.